ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

Σπουδαίο μνημείο χριστιανισμού

σπουδαίο-μνημείο-χριστιανισμού-153950

Το κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο

Είναι το μοναδικό ελληνικό νεκροταφείο από τα σπουδαιότερα μνημεία του χριστιανισμού. Οπως και στην Αλεξάνδρεια ιδρύεται με τις ευλογίες του Μοχάμετ Αλη το 1856.

Από τα τέλη του 15 αιώνα ό χώρος έχει πολλαπλό προορισμό στη χριστιανική ιστορία της Αιγύπτου. Εκτός από μοναστήρι «μοναζουσών παρθένων» χρησιμοποιείται ως νοσοκομείο, γηροκομείο, πτωχοκομείο, ξενοδοχείο, σχολείο, νεκροταφείο.

Τον Απρίλιο του 1751 χαρακτηριστικά αναφέρεται η εξής πληροφορία από τον Χιώτη ιατροφιλόσοφο Ευστράτιο Αργέντη «Ο Πατριάρχης εδιόρθωσεν εν τω παλαιώ Μισίρι (παλαιό Κάιρο) το μοναστήριον του αγίου Γεωργίου , όπερ εστίν ομού και μοναστήριον και νοσοκομείον και πτωχοτροφείον και γεροντοκομείον, ένθα εισί πλησιέστατα και τα μνημεία των Χριστιανών».

Το 1856 γίνεται η πρώτη πρωτοβουλία ίδρυσης από πατριαρχικούς –εκκλησιαστικούς κύκλους με τη συμπαράσταση λαϊκών (μη κληρικών)της «ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ». Η δεύτερη πρωτοβουλία, συνέχεια της πρώτης γίνεται το 1904 από άτομα της ομογένειας με επιχειρηματική δραστηριότητα με την ίδρυση της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ», η οποία φροντίζει για την επίλυση των προβλημάτων.

Το 1932 η οδός από την είσοδο προς το κοιμητήριο συνολικού εμβαδού 554 τ. μ. είναι στρωμένη «δια πλακών ασφάλτου» δωρεά 44.232 γρ. δ. του Σοφ. Δάφτσιου και την ίδια χρονιά ο Θεοφάνης Ευστρατίου πλακοστρώνει το νάρθηκα του νεκροταφείου, 32 τ.μ. έναντι 960 γρ. δ. Εκεί βρίσκονται οι τάφοι των μεγάλων ευεργετών, το μνημείο του άγνωστου αεροπόρου και το ηρώο πεσόντων στη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Επίσης, υπάρχουν σπουδαία έργα μεγάλων γλυπτών όπως του Ν. Κοτζαμάνη, Γεώργιου Α. Μπονάνου, Κωνσταντίνου Φ. Φώσκολου, Θεόδωρου Μ. Ζέρβα.

Στην είσοδο του νεκροταφείου βρίσκεται το μουσείο – σκευοφυλάκιο της μονής.

Στην ανατολική πλευρά δεσπόζει το νεκροταφείο των Κοπτών με τα περίτεχνα μαυσωλεία και στον υπόλοιπο χώρο βρίσκονται τα ταφικά μνημεία των ορθοδόξων τα οποίαδιακρίνονται σε μαυσωλεία που μιμούνται την αρχαία γλυπτική των Αθηνών, σαρκοφάγους με ανάγλυφο διάκοσμο, σταυρούς ανάγλυφους, αγγέλους πάνω σε ανάγλυφο βάθρο σε στάση δέησης, γυναίκα δεομένη ή πενθούσα, στήλες με προτομές, σταυρούς ανάγλυφους και λίγα απλά μνημεία. Από το 1825, ενταφιάζονται εδώ οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και δίπλα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πολλοί από τους τάφους ανήκουν σε Κρητικές οικογένειες της παλαιότερης Αιγύπτου.

