Ο Απρίλης στη λαϊκή μας παράδοση

Τελευταία ενημέρωση: 2019-04-01, 12:09:10
Ο Απρίλης στη λαϊκή μας παράδοση

Του Κώστα Λιάπη

 

 Ο Απρίλης, που επιστρέφει για μια ακόμα φορά αύριο στη ζωή μας είναι ο μήνας που όχι μόνο κατ’ εξοχήν συμβολίζει την Άνοιξη αλλά και που το ίδιο το όνομά του σημαίνει την Άνοιξη. Κι αυτό γιατί όπως μας εξηγούν οι γλωσσολόγοι η ονομασία του προέρχεται από το λατινικό aperio που σημαίνει «ανοίγω».

 Πέραν, όμως, από τις ετυμολογικές διερευνήσεις του ονόματός του, ο Απρίλης, έξω από κάθε αμφισβήτηση, αποτελεί την καρδιά της Άνοιξης αν όχι και την αρχή και το τέλος της συνάμα. Κι αυτό γιατί όσο κι αν επίσημα η άνοιξη αρχίζει από τον Μάρτη και τελειώνει τον Μάη, ποιος μπορεί να βασιστεί στις ιδιοτροπίες του πρώτου, του «πεντάγνωμου» και «γδάρτη» και «παλουκοκαύτη» ή να χαρακτηρίσει ανοιξιάτικα τα λιοπύρια του δεύτερου. Το γενικό πρόσταγμα για το «άνοιγμα» των φυτών και το μπουμπούκιασμα των λουλουδιών ο Απρίλης θα το δώσει. «Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα», συνηθίζουμε να λέμε, χαρίζοντας όλα τα λουλούδια στον Απρίλη κι αφήνοντας μονάχα τα τριαντάφυλλα στον Μάη. Αν κι εδώ που τα λέμε, τα ρόδα δεν λείπουν κι από τον Απρίλη αφού και το δημοτικό τραγούδι κάπου παρουσιάζει τον Απρίλη όχι μονάχα «λουλουδάτο» αλλά και «ροδοφόρετο».

 Οπωσδήποτε λουλουδοπατέρες κι οι δυο ανοιξιάτικοι μήνες φαίνονται πως τα πάνε καλά στις μεταξύ τους σχέσεις αφού ο λαός μας τους θέλει αγαπημένους κι αχώριστους για να μην πω ταυτισμένους. «Απριλομάης» ή «Μαγιάπριλο» ακούς να τους λένε ιδιαίτερα στα χωριά μας, σαν νάναι δίδυμοι σιαμαίοι. Αλλά και στις άλλες έμμετρες προσφωνήσεις τους οι δυο λουλουδοστόλιστοι γείτονες είναι σχεδόν πάντα ταιριασμένοι, αδελφωμένοι.

«Μάη μου, μου Μάη δροσερέ, κι Απρίλη λουλουδάτε,

 Απρίλη ροδοφόρετε, Μάη μου κανακάρη,

 π’ όλον τον κόσμο γιόμισες μ’ άνθη και με λουλούδια

 κι εμένα περιέπλεξες στης κόρης τις αγκάλες…».

 Και μια και δόθηκε η αφορμή από την αισθηματική τούτη προέκταση του παλιού δημοτικού τραγουδιού, πρέπει θαρρώ να πούμε πως όλη η αγνότητα του ερωτικού συναισθήματος αποδίδεται κατά θαυμαστό τρόπο από τη δημοτική μας ποίηση όταν αυτή αντλεί τις εμπνεύσεις και τις ιδέες της από την απριλιάτικη φύση. Διπλή ή άνθιση, φύσης και έρωτα τον Απρίλη, δεν ήταν δυνατό παρά να γεννοβολάει στίχους σαν τους παρακάτω:

«Διψάν οι κάμποι για νερά και τα βουνά για χιόνια

 και τα γεράκια για πουλιά κι εγώ βλάχα μ’ για σένα.

 Το χέρι σου το παχουλό, το κοντυλογραμμένο,

 να το ’χα για προσκέφαλο τρεις μέρες και τρεις νύχτες

 κι οι μέρες να ’ναι τ’ Απριλιού κι οι νύχτες του Γενάρη».

