Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση του Βόλου (2/11/1881)

Τελευταία ενημέρωση: 2019-11-04, 18:52:12
Ο Δημ. Κ. Τσοποτός Αποψη του λιμανιού Βόλου πριν το 1900
Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση του Βόλου (2/11/1881)

Το επαναστατικό κίνημα του 1878 στη Θεσσαλία, παρά την αποτυχημένη κατάληξη των πολεμικών επιχειρήσεων, απέδωσε, έστω και μετά από αρκετούς μήνες, σπουδαία οφέλη. Με δεδομένη την ευμενή διάθεση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης απέναντι στα ελληνικά αιτήματα, αφού πρωτίστως και τα δικά τους συμφέροντα ευθυγραμμίζονταν στην ίδια κατεύθυνση, αποφασίστηκε από το βερολίνιο συνέδριο η προσάρτηση της Θεσσαλίας, εκτός της Ελασσόνας, και μικρού τμήματος της Ηπείρου, Αρτα, στο αρχικό κράτος του 1830, τα όρια του οποίου μόλις και μετά βίας έφθαναν έως τη Σούρπη. Ακολούθησαν οι σχετικές διαβουλεύσεις, με τις σκόπιμες κωλυσιεργίες των Τούρκων και τις τελικές διευθετήσεις διαφόρων λεπτομερειών, ώσπου να αρχίσει η σταδιακή αποχώρησή τους το 1881. Τελευταία αποδόθηκε στην ελληνική επικράτεια η περιοχή του Βόλου και του Πηλίου στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, με εορταστικές εκδηλώσεις και πανηγυρισμούς. Αλλωστε, η απελευθέρωση αποτελούσε κορυφαίας σημασίας γεγονός, παρ’ ότι ήταν αναμενόμενη και προϊόν συνθήκης, που κατακτήθηκε τελικά μέσω της διπλωματικής οδού. Ομως είχε χυθεί αρκετό αίμα πρωτύτερα.

 Τα γεγονότα, που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, είναι λίγο πολύ γνωστά, καταγραμμένα από δόκιμους ιστορικούς συγγραφείς και μνημονεύονται σε γενικότερα έργα ή επιμέρους μελέτες. Εδώ θα παρακολουθήσουμε τα πρώτα βήματα του ελεύθερου Βόλου, από τις σελίδες του βιβλίου «Ιστορία του Βόλου» του Δημ. Κ. Τσοποτού, εκδ. Καλλιτεχνικού Οργανισμού Δήμου Βόλου, 1991.

Το ξεκίνημα – Εφημερίδες και εκλογές

Ο αγέρας της ελευθερίας είχε αρχίσει να πνέει αρκετούς μήνες νωρίτερα, όταν είχαν οριστικοποιηθεί οι αποφάσεις και η τελική παράδοση των εδαφών αποτελούσε πλέον τυπική διαδικασία. Παράλληλα η πόλη παρουσίαζε ζωηρούς ρυθμούς ανάπτυξης και γίνονταν διάφορες ζυμώσεις και προετοιμασίες ενόψει του ελευθέρου βίου. Για τούτο αμέσως μετά τις 2 Νοεμβρίου οι εξελίξεις και οι αλλαγές ήταν ραγδαίες. Στις πρώτες ενέργειες καταγράφονται οι εκδόσεις τοπικών εφημερίδων, αλλά δρομολογήθηκαν και οι διαδικασίες για τη διενέργεια εκλογών. Αναφέρει ο Τσοποτός: «Ηδη από των παραμονών της εκκενώσεως του Βόλου υπό των Τούρκων ήρχισαν εκδιδόμεναι ελληνικαί εφημερίδαι, ως πρόδρομοι της εγγιζούσης πολυποθήτου ελευθερίας, η μεν «Θεσσαλία» από τις 10 Οκτωβρίου, η δε «Φωνή του Λαού» από τις 2 Νοεμβρίου 1881. Αλλ΄ ουδέν γεγονός ηδύνατο να καταστήση αισθητοτέραν την επελθούσαν ριζικήν μεταβολήν από την διενέργειαν βουλευτικών εκλογών, διά των οποίων ο λαός της πόλεως και της επαρχίας Βόλου θα απέστελλε διά πρώτην φοράν αντιπροσώπους της ελευθέρας αυτού εκλογής εις το Ελληνικόν Κοινοβούλιον, όπως εν συνεργασία μετά των αντιπροσώπων της λοιπής Ελλάδος διευθύνωσι τας τύχας της κοινής πατρίδος. Μετά πάροδον λοιπόν μόλις δύο μηνών από της προσαρτήσεως εις την Ελλάδα, ήτοι την 20ήν Δεκεμβρίου 1881, εγένοντο αι πρώται βουλευτικαί εκλογαί της επαρχίας Βόλου, εκλεγέντων εξ βουλευτών».

