Πολεμικά πλοία στον Παγασητικό το 1821

Τελευταία ενημέρωση: 2019-03-24, 18:45:06
Πολεμικά πλοία στον Παγασητικό το 1821

Του Γρηγόρη Καρταπάνη, Μέλους της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών

 

Η Επανάσταση του 1821 στο Πήλιο και τη Θεσσαλομαγνησία ξεκίνησε στις 7 Μαΐου, με στόχο την κατάληψη αρχικά του Κάστρου του Βόλου. Με πρωτοβουλία κυρίως του Μηλιώτη ιερωμένου και δασκάλου του γένους Ανθιμου Γαζή, ενταγμένου στη Φιλική Εταιρεία, είχαν συγκροτηθεί μήνες νωρίτερα ένοπλα σώματα στα περισσότερα χωριά και ανέμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για το σύνθημα του ξεσηκωμού, ενώ ήδη καταγράφονταν οι πρώτες σημαντικές νίκες στην Πελοπόννησο.

Απαιτούνταν βέβαια είσπλους του ελληνικού στόλου στον Παγασητικό, ώστε να προσβληθεί από στεριά και θάλασσα το Κάστρο, πρωταρχικός στόχος των εξεγερμένων, με ταυτόχρονη συμμετοχή και άλλων περιοχών (Βελεστίνο, Αλμυρός κ.λπ.) και γενίκευση της Επανάστασης. Οι συνδυασμένες επιχειρήσεις έπρεπε να ευοδωθούν άμεσα και να υπάρξουν ερείσματα, αφού ήταν προφανής ο κίνδυνος της επέμβασης ισχυρών τουρκικών δυνάμεων από τη Λάρισα, που θα κατέπνιγαν το κίνημα.

Την έλευση των ελληνικών πολεμικών καραβιών στον Παγασητικό και τη συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις για την άλωση του Κάστρου του Βόλου θα παρακολουθήσουμε μέσα από το ημερολόγιο του βρικίου Αγαμέμνων, με κυβερνήτη τον Αναστάσιο Τσαμαδό και συγκεκριμένα στο «Πρώτον ημερολόγιον του 1821» σελ. 8 - 28. Ο Αν. Τσαμαδός, κορυφαίος Υδραίος ναυμάχος, υπήρξε περισσότερο γνωστός ως κυβερνήτης του βρικίου Αρης, το οποίο διέφυγε ηρωικά από τον κλοιό ολόκληρου του αιγυπτιακού στόλου τον Απρίλιο του 1825 στο Ναβαρίνο, αν και ο ίδιος ο πλοίαρχος είχε σκοτωθεί νωρίτερα στην καταστροφή της Σφακτηρίας.

***

Καράβια του τρινήσιου στόλου περιπολούσαν από τις 20/4/1821 στο Ανατολικό και Κεντρικό Αιγαίο διενεργώντας νηοψίες σε διερχόμενα ιστιοφόρα και προσβάλλοντας τουρκικά πλοία. Στις 4 Μαΐου έφθασαν στη Σκιάθο, έπειτα από πρόσκληση των ντόπιων για τον εξοπλισμό καραβιών του νησιού και την εποπτεία εκστρατευτικού σώματος που είχε αποβιβασθεί. Το σκάφος του Τσαμαδού μαζί με ένα ακόμη υδραίικο αναχώρησαν «διά τον κόρφον του Βόλου» με την προσθήκη κι ενός σπετσιώτικου του καπετάν Μπόταση. Στην πορεία τους συνέχισαν τις νηοψίες σε όποιο ιστιοφόρο συναντούσαν, ώσπου το απόγευμα της 5ης Μαΐου πλησίασαν στη σημερινή Κάτω Γατζέα για να συνεννοηθούν με τα πηλιορείτικα ένοπλα σώματα: «Ωρα 6 εσπέρας, ήλθαμεν εις το Κάστρο του Βόλου και αράξαμεν υποκάτω εις το χωρίον, λεγόμενον του Αγίου Γεωργίου, ερρίψαμεν από ένα κανόνι υψώσαντες την ελληνικήν σημαίαν. Εστείλαμε δε αμέσως με το λαφιώτικο καΐκι δημαγωγικάς προκηρύξεις εις διάφορα χωρία χάσικα και βακούφικα, διά να τους διεγείρομεν εις τα άρματα και ξεχωριστά γράμματα προς τους προεστώτας με μίαν γραφήν του κυρίου Μπενάκη διά τον ενός Μηλαίας ελλόγιμον διδάσκαλον και αδελφόν κύριον Ανθιμον Γαζήν» (σελ. 15).