 Η αποθέωση όμως του Απρίλη είναι στα φυσιολατρικά δημοτικά μας τραγούδια, όπου και μόνη η παρουσία του ανθοβολάει ανοιξιάτικο μύρο κι αισιοδοξία. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε πως οι μέρες τον μήνα αυτό «ανοίγουν», το καλοκαίρι κοντοζυγώνει, τα πουλιά τονίζουν πασίχαρα το ερωτικό τους τραγούδι μέσα στην ολάνθιστη φύση, τα κοπάδια πιάνουν ξελευτερωμένα απ’ τον χειμωνιάτικο ζυγό τις πράσινες ανηφοριές και τα ψηλώματα και οι τσομπάνηδες βρίσκονται τις ώρες τούτες στις μεγάλες χαρές που υποθάλπει η προσμονή και η έναρξη της λεύτερης βουκολικής ζωής τους.

«Τώρα είνι Απρίλης και χαρά, τώρα είν’ καλοκαίρι,

 το λέν’ τ’ αηδόνια στα κλαριά, κι οι πέρδικες στα πλάγια,

 το λεν οι κούκοι στα ψηλά, ψηλά στα καταρράχια,

 πάν’ τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν,

 πάν ’ και κοντά οι τσοπάνηδες, βαρώντας τη φλογέρα,

 να τα τυροκομήσουν και τη νομή να βγάλουν

 και να γιορτάσουν τ’ Αϊ - Γιωργιού, να ρίξουν στο σημάδι

 να πιουν νερό απ’ το βουνό, να πάρουν τον αέρα».

 Ξέχωρα, όμως, απ’ την δημοτική μας ποίηση, που εκφράζει συνήθως τους γεννημένους απ’ την οργασμένη απριλιάτικη φύση ερωτικούς και φυσιολατρικούς οίστρους και ίμερους, είναι και η λαϊκή σοφία του έλληνα αγρότη που τιμάει με τον πλούσιο και βιωμένο παροιμιακό λόγο του τον μήνα των λουλουδιών.

 Και μόνο με την σχετική πεθυμιά του νάναι ο μήνας βροχερός, για να υπάρξει αργότερα μια πλούσια σοδειά γεωργικών προϊόντων, έχω καταγράψει στα λαογραφικά μου τεφτέρια μια δωδεκάδα σκόρπιες παροιμίες στη χώρα μας, με πιο χαρακτηριστικές για την αξία των απριλιάτικων όμβριων υδάτων τούτες τις δυο: «Του Απρίλη τα νερά του φτωχού τα πλούτη» και «Το νερό του Απριλιού είναι πλούτος του κόσμου».

 Καμιά φορά όμως οι απριλιάτικοι ουρανοί το παρακάνουν στις υδάτινες δωρεές τους κι εκεί που ο γεωργός περιμένει για λογαριασμό των σπαρτών ή των λοιπών καλλιεργειών του την εξ ύψους βοήθεια σε υγρή μορφή όμβρων, αυτή του ’ρχεται παγωμένη και τον κάνει από τη μια μέρα στην άλλη …νοικοκύρη «καίγοντας» με όψιμο χιόνι το τρυφερό βιος του. Γι’ αυτό και η έμμετρη παροιμιακή επιφύλαξη του ανυπεράσπιστου ξωμάχου «ως τ’ Απριλιού τις δεκαοχτώ, νάχεις το μάτι ανοιχτό» ή και η εξίσου ημερολογιακή παροιμιακή θεώρηση πως «Του Απριλιού τις δεκαοχτώ ψόφησε τ’ς πέρδικας τ’ αβγό». Φυσικά ύστερα από τα …κρύα τούτα χωρατά του Απρίλη είναι απόλυτα δικαιολογημένος ο παροιμιακπός αφορισμός του λαού μας: «Μάρτη, Μάρτη φοβερέ κι Απρίλη χιονερέ».

 Δεν είναι όμως μονάχα οι γεωργοί που έχουν –σπάνια βέβαια– τα δικαιολογημένα τούτα παράπονα με τον Απρίλη. Ο λαός έχει διαπιστώσει παλιότερα –και το διατύπωνε παροιμιακά– πως «των καλών ναυτών οι γυναίκες τον Απριλομάη χηρεύουν». Κι ο λόγος ήταν εύλογος: Ύστερα από τα καταραμένα μαρτιάτικα «μαρτίνια» της εαρινής ισημερίας ακολουθούν τον Απριλομάη μπουνάτσες, οι ναυτικοί ξεθαρρεύουν, επιχειρούν περισσότερα κι όλο και μακρύτερα ταξίδια κι φυσικά οι περιπτώσεις των ναυαγίων με τις δραματικές του συνέπειες πληθαίνουν, ή τουλάχιστον πλήθαιναν τα παλιότερα χρόνια που τα πλωτά μέσα της ναυτιλίας ήταν ατελέστερα.