Μερικά μνημεία περιβάλλονται από σιδερένιο κιγκλίδωμα. Οι επιτύμβιες επιγραφές είναι οι περισσότερες ξεθωριασμένες ωστόσο βεβαιώνουν τον κτήτορα, την καταγωγή, την αιτία θανάτου και το βαρύ πένθος της οικογένειας.

Είναι θαμμένοι σπουδαίοι άνδρες της ελληνικής παροικίας ενδεικτικά παρουσιάζονται τα μνημεία των Χαράλαμπου Παρασκευϊάδη, Κων/νου Βελή, αφών Αμπετ 1860, Αλεξάνδρου Σπέντζα, (έργο του Γ. Μπονάνου 1910), Κων/ου Σάββα (1923), Πολυξένης Βαϊνά, Στέργιου Σαμαρόπουλου και οικ. Φρόνιμου. Τα τρία τελευταία επιλέχτηκαν όχι για την καλλιτεχνική τους αξία αλλά για το γεγονός ότι οι θανόντες ήταν από Βόλο και Ζαγορά.

Από τα νεότερα μνημεία είναι «του άγνωστου αεροπόρου» και το «ηρώο πεσόντων στη μάχη του Ελ Αλαμέιν».

Βιογραφίες γλυπτών

Βιογραφία των αδελφών Κοτζαμάνη

Οι Ανδριώτες αδελφοί Κοτζαμάνη, ο Ιωάννης (1860-1923) και ο Αριστείδης (1862-1928) με τον τρίτο αδελφό τους Δημήτριο (1877-1939), ήταν ιδιοκτήτες εργοστασίου κατεργασίας μαρμάρων και μαρμαρογλυφείου υπό την επωνυμία «Η Εργάνη Αθηνά» και προμηθευτές της βασιλικής αυλής στην Γ’ Σεπτεμβρίου 28, στη στοά Κοτζαμάνη, μεταξύ Χαλκοκονδύλη και Καποδιστρίου,

στην οδό Αναπαύσεως 15, όπου στεγάζονταν παλιότερα τα μαρμαρογλυφεία Λαμπαδίτη.

Του γλύπτη Θ. Ζέρβα δεν υπάρχουν στοιχεία.

Του γλύπτη Κώστα Φώσκολου

Τήνος 1875-1941. Σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών κοντά στον Γεώργιο Βρούτο. Άφησε σχετικά λίγα έργα. Καταπιάστηκε και με διακοσμητικά γλυπτά που κατασκεύασε από παπιέ-μασέ. Από την ίδια ύλη δημιούργησε και τη μεγάλη σκηνογραφία του « Προμηθέα Δεσμώτη» για τις Δελφικές γιορτές του 1927.Έργα:

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΤΥΡΟΣ, Η ΥΨΩΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ, ΧΡΗΣΜΟΔΟΤΗΣΙΣ, Ο ΛΕΝΙΝ Η Ο ΑΓΟΡΗΤΗΣ, ΣΑΡΛΩ, ΚΕΦΑΛΙ ΘΛΙΜΜΕΝΗΣ ΚΟΡΗΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, ΔΟΞΑ.

Τα σημαντικότερα γεγονότα του βίου του είναι: Η συνεισφορά του στη Γλυπτική, και γενικότερα στην Τέχνη.

 

Βιογραφία του Γεωργίου Μπονάνου (1863 –  1939 – 1940)

Ο Γεώργιος Μπονάνος είναι ένας από τους πιο ονομαστούς γλύπτες των νεότερων χρόνων.
Γεννήθηκε στο Βουνί της Κεφαλονιάς το 1863 και σπούδασε στην Αθήνα και στη Ρώμη. Σπούδασε στο σχολείο των τεχνών κοντά στον Λά­ζαρο Φυτάλη και Λεωνίδα Δρόσο. Μαθήτεψε στο εργαστήρι του Δημητρίου Φιλιππότη, όπου γνώρισε την επεξεργασία μαρμάρου.