Οι Πηλιορείτες και οι άλλοι επαναστατημένοι ήταν ήδη έτοιμοι για εξέγερση, οργανωμένοι από τον Γαζή και τους εντόπιους οπλαρχηγούς. Απέμενε μόνο η συνεννόηση για συντονισμένη προσβολή από στεριά και θάλασσα του Κάστρου. Ωσπου να ολοκληρωθούν οι επαφές υπήρξε τουρκική απόπειρα εκδίωξης των ελληνικών πλοίων, αλλά εύκολα διαλύθηκαν οι λιγοστές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν στην ακρογιαλιά, με εύστοχο και σύντομο κανονιοβολισμό. Παρουσιάζονταν όμως και συμπεριφορές δισταγμού και απροθυμίας για συμμετοχή στην εξέγερση. Πότε με πειθώ και ενθουσιώδεις λόγους και πότε με απειλή εγκατάλειψης, οι επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων εξασφάλιζαν τη συνδρομή των δυσπιστούντων (σελ. 15 - 17). Βέβαια αναφέρονταν και υπαρκτά προβλήματα σε ό,τι αφορούσε στην άρτια οργάνωση των τμημάτων και τις συντονισμένες κινητοποιήσεις. Ο γενικός ενθουσιασμός και η έλευση του ίδιου του Ανθιμου Γαζή στα καράβια συντέλεσαν τελικά στην έναρξη του αγώνα και κάμφθηκαν οι όποιοι δισταγμοί, ώστε «πολλά ολίγοι ήσαν εκείνοι που εδίστασαν ακόμη» (σελ. 17). Ακολούθησε διαπραγμάτευση και με τους δημογέροντες των Τρικέρων κι εξασφαλίστηκε και η δική τους συμμετοχή με πλοία, οπότε έπρεπε άμεσα να αρχίσει η πολιορκία του Κάστρου: «Μαΐου 19 (σ.σ. 7/5) ημέρα Σάββατον, ώρα 11 αυγής, επαρατηρήσαμεν πολεμικά κινήματα εις την ξηράν και τάγματα αρματολών με μπαϊράκια να κινούν διά το Κάστρο, εβγάλαμεν το παμάδι όπου ετάξαμεν διά το στράτευμα και το καράβι μας έδωσε καντάρια… Εσαλπάραμεν έπειτα τα τρία καράβια και εβγήκαμεν εις τα πανιά διά τον Βώλον με μεγάλη μπουνάτσα, εφθάσαμεν τίρα κανονίου του Κάστρου. Εβγήκαμεν οι τρεις καπεταναίοι εις την ξηράν και επήγαμεν εις το γενικό στρατόπεδο εις έναν κάμπο από πλατάνους, σχεδόν μισή τίρα κανονίου από του Κάστρου, συμφώνως δε με τους εκεί ευρισκωμένους άρχοντας και αρχηγούς του στρατεύματος, επέμψαμεν γράμμα εις το Κάστρο διά να παραδοθή, του οποίου ακολουθεί το αντίγραφον… (σελ. 18 - 19).

