Τα ναυάγια στα διηγήματα του Αλ. Μωραϊτίδη (Μέρος Β’)

Τελευταία ενημέρωση: 2019-11-25, 18:50:43
Ο Αλ. Μωραϊτίδης ως μοναχός Ανδρόνικος στα τέλη του βίου του
Τα ναυάγια στα διηγήματα του Αλ. Μωραϊτίδη (Μέρος Β’)

Συνεχίζουμε σήμερα με τα υπόλοιπα διηγήματα του Αλ. Μωραϊτίδη, που αναφέρονται ναυάγια:

«Φαντάσματα» (Β’ 141 - 171). Ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός, κορυφαίος καραβοκύρης του νησιού, παραφρονεί από τη στενοχώρια του για την απρόσεκτη διαχείριση του γιου του στα δύο ιστιοφόρα τους. Στην παραφροσύνη του οραματίζεται τον είσπλου των δύο σκαριών, για τα οποία δεν είχε ειδήσεις, στο λιμάνι της Σκιάθου, αλλά από κακό χειρισμό παραλίγο να συντριβούν και τα δύο στο Μπούρτζι, με τον ίδιο να δίνει φωναχτά οδηγίες από τον εξώστη του αρχοντικού του (σελ. 150). Δυστυχώς, ό,τι φαντάστηκε ο καπετάν Τσούρμας επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο, όταν μαθεύτηκε η είδηση του ναυαγίου. Οι δύο σκούνες του συγκρούστηκαν μεταξύ τους και βούλιαξαν αύτανδρες, κοντά στην είσοδο του Βοσπόρου, «εν νυκτερινή θυέλλη». Το όραμα του γέρο - καραβοκύρη υπήρξε προάγγελος του τραγικού περιστατικού (σελ. 150 - 151). Ομως, παρά την επιδείνωση της κατάστασης του καπετάν Τσούρμα και τον οδυνηρό θάνατό του, στη συνέχεια το διήγημα καταλήγει σε ευτυχές τέλος με την ανέλπιστη επιστροφή του γιου του, που διασώθηκε από το ναυάγιο, συνετίστηκε, εγκατάλειψε τον άσωτο βίο και δουλεύοντας σκληρά απόκτησε δικό του σκαρί και επανέπλευσε με αυτό έπειτα από χρόνια στο νησί του. Στη σελ. 169 περιγράφει ο ίδιος το τραγικό ναυάγιο στα στενά του Βοσπόρου και τη διάσωσή του «επιτυχών το ξύλινον μαγειρείον» του ιστιοφόρου του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι πνίγηκαν. Το ναυάγιο επιδρά λυτρωτικά στον άσωτο ναυτικό και γίνεται η αφορμή να αλλάξει τη ρότα του.

«Αλτανού» (Β’ 273 - 290). Χαροκαμένη κατά συρροή χήρα και μάνα η κεντρική ομώνυμη ηρωίδα του διηγήματος, δεν σώνει να θρηνεί απώλειες από ναυάγια. Πρώτα ο άντρας της και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της πνίγηκαν, όταν η μπρατσέρα τους βυθίστηκε αύτανδρη ανοιχτά της Κύμης. Ακολούθως τα άλλα δύο αγόρια της χάθηκαν, όταν η γολέτα που είχαν ναυτολογηθεί, παλιό, ταλαιπωρημένο σκαρί, βούλιαξε στην περιοχή του Αγίου Ορους. Σα να μην έφθαναν όλα τούτα, πνίγηκε στην παραλία του Κάστρου ακόμη ένα μικρό παιδάκι της, ενώ υπήρχε και ανάλογο παρελθόν πνιγμών στην οικογένειά της (σελ. 279). Για αυτό και η Αλτανού πρόσεχε σαν τα μάτια της τον μοναδικό εν ζωή γιο της, τον Μανώλη, που ατυχώς και εκείνος έτρεφε παθολογική αγάπη για τη θάλασσα. Από τη στιγμή δε που εντόπισε, έρμαιο των κυμάτων, στον Ξάνεμο «μίαν μεγάλην σκαμπαβίαν», την οποία μόνος του επισκεύασε και την ονόμασε «Γαλανομάτα», εξελίχτηκε στον ικανότερο και πλέον φιλόπονο πορθμέα – μεταφορέα του νησιού, που τον προτιμούσαν όλοι. Μόνο η μητέρα του παρέμενε επιφυλακτική φροντίζοντας επίμονα να εφιστά την προσοχή του γιου της στις θαλασσινές του εξορμήσεις, ώστε να μη συμβεί κι άλλο κακό. Δυστυχώς, αυτό συνέβη, όταν παραμονή Χριστουγέννων ο Μανώλης προτίμησε να μην πάει στην εκκλησία, προκειμένου να μη χάσει συμφέροντα ναύλο, μεταφέροντας προμήθειες σε μοναστήρι στη Β.Δ. πλευρά του νησιού. Η καθυστέρηση, όμως, του επιβάτη μοναχού Γαλακτίωνα απέβη μοιραία, γιατί ο καιρός επιδεινωνόταν άσχημα και το ταξίδι πραγματοποιούνταν πια με δυσμενέστατες συνθήκες. Η Αλτανού προσπαθούσε μάταια με φωνές να μεταπείσει τον γιο της, ώστε να αναβάλει τον απόπλου. Το ξέσπασμα του καιρού πρόλαβε τη βάρκα λίγο πριν τον προορισμό της, με αποτέλεσμα να βυθιστεί και να απολεστεί ο Μανώλης, το στερνοπαίδι της Αλτανούς, ενώ ο συνεπιβάτης μοναχός μετά βίας διασώθηκε και διηγούνταν με οδύνη το συμβάν. Στις σελίδες 287 - 288 περιγράφεται παραστατικά το ναυάγιο και πιο κάτω στη σελ. 289 ο διασωθείς πατήρ Γαλακτίων, με τον ιδιόρρυθμο λόγο του, αφηγείται την τραγωδία. Για την Αλτανού η παράδοση έλεγε ότι ακολούθησε με τη θέλησή της απελπισμένη τη μοίρα των δικών της, στα βράχια του Κάστρου. Εύστοχα ο Μωραϊτίδης την αποκαλεί «θαλασσινή Νιόβη». Η Αλτανού είναι ίσως ένα από τα πλέον ναυαγιακά διηγήματα του συγγραφέα.