Ανάπτυξη και οργάνωση

Η πόλη του Βόλου τότε αριθμούσε μόλις 4.983 κατοίκους, κατά την απογραφή που έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση και παρουσίαζε μια όχι συνηθισμένη εικόνα, με την παλιά πόλη (Κάστρο) και τη νέα («Μαγαζεία»), χωρισμένες εντελώς μεταξύ τους, δίχως κανένα κοινό σημείο. Κάθε είδους ενασχόληση παρουσίαζε ρυθμούς ανόδου, με κύριους τομείς τη βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή, την οικοδομική ανάπτυξη και την εμπορική δραστηριότητα. Ετσι παρατηρούμε την ίδρυση και την οργάνωση διαφόρων υπηρεσιών. Ο λόγος πάλι στον Τσοποτό: «Ούτως ολίγους μετά την προσάρτησιν του Βόλου μήνας, ήτοι την 19 Ιουνίου 1882 εγένοντο τα εγκαίνια της ιδρύσεως της Τραπέζης Ηπειροθεσσαλίας, ήτις και διά των υποκαταστημάτων αυτής προσέφερεν εις τε τον Βόλον και την λοιπήν Θεσσαλίαν σημαντικήν οικονομικήν υποστήριξιν. Εις την σημασίαν και τη σπουδαιότητα της πόλεως, ως πρωτευούσης της επαρχίας Βόλου, ανταπεκρίνετο και η άμα τη προσαρτήσει σύστασις εν Βόλω Επαρχείου, Δημαρχείου, Πρωτοδικείου, Ειρηνοδικείου, Οικονομικής Εφορίας, Ταμείου, Ταχυδρομείου, Τηλεγραφείου, Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Αστυνομίας, Μοιραρχίας, Λιμεναρχείου, Υγειονομείου, Τελωνείου, Γυμνασίου, Σχολαρχείου, Παρθεναγωγείου και Νηπιαγωγείου. Τινά εκ τούτων … ελειτούργουν και επί τουρκοκρατίας, ως αλλαχού είδομεν ήδη» (σελ. 287).

Επίσης εξέχουσας σημασίας γεγονός, με καθοριστική συμβολή στην παραπέρα ανάπτυξη, υπήρξε η λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου – Λάρισας, που εγκαινιάστηκε στις 22/4/1884.

Το λιμάνι

Το λιμάνι αποτελούσε αναμφίβολα το μεγάλο προνόμιο της αναπτυσσόμενης πόλης, με αποτέλεσμα να δοθούν σημαντικές προτεραιότητες στη βελτίωση και την οργάνωσή του. Κατέπλεαν σε αυτό, από τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, πλοία διαφόρων χωρών, αλλά παρά την προτίμηση ετούτη οι Οθωμανοί δεν υπήρξαν ιδιαίτερα πρόθυμοι σε έργα εκσυγχρονισμού. Πάντως είχαν κινηθεί και προς αυτή την κατεύθυνση με την ίδρυση φάρων στα 1864 στα Πευκάκια και το Τρίκερι. Η μεγάλη ανάπτυξη έμελλε να δοθεί μετά την προσάρτηση στο Ελληνικό Κράτος. Περιγράφει τα πράγματα ο Τσοποτός: «Η σπουδαιότης του Βόλου ως μόνου εμπορικού λιμένος της προσαρτηθείσης Θεσσαλίας επέσυρε ως ην επόμενον σύντονον την προσοχήν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, της οποίας εν εκ των πρώτων και σπουδαιοτέρων μέτρων ήτο η σύστασις Λιμενικής Επιτροπής και Λιμενικού Ταμείου Βόλου προς ανάπτυξιν και υποστήριξιν της ναυτιλιακής και εμπορικής κινήσεως αυτού, ως θέλομεν κατωτέρω εκθέσει, κατ΄ αντίθεσιν προς την τελείαν αδιαφορίαν της τουρκικής κυβερνήσεως, ήτις ουδέ μίαν πρόνοιαν επεδείξατο ποτέ υπέρ του λιμένος του Βόλου» (σελ.287). Πιο κάτω αναφέρει το τι επακολούθησε: «Η εξαιρετική θέσις του Βόλου ως μοναδικού λιμένος της πρσαρτηθείσης Θεσσαλίας επέσυρεν αμέριστον και σύντονον την προσοχήν της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Ενεκα του αβαθούς των υδάτων της θαλάσσης παρά την προκυμαίαν, αι φορτώσεις και εκφορτώσεις των εμπορευμάτων εγένοντο επί τουρκοκρατίας δι΄αποβαθρών ξυλίνων στηριζομένων επί λιθίνων θεμελίων και εισχωρουσών εις την θάλασσαν μέχρι της σημερινής περίπου προκυμαίας». Πιο κάτω συνεχίζει ο Τσοποτός: «Μετά την προσάρτησιν του Βόλου η Ελληνική Κυβέρνησις αναγνωρίζουσα την σπουδαιότητα του λιμένος, προέβη αμέσως εις την ίδρυσιν Λιμενικής Επιτροπής και Λιμενικού Ταμείου, προς πορισμόν των διά την εκτέλεσιν των λιμενικών έργων αναγκαίων χρηματικών πόρων, γενομένων και των σχετικών μελετών».