***

Εφαρμόζοντας και την τακτική του ψυχολογικού πολέμου, υπερθεματίζεται στο «γράμμα» η ισχύς των ελληνικών δυνάμεων χερσαίων και ναυτικών. Περιγράφεται με δραματικό ύφος η περίπτωση μη συμμόρφωσης και η αντίταξη άμυνας, δίχως την παραμικρή ελπίδα διαφυγής.

Οι έγκλειστοι όμως δεν συναίνεσαν στην ειρηνική παράδοση και αποφάσισαν να αγωνιστούν, αποπέμποντας τον αγγελιαφόρο. Μόλις παρήλθε η ορισμένη προθεσμία άρχισε ο κανονιοβολισμός: «Ωρα 3 ½ εσπέρας εμβήκαν οι καπεταναίοι εις τα καράβια των και ήρχισεν το κάθε καράβι χωρίς να αράξη να κτυπά το Κάστρο, ημείς δε ερρίψαμεν από το καράβι μας κανονιαίς 8, το δε Κάστρο έρριπτε και αυτό καθ’ ημών. Ωρα 4 εσπέρας αράξαμεν τα τρία καράβια εις εν μέτριον διάστημα από το Κάστρο διά να εξακολουθήσωμεν την φωτιάν με περισσοτέραν έκβασιν. Ωρα 7 ½ εσπέρας εξακολουθήσαμεν την φωτιάν έως τώρα και έρριψεν το καράβι μας έτερα κανόνια 26 όπου με τα πρώτα 8 έγιναν ομού 34. Δεν έπαυσε και το Κάστρο να ρίψη, όμως με περισσοτέραν σπανιότητα επαρατηρήσαμεν δε ότι μόνον 5 έως 6 κανόνια του Κάστρου εδούλευαν προς την θάλασσαν από τα οποία μόνον δύο απερνούσαν τα καράβια μας. Επαρατηρήσαμεν 2 μικρά καράβια όπου εμβήκαν εις τον κόρφον και εσυμπεράναμεν να ήναι τα Τρικκεριώτικα. Επαρατηρήσαμεν ότι και το διά ξηράς στράτευμα επολεμούσε με ζέσιν, αν καλά και με μεγάλην αταξίαν. Ωρα 10 εσπέρας είδαμε ένα βρίκι όπου εμβήκεν εις τον λιμένα και το εγνωρίσαμεν δι΄ ελληνικόν.

Εμάθαμεν ότι εις το καράβι του καπετάν Λαζάρου Αναγνώστη Παππά - Μανώλη έφεραν από την ξηράν δύο λαβωμένους, ο ένας των οποίων ήτον ο καπιτάνιος της ξηράς Κυριάκος Μπασδέκης, Μακρυνιτσιώτης…».

Ετσι λοιπόν κύλησε η πρώτη μέρα της πολιορκίας του Κάστρου του Βόλου, δίχως να υπάρξουν οφέλη για τους επιτιθέμενους. Λεπτομερές το ημερολόγιο του Τσαμαδού, αναφέρεται χαρακτηριστικά στον ενθουσιώδη, αλλά ασύνδετο τρόπο που πολεμούσαν τα χερσαία ένοπλα τμήματα. Την επόμενη έγινε αντιληπτή η ταυτότητα του καραβιού που κατέπλευσε στον Βόλο το προηγούμενο βράδυ. Επρόκειτο για το σπετσιώτικο σκαρί του καπετάν Ιωάννη Κούτση που έσπευσε από τη Σκόπελο να συνδράμει στις επιχειρήσεις του Βόλου. Νωρίς - νωρίς ξανάρχισε το κανονίδι, αφού έφτασαν από το Τρίκερι πυρομαχικά, με στόχο την κατάληψη του Κάστρου: «Ωρα 7 αυγής θέλοντες παντοίω τρόπω να συνεισφέρομεν εις την ταχυτέραν κυρίευσιν του Κάστρου και να εγκαρδιώσωμεν όσο το δυνατόν τους χωρικούς, εβγάλαμε εις την ξηράν 3 κανόνια, το ένα από το καράβι μας με φουσέκια 18 και άλλα τόσα βόλια και πακέτα σμυδράλια, το άλλο από τον καπιτάν Παππαμανώλη και το άλλο από τον καπιτάν Μπότασην ή Κυριάκον. Εβγήκαν και οι 4 καπιταναίοι με τσίρκα ανθρώπους 100 από όλα τα καράβια, καθώς και ο του καραβιού μας ιερομόναχος Ιερεμίας Σιναϊτης, Κρητικός, διά να διοικήσωμεν και να συμβοηθήσωμεν τους χωρικούς, τους οποίους είδαμεν απείρους της πολεμικής και πολλώ μάλλον εστοχάσθημεν ότι έπρεπε να ήναι ανεπιστήμονες διά την αρχηγίαν…» (σελ. 21).