«Σε μια παράκλησι» (Γ’ 263 - 275). Απότομο φθινοπωρινό ξέσπασμα του καιρού προκαλεί σοβαρά προβλήματα στο λιμάνι της Σκιάθου, που εκτεθειμένο στον νοτιά υποφέρει από τέτοιας διεύθυνσης ανέμους και κυρίως από τις σφοδρές σοροκάδες. Τράτα, που είχε ολοκληρώσει το ψάρεμα νωρίτερα και άλλα μικροκάικα ή βάρκες κινδυνεύουν να βυθιστούν, ενώ παρασύρονται από τον δυνατό κυματισμό πλεούμενα τραβηγμένα στην ακροθαλασσιά. Κατά την εξέλιξη της κακοκαιρίας στην τράτα σημειώνονται σοβαρές ζημιές από χτυπήματα στον μόλο, ψαράδικη βάρκα διαλύεται κι άλλα μικρά σκάφη μισοβουλιάζουν και μόλις διασώζονται. Με το ξέσπασμα του καιρού, άμεσα τελείται στην εκκλησία της Παναγίας της Λιμνιάς, που θεωρείται προστάτιδα των ναυτικών από φουρτούνες και ναυάγια, ειδική για την περίπτωση «παράκλησις», ώστε να σημειωθεί κατευνασμός των φαινομένων. Τα αναρίθμητα τάματα από διασώσεις ναυτικών και πλεούμενων στην εικόνα της Παναγίας βεβαιώνουν την ιδιότητά της ως σωτήρα των θαλασσινών Σκιαθιτών (σελ. 268). Στην τέλεση της παράκλησης πρωτοστατεί η κυρά Βγένα, η καπετάνισσα, σύζυγος του καπτα – Βγενιού, που τρεις φορές είχε διασωθεί από τη θαυματουργή παρέμβαση της Παναγίας της Λιμνιάς, όπως άλλωστε καταμαρτυρούσαν και τα σχετικά αργυρά αναθήματα, αλλά και τώρα με το ξέσπασμα του καιρού κινδύνευε, καθώς αναμενόταν η επιστροφή του, η οποία γίνεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της ιερής ακολουθίας. Πράγματι η βρατσέρα του καπτα – Βγενιού, έπειτα από κοπιώδη προσπάθεια, ενώ προχωρεί η παράκληση, καταφέρνει ν’ αγκυροβολήσει σε υπήνεμο μέρος του λιμανιού. Η αγωνία της κυρά Βγένας μέσα στην εκκλησία, που προσεύχεται και ταυτόχρονα παρακολουθεί τον δύσκολο κατάπλου του συζύγου της, περιγράφεται με παραστατικό τρόπο (σελ 274 - 275). Και τούτο το διήγημα εμπεριέχει εκτενείς και ενδιαφέρουσες ναυαγιακές αναφορές.

