Απόστολος Παπατόλιας: Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού

Απόστολος Παπατόλιας: Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί την ερχόμενη Δευτέρα, ο Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Paris X – Nanterre, Σύμβουλος του ΑΣΕΠ και πρώην Νομάρχης Μαγνησίας μιλά στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ

 

H διαχείριση της πανδημίας του Covid - 19 έφερε στο προσκήνιο και μια πραγματική «πανδημία ερμηνειών» σχετικά με το Σύνταγμα, τους θεσμούς, τα δικαιώματα, τη δημοκρατία, καθώς και τη σχέση του Κράτους με την παγκοσμιοποίηση και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Τα ερωτήματα, που αναδείχθηκαν στον δημόσιο διάλογο, ήταν ποικίλα και προκλητικά. Διαταράχθηκε το Σύνταγμα από τους περιορισμούς, που επιβλήθηκαν στα δικαιώματα και τη λειτουργία της δημοκρατίας; Επηρεάστηκε η αυτονομία της πολιτικής από την κυριαρχία των «ειδικών»;

Πώς αντιμετωπίζεται η διεύρυνση των ανισοτήτων και πώς διατυπώνονται τα πολιτικά διλήμματα σε εποχές πανδημίας; Υποχωρεί πράγματι η παγκοσμιοποίηση και επιστρέφουν δυναμικά τα κυρίαρχα Εθνικά Κράτη; Επανέρχεται στο προσκήνιο ο παραδοσιακός κεϋνσιανισμός ή μήπως αναδύεται ένας παρεμβατισμός «νέου τύπου»; Πώς αξιολογείται η παρεμβατική δράση της ΕΕ και με ποιο τρόπο η αντιμετώπιση της κρίσης διέρχεται από την οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης;

Απαντήσεις στα ερωτήματα δίνονται στο νέο βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια με τίτλο: Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία.

Το βιβλίο (εκδόσεις Παπαζήση, από τη σειρά: Πολιτεία, Θεσμοί, Δικαιώματα) θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη Δευτέρα 6 Ιουλίου. Ο Απόστολος Παπατόλιας, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Paris X – Nanterre και Σύμβουλος του ΑΣΕΠ, πρώην Νομάρχης Μαγνησίας (2006-2010), μιλά στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του.

-Στη διάρκεια της πανδημίας υπήρξε περιστολή δικαιωμάτων για την προστασία της δημόσιας υγείας, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και αλλού. Πώς αξιολογήθηκε αυτή η πρακτική από την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου; Πιστεύετε ότι αυτοί οι περιορισμοί θα επηρεάσουν και τις μετα-πανδημικές θεσμικο-πολιτικές διευθετήσεις;

-Για τη συνταγματική προσέγγιση που κυριάρχησε εν ώρα κρίσης, οι περιορισμοί στις ελευθερίες δικαιολογήθηκαν από την επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστεί μια φονική πανδημία. Η ελευθερία της κίνησης όφειλε, συνεπώς, να υποχωρήσει έναντι του «απόλυτου σεβασμού» σε υπέρτερα συνταγματικά αγαθά ή «αστάθμητα» δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή και την υγεία. Οι περιορισμοί της ελευθερίας κυκλοφορίας, καθώς και όλων εκείνων που συνδέονται με αυτήν (της εργασίας, του συνέρχεσθαι, της δημόσιας θρησκευτικής λατρείας και της εν γένει συμμετοχής στην κοινωνική ζωή) κρίθηκαν επιβεβλημένοι στον βαθμό που αποτελούσαν μέσο προστασίας του θεμελιώδους συλλογικού δικαιώματος στην υγεία. Αυτή η κατά κόρον επίκληση της συλλογικής έκφρασης δικαιωμάτων και αγαθών και της υποχρεωτικής κρατικής προστασίας τους συνιστά, κατά την άποψή μου, το μείζον συνταγματικό διακύβευμα της πανδημίας, που θέτει σε μια ιδιότυπη «κατάσταση αργίας» τη φιλελεύθερη ροπή του Συνταγματικού Δικαίου.