Κατά τη δεύτερη μέρα της πολιορκίας, όπως φαίνεται στη συνέχεια της εγγραφής του ημερολογίου, η πολιορκία υπήρξε σφοδρότερη, υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις ηρωισμού όταν πολεμιστές προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν στις επάλξεις ή να εκπορθήσουν τις πύλες του Κάστρου. Παράλληλα στάλθηκαν και ενισχύσεις προς το Βελεστίνο και τον Αλμυρό, προκειμένου να εγκλωβίσουν εκεί σημαντικές εχθρικές δυνάμεις. Ομως παρά τις προσπάθειες το Κάστρο κρατούσε γερά.

***

Η ανεπιτυχής διήμερη πολιορκία άρχισε να δημιουργεί σκεπτικισμό στην ελληνική πλευρά. Τα ένοπλα σώματα έπρεπε να ανασυνταχτούν και συντονιστούν, ενώ και οι καπεταναίοι των 4 καραβιών άρχισαν να σκέφτονται τον απόπλου, αρνούμενοι να εμπλακούν σ’ έναν χρονοβόρο αγώνα φθοράς με πιθανές δυσμενείς εξελίξεις. Μια ξαφνική έξοδος ολιγάριθμων Τούρκων προκάλεσε στην αρχή πανικό, αλλά αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, το πρωί της τρίτης μέρας της πολιορκίας κι απάνω που συνεχίζονταν οι συνομιλίες για τη συνέχιση ή όχι των επιχειρήσεων: «Επέστρεψαν εις τον τόπον της συνελεύσεως οι καπιταναίοι δεν εύρον όμως εκεί ειμή ολίγους των αρχηγών και προεστώτων, οίτινες είπαν τοις καπεταναίοις να επιστρέψωσι εις τα καράβια τους και μετά ταύτα αφού βαλθή πάλιν εις τάξιν το στρατόπεδον, τους μηνύουσιν» (σελ. 24).

Ηταν προφανές πλέον πως η πολιορκία του Κάστρου του Βόλου εκφυλλιζόταν, δίχως προοπτικές ανάκαμψης. Επιπρόσθετα η άρνηση των κατοίκων της περιοχής Αλμυρού να συνδράμουν στον αγώνα, φοβούμενοι αντίποινα των Τούρκων, δυσκόλευε κι άλλο τα πράγματα. Πάντως τα 4 καράβια συνέχισαν και την τρίτη ημέρα να βάλλουν με τα κανόνια τους. «Επολέμησαν και σήμερον τα 4 καράβια με τα κανόνια τους, καθώς και τα εις την ξηράν κανόνια, έρριψε δε κανονιές και το Κάστρον, την ώρα μάλιστα που εξέβαλλον τους 5 Τούρκους…» (σελ. 24).