«Ψυχοσάββατον» (Γ’ 299 - 311). Εδώ μνημονεύεται πάλι ξέσπασμα σφοδρής νοτιάς, στο ευάλωτο σε τέτοιους καιρούς λιμάνι της Σκιάθου, όπου ο καπετάν Λιμπέριος στην προσπάθειά του να διασώσει το όμορφο μικρό ιστιοφόρο του (κότερο), χάνεται μαζί με αυτό, καθώς συντρίβεται στα βράχια. Οι αγωνιώδεις στιγμές του συμβάντος (σελ. 304), που ο ιδιοκτήτης μάταια παλεύει με τα στοιχειά της φύσης, προσπαθώντας με τα χέρια του να απομακρύνει το σκάφος, δίνονται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα από τον θαλασσογράφο Μωραϊτίδη. Και σε τούτο το διήγημα, όπως και στο προηγούμενο, καταδεικνύονται η επικινδυνότητα και το επισφαλές του σκιαθίτικου λιμανιού στους σφοδρούς νοτιάδες. Το γεγονός του ναυαγίου εδώ σημειώνεται παρενθετικά ως προς την κυρίως υπόθεση του διηγήματος, αλλά αποτελεί ιδιαίτερα παραστατική αναφορά οδυνηρού ναυτικού δυστυχήματος.

«Μανουήλα». (Γ’ 325 - 342). Το διήγημα, προτελευταίο του Μωραϊτίδη, αρχίζει με την περιγραφή των υπολειμμάτων ναυαγισμένου ιστιοφόρου στα αβαθή του λιμανιού της Σκιάθου, προς τον Αγιο Γεώργιο. Πρόκειται για το άλλοτε περήφανο και ευμέγεθες «βρίκιον» «Μανουήλα», ισπανικής ναυπήγησης, του καπετάν Περμάχου, από τους σπουδαιότερους ντόπιους καραβοκύρηδες (σελ. 325 - 326). Καλοθάλασσο, όμορφο και περιποιημένο σκαρί με τον έμπειρο, θαλασσόλυκο κυβερνήτη ιδιοκτήτη του, είχε αντιμετωπίσει πάντοτε με επιτυχία φουρτούνες και φουρτούνες στα νερά του Εύξεινου Πόντου και της Μεσογείου. Μια φορά κοντά στη Σκύρο η αποφυγή οδυνηρού ναυαγίου επιτεύχθηκε θαυματουργικά, με την κατάδυση στη θάλασσα της εικόνας του Αγίου Νικολάου μαζί με κεριά του Επιταφίου, που χρησιμοποιούνταν ακριβώς γι’ αυτό τον σκοπό (σελ. 232). Λίγο παρακάτω (σελ. 333) γίνεται πάλι λόγος για την παροιμιώδη σιγουριά του καπετάν Περμάχου, που αψηφούσε κινδύνους, ακόμη κι όταν διαφαινόταν περίπτωση ναυαγίου. Ομως, σε χειμωνιάτικη κακοκαιρία, παραμονές Χριστουγέννων, κατά τη συνήθη επιστροφή στο νησί, η μοίρα επιφύλαξε άσχημο τέλος. Εκδηλώνονταν ιδιαίτερα έντονα φαινόμενα και η δυνατή φουρτούνα είχε ταλαιπωρήσει το αγέρωχο σκαρί, προκαλώντας ζημιές στην ιστιοφορία του. Η ξαφνική επιδείνωση του καιρού, ενώ προσέγγιζε στη Σκιάθο, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, προκάλεσε την πρόσκρουσή του στη νησίδα Ασπρόνησο, με αποτέλεσμα να παίρνει νερά, καθιστώντας δυσκολότερο τον πλου, έστω και αν η απόσταση ήταν μικρή, μιας και η σοροκάδα σάρωνε την περιοχή. Λαβωμένη η άλλοτε περήφανη «Μανουήλα» κατάφερε με κόπο να παρακάμψει, μέσα στη δυνατή θαλασσοταραχή, τη νησίδα Μαραγκός, αλλά δύσκολα υπάκουε στις μανούβρες και προσέκρουσε στη βραχονησίδα Δασκαλειό, για να καταλήξει μισοβουλιαγμένη προς την πλευρά της Πούντας. Ο καπετάν Περμάχος υπέστη ισχυρό σοκ και παράλυση από τον καημό του, που ενώ είχε αποφύγει τεράστιες δυσκολίες στα πέλαγα, ναυάγησε μέσα στο λιμάνι του νησιού του. Επειδή η ανέλκυση του σκάφους κατέστη αδύνατη, γιατί είχε υποστεί σοβαρές ζημιές μη επισκευάσιμες, άρχισε η διάλυσή του με την αφαίρεση κάθε χρήσιμου τμήματός του, επώδυνη διαδικασία που οδήγησε στον θάνατο του ιδιοκτήτη του από στενοχώρια. Στη συνέχεια το σκαρί αλαφρωμένο, μετακινήθηκε από τα κύματα προς τα αβαθή του Αγίου Γεωργίου, όπου και βρίσκουμε τα απομεινάρια του στην αρχή του διηγήματος. Η περιγραφή του ναυαγίου (σελ. 335 – 338) και πιο κάτω (339 - 340) η διάλυση του ναυαγισμένου ιστιοφόρου εντάσσονται, νομίζω, στις πλέον ναυτικές σελίδες του Μωραϊτίδη.