Πέρα, από τις πολιτικές σκοπιμότητες της αντιπαράθεσης για τη συνταγματικότητα των περιορισμών, η προβληματική που αναπτύσσεται εγγράφεται σε ένα νέο δημόσιο αφήγημα για το σύγχρονο ρόλο του συνταγματικού κράτους, που αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τις μετα-πανδημικές θεσμικο-πολιτικές διευθετήσεις. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 σημαίνοντες κοινωνιολόγοι είχαν επισημάνει τις κοσμογονικές αλλαγές που φέρνει στο προσκήνιο ο πολλαπλασιασμός των «ασύμμετρων» απειλών, όπως οι υγειονομικές κρίσεις, η τρομοκρατία, τα πυρηνικά ατυχήματα, οι φυσικές καταστροφές, καθώς και οι διατροφικές, ενεργειακές και οικολογικές επισφάλειες. Αυτές οι απειλές της «εποχής της διακινδύνευσης» μετατοπίζουν δομικά τα όρια του Κράτους από τα παραδοσιακά καθήκοντα της πρόνοιας ή της αναδιανομής σε εκείνα της πρόληψης, της διαχείρισης και της αποτροπής των νέων κινδύνων. Παράλληλα, κερδίζει συνεχώς έδαφος η άποψη για τη συνταγματική αναγνώριση ενός εγγενώς περιοριστικού «Κράτους Πρόληψης», το οποίο αενάως θα προσαρμόζεται στις έκτακτες ανάγκες, χωρίς να απαιτείται κάποια τυπική ή επίσημη συνταγματική μεταβολή. Η προσέγγιση αυτή διαγιγνώσκει το «τέλος της εποχής των δικαιωμάτων», σηματοδοτώντας την αυτοδιάλυση της σύγχρονης μεταπολεμικής συνταγματικής θεωρίας, η οποίαδεν θα εμπνέεται πλέον από την απελευθερωτική αντίληψη της «επινόησης του καλύτερου», αλλά από τον ανθρωπολογικά απαισιόδοξο στόχο της «αποφυγής του χειρότερου». Εδώ εντοπίζεται ένας υπαρκτός κίνδυνος για τη συνταγματική δημοκρατία, στο μέτρο που παρέχεται «εν λευκώ εξουσιοδότηση προς το Κράτος» να προσβάλλει τις ελευθερίες και να καταργήσει πλήρως τις εγγυήσεις του φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματισμού.

-Το ισχυρό αίτημα για προστασία της ασφάλειας και της δημόσιας υγείας σηματοδοτεί και την αναβάθμιση των συνταγματικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων; Ποιος ρόλος επιφυλάσσεται στα δικαιώματα αυτά, δεδομένης της όξυνσης των ανισοτήτων σε εποχές πανδημίας;

-Επιτρέψτε μου να ξαναπιάσω την έννοια του «Συνταγματικού Κράτους Πρόληψης», σύμφωνα με την οποία το «σύνολο» προτάσσεται πλέον έναντι του «ατόμου». Σήμερα, καλλιεργείται η απατηλή εντύπωση για μια δήθεν καθολική και αταξική ανταπόκριση του Κράτους στο αίτημα για ασφάλεια, ενώ λησμονείται συστηματικά ότι η κατάσταση ανάγκης διαβαθμίζεται ανάλογα με την κοινωνική θέση του καθενός. Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: Γιατί οι «έκτακτες ερμηνείες» του Συντάγματος επιστρατεύονται επιλεκτικά για να δικαιολογήσουν τον κρατικό «ακτιβισμό» στον τομέα της ασφάλειας, αλλά παρέχονται «με το σταγονόμετρο», όταν πρόκειται να θεμελιώσουν δράσεις κοινωνικής επανόρθωσης; Στην πραγματικότητα, το ισχυρό αίτημα για ρυθμιστική παρέμβαση της Πολιτείας δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχη επίκληση των συνταγματικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά αντιθέτως καταβάλλονται προσπάθειες να αποδυναμωθεί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας τους.