Τα λιμενικά έργα άρχισαν το 1892 και στην πρώτη φάση τους τουλάχιστον ολοκληρώθηκαν σε μια δεκαετία περίπου.

«Θαλάσσια οικόπεδα»

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται, θαρρώ, η εκ του πονηρού απόφαση των τουρκικών αρχών να πωλήσουν σε Ελληνες ιδιοκτήτες της νέας πόλης τμήμα της θάλασσας, μπροστά από τις παράκτιες ιδιοκτησίες τους, ώστε με επιχωμάτωση να επιτύχουν αύξηση των οικοπέδων τους. Ετούτο οι Οθωμανοί το έπραξαν, αφότου είδαν ότι η κατάσταση οδηγείται προς την οριστική αποχώρησή τους και θέλησαν να εισπράξουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Οπως σημειώνει ο Τσοποτός: «Η γοργή αυτή αύξησις του τε πληθυσμού και της εμπορικής κινήσεως κατέστησε αισθητήν την ανάγκην κατασκευής λιμενικών εν Βόλω έργων, διά τα οποία η Τουρκική Κυβέρνησις είχεν επιδείξει τελείαν αδιαφορία και άγνοιαν και μόνον μετά την εκβιασθείσαν, ως ανωτέρω είδομεν, οριστικήν περί παραχωρήσεως του Βόλου απόφασίν της (26 Μαρτίου 1881), προέβησαν αι τουρκικαί αρχαί του Βόλου εις παν μέτρον δυνάμενον να προσπορίση εις το τουρκικόν δημόσιο, κατά το υπολοιπόμενον μέχρι της εκχωρήσεως βραχύ χρονικόν διάστημα, οιονδήποτε υλικόν κέρδος. Το σημαντικότερον των μέτρων τούτων ήτο η προς τους ιδιοκτήτας παραθαλασσίων οικοδομών και οικοπέδων πώλησις της αντιστοιχούσης εις αυτά θαλάσσης ωρισμένου αριθμού μέτρων, όπως μεταβάλωσιν αυτήν δι΄ επιχωματώσεως εις οικόπεδά των. Οι αγοράσαντες τοιαύτα θαλάσσια οικόπεδα έσπευδον να επιχωματώσωσι και να καταλάβωσι, δημιουργούντες ούτω και κατοχής τίτλους κατά πάσης τυχόν αμφισβητήσεως του Ελληνικού Δημοσίου».

Τσοποτός και Κορδάτος

Το έργο του Δημ. Κ. Τσοποτού αποτελεί οπωσδήποτε αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για την ιστορία του τόπου μας, ως λεπτομερές και επαρκώς τεκμηριωμένο. Ο ίδιος όμως ανήκε στην άρχουσα τάξη και φυσιολογικά αποσιωπά κάποιες αλήθειες, ανάμεσά τους και λεπτομέρειες για το θέμα των θαλασσίων οικοπέδων. Αντίθετα ο Γιάνης Κορδάτος παρουσιάζεται ιδιαίτερα οξύς και κάνει λόγο για καθαρά παράνομη συναλλαγή ανάμεσα σε Τούρκους προύχοντες και «Ελληνες παραλήδες», κατακρίνοντας και την απόφαση στη συνέχεια του Ελληνικού Δημοσίου να επικυρώσει τους παράνομους τίτλους ιδιοκτησίας. Ακόμη ο Ζαγοριανός ιστορικός, αναφερόμενος στην ίδια εποχή, καταγγέλλει τη δυσφορία των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων για την αποχώρηση των Οθωμανών, αφού «τα είχαν βρει μεταξύ τους», αλλά και τη στάση του Ελληνικού Στρατού, που αντί να υπερασπίσει τα δίκαια του λαού, έγινε προστάτης των μεγαλοτσιφλικάδων.

Στην Απελευθέρωση του Βόλου και τα κατοπινά χρόνια ο Τσοποτός πέρα από το ΚΑ’ κεφάλαιο (σελ. 286 - 292) της «Ιστορίας του Βόλου», από το οποίο καταχωρήσαμε παραπάνω τα αποσπάσματα, αφιερώνει και το επόμενο (σελ. 292 - 297) με πολλά χρήσιμα στοιχεία και πληροφορίες για την «αλματική καθ΄ όλα πρόοδο της πόλεως του Βόλου».

Ας ολοκληρώσουμε, όμως, κάπου εδώ τη σημερινή επετειακή μας αναφορά.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
5
=