 Τέλος, γνωστή και στο Πήλιο είναι η παροιμιακή στιχομυθία που έπλασε ο λαός για τους γύφτους, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, φοβούνται περισσότερο απ’ όλους το κρύο.

 – Άμα βγει ου Μάρτ’ς, μπαίν’ ου Μάης;

 – Όχι, του απάντησαν, είναι κι ο Απρίλ’ς.

 – Αχ, που να πρηστεί κι να σκάσ’!...

 Όλα, όμως, τούτα που αναφέραμε παραπάνω, μ’ όλο που δεν κολακεύουν καθόλου τη φήμη του Απρίλη,

δεν είναι ωστόσο αντιπροσωπευτικά του γνωρίσματα, αφού ο ίδιος τούτος μήνας έχει τόσες χάρες που μας κάνουν να ξεχνούμε τις κάποιες, σπάνιες άλλωστε, παραξενιές και αναποδιές του.

 Και πρώτα - πρώτα, όπως «Ο Μάρτης δεν λείπει από τη Σαρακοστή» έτσι και ο Απρίλης σπάνια ξεχωρίζει από την κορυφαία γιορτή της χριστιανοσύνης, το Πάσχα. Ο λόγος μάλιστα αυτός έδωσε το δικαίωμα στο λαό μας να ονομάσει τον Απρίλη και «Λαμπριάτη» ή «Λαμπρίτη».

 Δεν είναι όμως η Λαμπρή η μόνη μεγάλη γιορτή αυτού του μήνα. Από τις ξεχωριστές γιορτές του χρόνου και η γιορτή του Αϊ - Γιώργη έχει καθιερωθεί σαν σύμβολο της αρχής της καλοκαιριάς και της υπαίθριας ζωής: «Αϊ - Γιωργιού έξω κρεβάτι, Αϊ - Δημητριού μέσα κρεβάτι» ακούς ακόμα να λένε οι παλιοί. Η ίδια εξάλλου γιορτή θεωρείται ως εθιμική απαρχή της ανοιξιάτικης εξόδου των νομάδων κτηνοτρόφων (Βλάχων και Σαρακατσαναίων) με τα κοπάδια τους στα βουνά της πατρίδας μας, η ίδια επίσης γιορτή ήταν η καθιερωμένη ημέρα της ετήσιας εκλογής δια βοής από τους συντοπίτες τους των παλιών «αζάδων», ή «γερόντων» ή «κοτζαμπάσηδων» στα βακουφικά χωριά του Πηλίου τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η πολυσήμαντη εξάλλου τοποθέτηση αυτής της μεγάλης γιορτής του χρόνου στη διάρκεια του Απρίλη έγινε αφορμή ν’ αποκτήσει ο μήνας τούτος στα παλιότερα χρόνια και την πρόσθετη ονομασία «Αϊγιωργίτης».

 Τέλος, πασίγνωστη, όσο και παγκόσμια, είναι και η εθιμική συνήθεια με την οποία εγκαινιάζεται, αύριο μάλιστα, αυτός ο μήνας. Κι εννοώ φυσικά τα πρωταπριλιάτικα ψέματα και ξεγελάσματα, μια συνήθεια που, αν και ξενοφερμένη, πήρε ευρύτατη διάδοση και στη χώρα μας και καθιερώθηκε με τα γνωστά χαρακτηριστικά του λαογραφικού φαινομένου παντού, σε πόλεις και χωριά – φυσικά και στο Πήλιο.

 Αυτός είναι ο Απρίλης στη λαϊκή μας παράδοση. Ένας μήνας με ποικιλώνυμη εθιμική διάσταση. Καλοσυνάτος κατά κανόνα, ανθοστολισμένος, κατάφορτος από χαρές και γιορτάσια, γιομάτος ποίηση και αισιοδοξία, ένας μήνας σύμβολο της αναγέννησης και ανανέωσης της ζωής. Τώρα αν μέσα στα τόσα καλά του δείχνει κάποτε - κάποτε και κάποια ίχνη των μετρημένων παραξενιών του, δεν χάλασε και ο κόσμος. Χαλάλι του οι λιγοστές –κι όταν υπάρχουν– αρνητικές εκπλήξεις του. Άλλωστε το αληθινό θέλγητρο της ζωής δεν κρύβεται τόσο στο πάγιο καλό, όσο στην υπεροχή του καλού απέναντι στο κακό, κι ακόμα περισσότερο στην ολοσύνεχη διαλεκτική ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
4
=