Με την ενίσχυση των αδελφών του συνέχισε τις σπουδές του για πέντε χρόνια ακόμη, στο Reggio Institute) της Ρώμης. Στο σχολείο των Τεχνών διαδέχτηκε τον Λεωνί­δα Σώχο. Παραιτήθηκε όμως λίγες μέρες μετά το διορισμό του.

Ως ανδριαντοποιός προώθησε σ’ ένα αποκορύφω­μα τις δυνατότητες του Γεωργίου Βιτάλη και Δημη­τρίου Φιλιππότη, ενώ στα επιβλητικά επιτύμβια φάνηκε μοναδικός στη μπαρόκ σύλληψη. Υπήρξε ο παραγωγικότερος και αξιολογότερος γλύπτης της μεταβατικής περιόδου από τον κλασικισμό στο ρεαλισμό. Ασχολήθηκε μ’ όλα τα είδη γλυπτικής: προτομές, ανδριάντες, ταφικά μνημεία, συνθέσεις, εικονοστά­σια εκκλησιών. Χαρακτηριστικό του έργο η «Κοιμωμένη», στον τάφο της οικογένειας Π. Σταμπολτζή στο Α’ Νεκρόταφειο Αθηνών.

Τα έργα του υπάρχουν στην Κεφαλονιά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
Εργα στην Κεφαλονιά είναι το μνημείο Τουλ στο αγγλικό νεκροταφείο του Αργοστολίου, πολλά έργα στο ελληνικό νεκροταφείο, στο Δράπανο είναι η σύνθεση «Ψυχή», μνημείο Βαλλιάνου στον Άγιο Βασίλη, μνημείο Ιακωβάτων στο Ληξούρι, κεφάλι Υγείας στο σπίτι Γκεντιλίνη-Κοσμετάτου στο Αργοστόλι κ.ά. Σε άλλα μέρη της Ελλάδος είναι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στο Χάνι της Γραβιάς, Πάρις στη συλλογή Ανδρέα Συγγρού κ.ά.

Χαρακτηριστική είναι η αυτοβιογραφία του: «Εγεννήθην το 1863 εις χωρίον Βουνί του Δήμου Κατωγητών της Κεφαλληνίας, οι γονείς μου με προόριζαν δια το εμπόριον, εις ηλικίαν 10 ετών ήλθα εις τας Αθήνας και τότε ένοιωσα να ξυπνά μέσα μου η αγάπη προς την θείαν Τέχνην του Φειδίου και του Πραξιτέλους, εις ηλικίαν 12 ετών ενεγράφην εις την Σχολήν των Καλών Τεχνών καταταγείς εις το Τμήμα της Γλυπτικής του οποίου καθηγητής την εποχήν εκείνην ήτο ο διαπρεπής γλύπτης Λεωνίδας Δρόσης. Μετά επταετίαν απεφοίτουν εκ της σχολής και ήρχισα να εργάζομαι εις το εργαστήριον του μεγάλου μας γλύπτου Δημ. Φιλιππότη, εκεί εδημιούργησα και το πρώτον μου έργον (τον Νάρκισσον) αγορασθέν από τον κ. Χατζόπουλον.

Με τα χρήματα εκείνα ανεχώρησα αμέσως εις Ρώμην, όπου τότε ήκμαζε η γλυπτική τέχνη και εισήχθην εις την εκεί σχολήν των Καλών Τεχνών, εις την σχολήν εφοίτησα τρία έτη και μετά την αποφοίτησίν μου παρέμεινα εις την Ρώμην επί πέντε έτη εργαζόμενος, εις την Ρώμην εξετέλεσα και το πρόπλασμα του ανδριάντος του Ανδρέα Μιαούλη εγκριθέντα κατόπιν προκηρυχθέντος διαγωνισμού εν Ελλάδι, ως γνωστόν ο ανδριάς αυτός ευρίσκεται εις την Σύρον. Εις την Ρώμην εξετέλεσα και άλλα έργα ως τον Έλληνα δεσμότην γυμνόν υπερφυσικού μεγέθουςβραβευθέν εις την παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων του 1889 και ευρισκόμενον ήδη εις το εργαστήριόν μου εκτελεσμένο εις το μάρμαρο, ως και τον Πάριν επίσης γυμνόν φυσικού μεγέθους αγορασθέντα παρά του Ανδρέα Συγγρού ευρίσκεται δε εις τα Ανάβριτα, όπου αρχικώς ετοποθετήθη, ήδη Γεωργικήν Σχολήν κληροδότημα Συγγρού.

