Επειδή δεν δημιουργήθηκε ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί – Σε αβεβαιότητα η νέα γενιά εξαιτίας των πολέμων, κρίσεων αλλά και της κλιματικής αλλαγής
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις τέσσερις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στις οποίες οι γεννήσεις παιδιών έχουν καταρρεύσει, στη γενιά του ’82 και μετά, επειδή τα ίδια τα κράτη δεν δημιούργησαν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τη δημιουργία οικογένειας. Ακόμη όμως και στις χώρες που ανέπτυξαν αποτελεσματικές πολιτικές για τη στήριξη της οικογένειας, την τελευταία δεκαετία καταγράφονται σημαντικές αλλαγές. Ο αριθμός των παιδιών που θα αποκτήσουν οι γεννημένοι μετά το ’90 εκτιμάται ότι θα είναι μικρότερος του επιθυμητού, καθώς οι νέες γενιές φαίνεται να διακατέχονται από οικολογικό άγχος αλλά και από αβεβαιότητα για το μέλλον, εξαιτίας των κρίσεων όπως πόλεμοι, πανδημίες.
Τα παραπάνω αποκαλύπτει έρευνα των καθηγητών δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδρυτικών μελών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, κ.κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη και Αναστασίας Κωστάκη. Μελέτησαν τον αριθμό των παιδιών που έκαναν οι γενιές του ’50 και του ’80 σε 25 ευρωπαϊκές χώρες και διαπίστωσαν την πτωτική πορεία των γεννήσεων αλλά με εξαιρετικά διαφοροποιημένους αριθμούς.
Όπως καταγράφεται στην έρευνα, σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε. καταγράφεται στις γενεές που γεννήθηκαν μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (σε μερικές δε ακόμη και πριν το πόλεμο) μια μείωση του αριθμού των παιδιών που έκαναν, και, στη συνέχεια, και μια αύξηση της μέσης ηλικίας στην απόκτησή τους. Ταυτόχρονα, από όλες τις διαθέσιμες έρευνες, προκύπτει ότι σε όλες αυτές τις χώρες τα ζευγάρια που γεννήθηκαν από το 1952 έως και το 1982 επιθυμούσαν να αποκτήσουν περισσότερα από δύο παιδιά κατά μέσο όρο. Είναι γνωστό επίσης, ότι, ακόμη και στις χώρες εκείνες που υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών, όλες οι μεταπολεμικές γενεές έκαναν λιγότερα παιδιά από αυτά που επιθυμούσαν.
«Το ευρύτερ φυσικά περιβάλλον για την δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση απογόνων έχει αλλάξει μεταπολεμικά. Σε όλες αυτές τις χώρες, αν και με διαφοροποιημένους ρυθμούς, καταγράφονται: έξαρση του ατομικισμού και ανάδυση μιας επιθυμίας για αυτό-εκπλήρωση, ταχύτατη αστικοποίηση και μείωση του αγροτικού πληθυσμού, μαζική είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας, αύξηση του χρόνου παραμονής – ιδιαίτερα των γυναικών – στο εκπαιδευτικό σύστημα, εμπόδια – στις γυναίκες ιδιαίτερα – για έναν ικανοποιητικό συνδυασμό οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας, έμφυλες διακρίσεις, αύξηση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, διάχυση των σύγχρονων και αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης, και, στις νεότερες γενεές αυξανόμενες δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας και πρόσβασης σε κατοικία. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν κυρίως από τον περιορισμό του ρόλου του παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου υπέρ αυτού των δυο εργαζομένων γονέων (σε συμβίωση ή σε γάμο), μοντέλου ιδιαίτερα εύθραυστου, εξ ου και η ταχύτατη αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών», καταγράφει η έρευνα των κ.κ. Κοτζαμάνη και Κωστάκη.
Κάποιες χώρες έλαβαν έγκαιρα υπόψη και τις αλλαγές αυτές και ανέπτυξαν, εκτός των άλλων, και στοχευμένες πολιτικές, άλλες όμως όχι με αποτέλεσμα την ταχύτατη μείωση του αριθμού των παιδιών ανάμεσα σε αυτούς που γεννήθηκαν το 1952 και σε όσους γεννήθηκαν το 1982.