Βεβαίως, δεν λείπουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η ικανότητα του Κράτους να διασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών θα είναι το «τελικό πεδίο αξιολόγησης» της ανθεκτικότητας των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, ιδίως όσο θα επιτείνεται η προϊούσα οικονομική κρίση. Αυτή η αποστολή φαντάζει, πράγματι, ιδιαίτερα σύνθετη και ευαίσθητη, καθώς το Κράτος πρέπει όχι μόνο να κατανείμει δίκαια τα βάρη της κρίσης, αλλά και να ιεραρχήσει προσεκτικά τις παρεμβατικές προτεραιότητες στο περιβάλλον μιας ήδη εύθραυστης οικονομίας. Πρώτα από όλα, όμως, πρέπει να εξαντληθεί το οπλοστάσιο του Συνταγματικού Δικαίου, προκειμένου να δικαιολογηθούν εκείνες οι δημόσιες παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν συνθήκες ισότιμης διανομής των κοινωνικών αγαθών (υγεία, βασικές βιοτικές ανάγκες, εργασία), που υπέστησαν πρωτόγνωρα πλήγματα λόγω πανδημίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θα αποκτούσε νέο νόημα και η προσθήκη της πρόσφατης αναθεώρησης στην παρ. 1 του άρθρου 21 του Συντάγματος ότι «το Κράτος μεριμνά για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, όπως νόμος ορίζει».

Εν μέσω πανδημίας, αναδεικνύονται δύο τάσεις ως προς τα κοινωνικά δικαιώματα: εκείνη που επισημαίνει ότι οι κρατικές παροχές περιορίζονται από τις «δημοσιονομικές δυνατότητες» της χώρας και το «εχθρικό οικονομικό περιβάλλον» και εκείνη που υποστηρίζει ότι είναι η οικονομική πολιτική που πρέπει να προσαρμοστεί στην ανάγκη παροχής υψηλού επιπέδου κοινωνικών υπηρεσιών και όχι το αντίθετο. Κατά τη γνώμη μου, ανεξάρτητα από τα περιθώρια άσκησης μιας κυβερνητικής πολιτικής, ο «κανονιστικός πυρήνας» των κοινωνικών δικαιωμάτων δεσμεύει το νομοθέτη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και ως προς το «αν» και ως προς το «πώς» και ως προς το «πότε» θα αναπτυχθεί μια προστατευτική δράση. Πρέπει, επειγόντως, να γίνει κοινή πεποίθηση είναι ότι τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν «γνήσιες συνταγματικές επιταγές», που επιτρέπουν τον, εξίσου σημαντικό με τον ατομικό, «κοινωνικό αυτοκαθορισμό» του πολίτη.

-Κάποιοι εξαίρουν τον ενισχυμένο ρόλο του κράτους εντός της πανδημίας και κάποιοι άλλοι αντιλαμβάνονται τον ενισχυμένο ρόλο ως μια παρένθεση. Εσείς πώς φαντάζεστε τη θέση του κράτους στη νέα συνθήκη;