Επανελθών εις την Ελλάδα εγκατεστάθην εις το εργαστήριον του αποθανόντος γλύπτου Λεων. Δρόση παρά την συνοικίαν Βάθης, όπου νυν το γκαράζ του Δήμου Αθηναίων, και εκεί πλέον υπό την σκιάν του μεγάλου διδασκάλου επεδόθην εις τας νέας μου δημιουργίας τας οποίας εξετέλεσα όλας εις το μάρμαρον, διότι επρέσβευον έκτοτε ότι τα γλυπτικά έργα δεν πρέπει να βλέπουν το φως της δημοσιότητος εάν δεν εκτελεσθούν εις το μάρμαρον.

Μεταξύ των εκτελεσθέντων έργων μου είναι η Κυνηγέτης, γυμνόν υπερφυσικού μεγέθους εις το μάρμαρο, η Φιλοδοξία, ανάγλυφον υπερφυσικού μεγέθους εις το μάρμαρο, η Δύναμις του Ερωτος, Ευρώπη και Κρήτη, ανάγλυφον υπερφυσικού μεγέθους εις το μάρμαρο, Αγγελος ιπτάμενος, υπερφυσικού μεγέθους μνημείον Τουλ Κεφαλληνία, η Ιστορία, ανάγλυφον υπερφυσικού μεγέθους μνημείον Ιακοβάτων Κεφαλληνία, η Ναυτιλία, άγαλμα υπερφυσικού μεγέθους μνημείον Ζυγομαλά Χίου, ο Ιησούς Χριστός μεγάλο ανάγλυφο μνημείον Τρέκα και πλήθος άλλων παραστάσεων ως αι τέσσερις ώραι του έτους εις το μάρμαρον ευρισκόμεναι εις το εργαστήριόν μου.»

 «Η Τέχνη και δη η γλυπτική προάγονται δια της εργασίας, ουδεμίαν άλλην απόλαυσιν είχον εις την ζωήν μου, τα πάντα ήτο το εργαστήριόν μου.

Όταν δεν είχα εμπνεύσεις ιδικάς μου συνεπλήρωνα αρχαία αγάλματα, εκατοντάδας αγαλμάτων και αναγλύφων συνεπλήρωσα και εξετέλεσα εις το μάρμαρον μελετών τους μεγάλους γλύπτας της αρχαιότητος.

Η αγάπη μου αύτη με έκανε να μη δεχθώ την κατ’ επανάληψιν προσφερθείσαν μοι θέσιν ως καθηγητού της γλυπτικής εις την Ανωτάτην Σχολήν των Καλών Τεχνών.» «Το 1913 εδέχθην και ανέλαβα ……αλλά παραιτήθην….διότι επίστεψα ότι ουδέν καλόν ήτο δυνατόν να προκύψη. Και εγώ μεν από εργάτης της Τέχνης θα μεταβαλόμην εις αργόμισθον υπάλληλον εις βάρος του Δημοσίου……οι μαθηταί λόγω ελλείψεως μέσων θα παρέμενον εις το σκότος….

Παρηγορούμαι διότι εις τας δυσμάς του βίου μου η φωτεινή διάνοια των Κυβερνώντων σήμερα το κράτος υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου Μεταξά απέβλεψεν εις τον σκοπόν αυτόν και έθεσεν τας βάσεις μιας οργανώσεως δια την πρόοδον της Τέχνης και την ευημερίαν των Καλών Τεχνών.

Αθήναι τη 14 Ιουνίου 1938».

Εγγραφείτε στο Newsletter του Ταχυδρόμου