Ακραία χαμηλή διαγενεακή γονιμότητα στην Ελλάδα
Στην έρευνα επιχειρείται καταγραφή των επιπέδων γονιμότητας στις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1952 και σε αυτές που γεννήθηκαν το 1982, σε τέσσερις ομάδες χωρών.
-10 χώρες (Βέλγιο, Δανία, Φιλανδία, Γαλλία, Ολλανδία, Λετονία, Σουηδία, Εσθονία, Νορβηγία, Λιθουανία) στις οποίες η γενιά του 1952 είχε μια πολύ υψηλή γονιμότητα (από 1,80 έως και 2,12 παιδιά/γυναίκα) και που συνεχίζουν να έχουν από τους υψηλότερους δείκτες και στη γενεά του 1982 καθώς η όποια πτώση -όταν και αν υπάρχει,- είναι εξαιρετικά περιορισμένη (λιγότερα από -0,2 παιδιά /γυναίκα ανάμεσα στις δυο προαναφερθείσες γενεές).
-5 χώρες (Σλοβακία, Πορτογαλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Τσεχία) που ενώ χαρακτηρίζονταν από μια εξαιρετικά υψηλή γονιμότητα (1,94 έως 2,28 παιδιά) στην γενεά του 1952, είχαν μια έντονη -αν και σχετικά συγκρατημένη πτώση της στις επόμενες γενεές με αποτέλεσμα να εντάσσονται στη γενεά του 1982 στις χώρες «ενδιάμεσης» διαγενεακής γονιμότητας (1,69 -1,55 παιδιά/γυναίκα).
-6 χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Κροατία, Λουξεμβούργο, Σλοβενία, Ελβετία) με μεσαία γονιμότητα τόσο στη γενεά του 1952 όσο και σε αυτήν του 1982 (1,76 -1,84 παιδιά/γυναίκα και 1,59-1,71 αντίστοιχα). Οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από μια περιορισμένη πτώση του αριθμού των παιδιών ανάμεσα στις δυο αυτές γενεές.
-4 χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Ελλάδα) οι οποίες ενώ είχαν από την υψηλότερη γονιμότητα (1,85-2,14 παιδιά/γυναίκα) στη γενεά του 1952, έχουν λιγότερα από 1,5 παιδιά στη γενεά του 1982 εξαιτίας των ισχυρών πτωτικών τάσεων (μείωση από 0,4 έως 0,75 παιδιά/γυναίκα). Οι χώρες αυτές εντάσσονται έτσι πλέον στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών με ακραία χαμηλή διαγενεακή γονιμότητα.

Σε αβεβαιότητα η νέα γενιά
Οσον αφορά τις νεότερες γενιές η όποια πρόβλεψη για τον αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσουν είναι δύσκολη, σύμφωνα με τη μελέτη. Εκείνο που πρέπει μόνον να σημειωθεί είναι ότι ακόμη και στις χώρες εκείνες όπου η γονιμότητα της γενεάς του 1982 είναι ακόμη υψηλή αγγίζοντας τα δύο παιδιά ανά γυναίκα, την τελευταία δεκαετία καταγράφονται σημαντικές αλλαγές.
Αναδύεται π.χ. ένα «οικολογικό άγχος», ενισχύεται η αβεβαιότητα των νεότερων γενεών για το μέλλον εξαιτίας εξωτερικών κυρίως παραγόντων (διεθνείς συγκρούσεις – κρίσεις και πανδημίες), αυξάνονται ταχύτατα τα ομόφυλα ζευγάρια, συρρικνώνεται το κράτος πρόνοιας και αρχίζει να συζητείται ακόμη και η αλληλεγγύη μεταξύ κοινωνικοοικονομικών ομάδων και γενεών. Επομένως και στις χώρες αυτές αναμένεται στις γενεές Ζ -τους γεννηθέντες δηλαδή μετά το 1990- μια μείωση τόσο του επιθυμητού όσο και του τελικά αποκτώμενου αριθμού παιδιών.
ΕΛΕΝΗ ΧΑΝΟΥ