«Βαρκαρογιάννης» (Γ’ 343 - 369). Διήγημα που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την «Αλτανού». Ο νεαρός κεντρικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, Βαρκαρογιάννης, ταιριάζει σε πολλά σημεία με τον Μανώλη της Αλτανούς, όντας και οι δύο δεινοί θαλασσοπλόοι και ασχολούνταν με θαλασσινές ασχολίες, μεταφορές, αλιεία, έχοντας αποκτήσει βάρκα – εύρημα στις Β.Α. ακτές του νησιού. Ο Βαρκαρογιάννης, όπως και ο Μανώλης ναυαγούν και πνίγονται έπειτα από το ίδιο «παράπτωμα», την προτίμηση της ναυτικής εργασίας με ταυτόχρονη αναβολή της θρησκευτικής τους υποχρέωσης. Διαφορά υπάρχει στην αιτία του ναυαγίου, με τον Βαρκαρογιάννη να χάνεται έπειτα από ανατροπή της βάρκας του από φάλαινα, που είχε ξεπέσει στα νερά της Σκιάθου, κοντά στη νησίδα Τσουγκριάς. Ο πνιγμός του υπήρξε τραγικός, καθώς εγκλωβίστηκε στο «χαβούνι» της πλώρης. Ακόμη διαφέρει και ο χρόνος του ναυαγίου, που εδώ σημειώνεται κατά τις αρχές του φθινοπώρου. Στις σελ. 365 - 367 περιγράφεται το απροσδόκητο συναπάντημα με το κήτος και η ανατροπή της βάρκας, που οδήγησε στην απώλεια του επιβαίνοντα. Νομίζω παρουσιάζεται ενδιαφέρουσα πλήρης παράθεση διαφορών και ομοιοτήτων Αλτανούς, Βαρκαρογιάννη, δύο διηγήματα που ολοκληρώνονται με τραγικό ναυάγιο.

 ***

Βέβαια στο διηγηματικό έργο του Μωραϊτίδη συναντούμε αρκετές άλλες, σύντομες αναφορές σε φουρτούνες και ναυάγια, μέσα από τον ναυτικό βίο των συντοπιτών του.

Ας αναφέρουμε δύο περιπτώσεις:

Α) Στο διήγημα «Ο Μπάρμπα – Δήμαρχος» (Α’ 323 - 347), που δεν είναι θαλασσινό, σημειώνεται για τον γαμπρό του ομώνυμου ήρωα (σελ. 333): «Ναυαγήσας εις την Μαύρην Θάλασσαν είχε θραύσει το οστούν της αριστεράς χειρός του, η οποία αδύνατος πλέον, καθίστα αυτόν σχεδόν άχρηστον ως ναυτικόν».

Β) Στο διήγημα «Ο Δεκατιστής» (Β’ 81 - 139) υπάρχει η αναγραφή στη σελ. 131: «Υποπτεύσας ναυάγιον», όταν ο μοναχός του μικρού μοναστηριού της βραχονησίδας άκουσε τις φωνές του κυρ – Δημάκη, που είχε εγκαταλειφθεί, από την ακτή και υπέθεσε κάποιο ναυτικό ατύχημα.

Στα διηγήματα του δεινού θαλασσογράφου Μωραϊτίδη αποκαλύπτονται ενδιαφέρουσες, αλλά και ιδιαίτερα τραγικές ιστορίες ναυαγίων ή άλλων θαλασσινών ατυχημάτων.

 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
ευχαριστία
ευχαριστούμε για τα όμορφα αποσπάσματα σας από τα διηγήματα. Έφη
εφη XATZH - 2019-11-26 21:56:51
Αποστολή σχολίου
5
+
2
=