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ισχύουν συγχρόνως και οι δύο εκτιμήσεις. Εξαρτάται από το τι επιλέγει κανείς στο «ισοζύγιο» της πανδημίας. Κατ’ αρχάς, ενδεικτικό για το ιδεολογικό κλίμα που επικρατεί, είναι το γεγονός ότι μεταξύ των διατάξεων που επικαλείται η πρώτη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της πανδημίας περιλαμβάνονταν και το ξεχασμένο «σοσιαλμαμανικό» άρθρο 106 του Συντάγματος για τον κρατικό προγραμματισμό της εθνικής οικονομίας και την οριοθέτηση της ιδιωτικής δραστηριότητας με την επίκληση του γενικού συμφέροντος. Είναι σαφές ότι ο προσωρινός νομοθέτης της πανδημίας αποδέχεται την επανάκαμψη του παραδοσιακού παρεμβατισμού και υπαινίσσεται τη στροφή σε μια παραδοσιακή κεϋνσιανή αντίληψη για το ρόλο του Κράτους στην οικονομία.Τα γενναία μέτρα κρατικού παρεμβατισμού με την ενθάρρυνση της ΕΕ φανερώνουν γενικότερα μια ουσιώδη απομάκρυνση από το μέχρι χθες κυρίαρχο μοντέλο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης που προκαλεί αισθήματα ευφορίας και «ιστορικής δικαίωσης» σε όσους διαβλέπουν την τελική επικράτηση του Κοινωνικού Κράτους. Μια άλλη πιο «υποψιασμένη» αντίληψη, ωστόσο, διακρίνειμια καθαρά προσωρινή μετατόπιση του κυρίαρχου μοντέλου. Όπως διδάσκουν τα προηγούμενα των μεγάλων οικονομικών κρίσεων, το «εκκρεμές» των κοινωνιών σε καθεστώς ελεύθερης οικονομίας είναι εγγενώς προγραμματισμένο να εκτελεί μια διαρκή κίνηση μεταξύ της ενδυνάμωσης του Κοινωνικού Κράτους μετά από κρίσεις και της αποδυνάμωσής του στην περίοδο της ομαλοποίησης. Η διεθνής οικονομική ιστορία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων «έκτακτης αφομοίωσης» των παρεμβατικών εθνικών πολιτικών από τις οικονομικές ελίτ και θεαματικής αύξησης των δημοσίων δαπανών για την παραγωγική αναθέρμανση της οικονομίας μετά από κρίσεις.

Όσον αφορά δε στην άνθηση της προβληματικής για την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης και την επιστροφή στις εθνικές λύσεις, πρόκειται για εξίσου «δοκιμασμένη συνταγή», καθώς το Κράτος μπορεί ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει διεθνείς ρυθμίσεις, εάν ο εθνικός κανόνας είναι προσφορότερος για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης ανάγκης. Το ιδιότυπο «εκκρεμές», με άλλα λόγια, των σχέσεων κράτους - ιδιωτικής οικονομίας μπορεί να εξελίσσεται δυναμικά από την πλήρη απορρύθμιση έως τον έντονο κρατικό παρεμβατισμό ανάλογα με τον κοινωνικοοικονομικό συσχετισμό δυνάμεων, τις ανάγκες των ελίτ και τις προοπτικές της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Ποιο θα είναι το μείγμα και το ακριβές περιεχόμενο του νέου παρεμβατισμού είναι δύσκολο να το προδικάσουμε. Αναλυτές από όλο τον κόσμο σταχυολογούν συστηματικά τις πρακτικές, οι οποίες προοιωνίζονται ένα νέο ρυθμιστικό παράδειγμα παρεμβατισμού που οικειοποιείται πλήρως το δόγμα «whateverittakes», δηλαδή του αδογμάτιστου πραγματισμού, για τηνοργάνωση των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό,δεν υπάρχει πια κανένας ιδεολογικός δισταγμός να ασκηθούν «πολιτικές εθνικοποιήσεων», είτε υπό την έννοια των κλασικών κρατικοποιήσεων είτε υπό αυτήν της πλήρους ανάληψης από το κράτος των μισθών και των ισολογισμών των επιχειρήσεων μέσω των εγγυήσεων ή ενισχύσεων του Δημοσίου.Παρόμοια δείγματα γραφής, δηλωτικά του ανασχεδιασμού του Κοινωνικού Κράτους με βάση την «αρχή της προφύλαξης», συνιστούν η πρακτική της υποχρεωτικής ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης καιη απευθείας ενίσχυση των νοικοκυριών στις υπερφιλελεύθερες ΗΠΑ, όπως και η ρύθμιση των επαγγελμάτων υγείας στη Γερμανία ή η νομοθέτηση ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους των ενοικίων κατοικίας στην ίδια χώρα. Πρόκειται για πρακτικές που φανερώνουν νέα ρυθμιστικά όρια στη δημόσια παρέμβαση και οι οποίες υιοθετούνται πλέον επισήμως από αρκετά κράτη, παρότι μέχρι χθες πρόβαλλαν σαν περιθωριακά και αντισυστημικά αιτήματα.