***

Η πρόταση για διάνοιξη υπόγειας σήραγγας προκειμένου να επιτευχθεί η εκπόρθηση του Κάστρου δεν βρήκε αποδέκτες και οι επικεφαλής των σωμάτων σχεδίαζαν να σκαρφαλώσουν με σκάλες στα τείχη του. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με την εκτίμηση των καπεταναίων των πλοίων, που έβλεπαν την ισχνή μαχητική ικανότητα των ενόπλων τμημάτων, δεν επρόκειτο να ευοδωθεί και: «Ολα ταύτα έπρεπε να φέρωσιν εις μάκρος την κυρίευσιν του Κάστρου, ενώ τα καράβια διά την σπάνιν των προς τον πόλεμον και τροφήν αναγκαίων ήτο αδύνατον να επιμείνωσι περισσοτέρον καιρόν» (σελ. 25).

Τα καράβια ετοιμάστηκαν να σαλπάρουν, αλλά έπειτα από παράκληση των ντόπιων προεστών θα παρέμεναν «δι’ ολίγας ημέρας τα δύο σπετσιώτικα, ως μη τόσον υστερημένα από τα αναγκαία» (σελ. 25). Η έλευση ισχυρών τουρκικών δυνάμεων δημιουργούσε κλίμα ανασφάλειας και τα πλοία θα μπορούσαν να παρέχουν σχετική προστασία.

Μάλιστα κατά την τελευταία ετούτη σύσκεψη η βάρκα, που μετέφερε στην ακτή τους δύο εκπροσώπους των ενόπλων σωμάτων, βλήθηκε ανεπιτυχώς από κανόνι του Κάστρου.

Τελικά, μπροστά σ’ αυτή την τελμάτωση των εχθροπραξιών τα δύο υδραίικα καράβια αναχώρησαν το βράδυ της ίδιας μέρας.

«10 ώρα εσπέρας επέστρεψεν εις το καράβι ο καπιτάνιος μας από τον οποίον εμάθαμεν ότι ήλθεν εις το καράβι του καπετάν Παππαμανώλη ο προεστώς κύριος Χατζή Ρήγας χωρίς όμως με γράμμα των προεστώτων διά τους καπιταναίους, το οποίον δεν έλαβον καιρόν να γράψουν και μήτε να συναχθούν καταγινόμενοι πάντοτε με τας ετοιμασίας του ασάλτου και παίδευσιν του στρατεύματος. Επρόσταζε δε ο καπιτάνιος μας και εσαλπάραμεν εμβαίνοντες εις τα πανιά με την κουσέρβα μας καπιτάν Λ. Παππαμανώλη» (σελ. 26).

Η συνέχεια είναι γνωστή με την έλευση τουρκικού στρατού από τη Λάρισα, που ανάγκασε τους Ελληνες αγωνιστές να συμπτυχτούν στο Πήλιο, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια κατάληψης του Κάστρου, ενώ έπνιξαν και την εξέγερση στο Βελεστίνο με σφαγές και καταστροφές κατά την προσφιλή οθωμανική τακτική. Από τα ένοπλα ελληνικά σώματα αλλά διαλύθηκαν και άλλα υποχώρησαν συντεταγμένα δίνοντας μάχες ώς το Νότιο Πήλιο, έως ότου εξέλιπε κάθε επαναστατική δραστηριότητα. Οχι όμως για πολύ, καθώς εκδηλώνονται κατά τον επόμενο κυρίως χρόνο νέες κινήσεις με την έλευση και μακεδονικών σωμάτων υπό τον Καρατάσο που απασχόλησαν στην περιοχή του Τισαίου για αρκετούς μήνες σημαντικές τουρκικές δυνάμεις. Η Επανάσταση επρόκειτο να συνεχιστεί, μ’ όλα τα εγγενή της προβλήματα, μόνο στη Νότια Ελλάδα. Το ημερολόγιο του πλοιάρχου Αν. Τσαμαδού καταγράφει με αρκετές λεπτομέρειες τα ναυτικά δρώμενα και όχι μόνο, στις τέσσερις ημέρες της πολιορκίας του Κάστρου του Βόλου.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
7
=