-Πώς μπορεί να διασφαλιστεί η λειτουργία της δημοκρατίας σε τέτοιου είδους έκτακτες συνθήκες; Ποια είναι τα δημοκρατικά διλήμματα της πανδημίας;

-Τα θέματα δημοκρατίας τέθηκαν στις συνταγματικές αναλύσειςεξίσου έντοναμε τα ζητήματα της νομιμότητας τωνπεριορισμών. Η προβληματική που αναπτύχθηκεσε όλες τις χώρες του κόσμου αφορούσε κυρίως στην περιορισμένη δημοκρατική νομιμοποίηση των μέτρων και την ανάδειξη στοιχείων αυταρχικής διακυβέρνησης. Στη χώρα μας, η κρατούσα άποψη, αφού αγνόησε την κατ’ ουσίαν «υποκατάσταση της Κυβέρνησης» στις νομοθετικές αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου, επέλεξε τη γνωστή τακτική της πολεμικής ισοπέδωσης όσων υποστήριξαν ότι τα μέτρα επιβλήθηκαν σε συνθήκες περιορισμένης διαφάνειας και λογοδοσίας. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις έδειχναν να συμβιβάζονται με την ιδέα ότι σε περιόδους κρίσης υποχωρεί μοιραία η δημοκρατική λειτουργία και ενισχύεται υπέρμετρα το εκτελεστικό σκέλος της διακυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, στη δημόσια σφαίρα είχε εγκατασταθεί ένας «αυτοματισμός», προκειμένου να στιγματίζεται σαν ανεύθυνη ή υπονομευτική κάθε εναλλακτική φωνή που εξέφραζε αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των μέτρων ή τις σκοπιμότητές τους. Σε αυτές τις συνθήκες, μόνον άστοχη δεν ήταν η κριτική όσων υπογράμμιζαν ότι μόνο μια τονωτική και διορθωτική «ένεση δημοκρατίας» θα ήταν σε θέση να αποκαταστήσει τις ισορροπίες που διατάραξε ο περιορισμός των δικαιωμάτων.

Τα πολιτικά διλήμματα της δημοκρατίας, που επεχείρησε να αποσύρει από την κοινή θέα ο «Λεβιάθαν της κρίσης», παραμένουν, εν τέλει, πιο ισχυρά από ποτέ σε εποχές πανδημίας. Είναι η επιλογή ανάμεσα στην πανοπτική κρατική επιτήρηση και στην ενίσχυση της δύναμης του πολίτη. Ανάμεσα στην αναστολή του πλουραλισμού και στην υπεύθυνη πολυφωνική ενημέρωση, όχι μόνο με την ανοχή, αλλά και την ενθάρρυνση της κριτικής και του διαλόγου. Ανάμεσα στην παθητική αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου της «αλήθειας» και στην ενεργητική συνδιαμόρφωση δίκαιων και αναλογικών ρυθμίσεων σε όλα τα πεδία διαχείρισης της κρίσης. Υπάρχει ένα απόσπασμα του Kant που συμπυκνώνει έξοχα το δημοκρατικό διακύβευμα της πανδημίας: «Μια κυβέρνηση που έχει συσταθεί με την αρχή της «στοργής» απέναντι στον λαό, δηλαδή μια «πατρική κυβέρνηση», όπου οι υπήκοοι σαν ανώριμα παιδιά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τι είναι γι’ αυτούς αληθινά ωφέλιμο ή επιζήμιο, είναι ο πιο μεγάλος δεσποτισμός που μπορούμε να σκεφτούμε. Όχι «πατρική», αλλά «πατριωτική» κυβέρνηση, είναι εκείνη που μπορεί να νοηθεί για ανθρώπους άξιους για δικαιώματα».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