Βολιώτες της προσφοράς στη διάρκεια του πολέμου

Τελευταία ενημέρωση: 2013-10-29, 11:10:12
Βολιώτες της προσφοράς στη διάρκεια του πολέμου

 

Σημαντικές πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης αναπτύχθηκαν στην περίοδο του πολέμου στην περιοχή μας, από συμπολίτες διαφόρων ηλικιών, οι οποίοι πρόσφεραν με περισσή γενναιοδωρία και γενναιότητα ψυχής, έργο ζωής προς όφελος του συνόλου.

Η διαχρονική πορεία της περιοχής μας, άλλωστε, σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, είναι σύμφυτη με τις έννοιες της προσφοράς και της αλληλεγγύης. Αγνωστες σελίδες της τοπικής ιστορίας, όπου πρωταγωνιστούν εμβληματικές φυσιογνωμίες της περιοχής μας, φορείς και σύλλογοι, αλλά και δεκάδες ιδιωτικές ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες, ξεδιπλώνονται μέσα από γραπτά τεκμήρια που συλλέξαμε, προσεγγίζοντας με το δέοντα σεβασμό, ένα μεγάλο κεφάλαιο της νεότερης ιστορίας, που γράφτηκε στον πόλεμο του ’40. 

ΡΕΠΟΡΤΑΖ : Γλυκερία Υδραίου 

Από την πρώτη στιγμή βρέθηκαν στις επάλξεις χιλιάδες Ελληνες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οι οποίοι έγραψαν σελίδες ιστορίας, οπλισμένοι με απίστευτο θάρρος και γενναιότητα. Ο Βόλος και η ευρύτερη περιοχή δεν αποτέλεσαν εξαίρεση, αλλά αντίθετα, πρωτοστάτησαν στο πεδίο της κοινωνικής αλληλεγγύης στη διάρκεια του πολέμου, δίνοντας για μια ακόμη φορά, λαμπρά δείγματα ανθρωπιάς. Η Εκκλησία, ο Δήμος, δεκάδες Σύλλογοι, φορείς αλλά και σχολεία, ο Ερυθρός Σταυρός, δημιούργησαν μια μεγάλη αγκαλιά για τους πεινασμένους, τους τραυματισμένους, τα ορφανά του πολέμου, που αναζητούσαν στέγη κι ένα πιάτο φαγητό.

Στη διάρκεια της Κατοχής ανέπτυξαν σημαντική δράση εμβληματικές φυσιογνωμίες όπως ο τότε Μητροπολίτης Ιωακείμ, ο Δήμαρχος Νικόλαος Σαράτσης και πολλοί ακόμη. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα της περιοχής, όπως το Ορφανοτροφείο, άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους σε δεκάδες ταλαιπωρημένες ψυχές, σε δεκάδες ορφανά του πολέμου. Σύμφωνα μάλιστα με στατιστικά στοιχεία, τη δεκαετία 1930 - 1940 οι τρόφιμοι έφθασαν στον αριθμό 130 και στη δεκαετία 1940 - 1950 στον αριθμό των 180 που είναι και ο μεγαλύτερος αριθμός που φιλοξένησε ποτέ το ίδρυμα.

Αρκετοί Βολιώτες ανατρέχουν στη συγκεκριμένη περίοδο, ενθυμούμενοι την συνεισφορά της Ελληνογαλλικής Σχολής «Αγιος Ιωσήφ» στην περίοδο του πολέμου και στα συσσίτια που προσφέρονταν καθημερινά σε πεινασμένους συμπολίτες και παιδιά. Η νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργήθηκε σε ταραγμένες εποχές, κινητοποίησε δυναμικά την τοπική κοινωνία, όπως αποδεικνύουν, εξάλλου, τα ιστορικά τεκμήρια που συγκεντρώσαμε για τις ανάγκες του συγκεκριμένου ρεπορτάζ.

 

Ο Μητροπολίτης της προσφοράς

Πολύ μεγάλο έργο ανέπτυξε ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ, ο οποίος στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940 - 41 έμεινε αμετακίνητος στον βομβαρδισμένο Βόλο, εγκαρδιώνοντας και ενισχύοντας τους πληγέντες από τους βομβαρδισμούς. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Βόλος 1881 - 1955 - Ο χώρος και οι άνθρωποι» που εκδόθηκε από το Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου (ΔΗ.Κ.Ι.) με την επιστημονική επιμέλεια του Χαράλαμπου Χαρίτου, η ενίσχυση των οικογενειών των πολεμιστών μας, η αποστολή στο μέτωπο δεμάτων, η επίσκεψη τραυματιών στο νοσοκομείο, ήταν μερικές από τις δράσεις της Εκκλησίας.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την είσοδο των Γερμανών, η Μητρόπολη Δημητριάδος, σε συνεργασία με τις Μονές Παναγίας Ξενιάς και Φλαμουρίου, συνέβαλε στη διάσωση από την αιχμαλωσία πολλών συμμάχων στρατιωτών. Πέτυχε επίσης την έγκαιρη προώθηση στις εστίες τους, Ελλήνων στρατιωτών καταγόμενων από νησιά και νότο. Στην ίδια έκδοση αναφέρεται ότι η δράση της Εκκλησίας κορυφώθηκε στην περίοδο της μεγάλης πείνας, όταν ο Μητροπολίτης Ιωακείμ και οι συνεργάτες του κληρικοί και λαϊκοί έσωσαν με τα συσσίτια που οργάνωσαν, χιλιάδες πεινασμένους.

Ο αριθμός των ημερησίως χορηγούμενων μερίδων φαγητού, έφτασε στις 22.000. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μητροπολίτης Ιωακείμ έμεινε στη θέση του υπερασπιζόμενος το ποίμνιό του. Ελευθέρωσε, με συνεχείς προσωπικές παρεμβάσεις, αναφορές, ικεσίες προς τις αρχές της Κατοχής, ορισμένες φορές με κίνδυνο της ζωής του, εκατοντάδες πατριώτες κρατούμενους σε φυλακές και στρατόπεδα. Διέσωσε την Εβραϊκή Κοινότητα Βόλου σε συνεργασία με τον φιλέλληνα Γερμανό πρόξενο Ελμουτ Σέφελ και το κράτος του Ισραήλ τον ανέδειξε «Δίκαιο των εθνών» στις 30 Νοεμβρίου του 1997.

 

Ο φιλέλληνας πρόξενος

Η δράση και προσφορά του Ελμουτ Σέφελ, ο οποίος διετέλεσε πρόξενος της Γερμανίας στο Βόλο, σε καιρό πολέμου, καταγράφεται αναλυτικά στο βιβλίο του Δημήτριου Μπενέκου με τίτλο: «Ο Γερμανός πρόξενος στο Βόλο Ελμουτ Σέφελ - Ενας αληθινός θρύλος». Οπως σημειώνει μεταξύ άλλων ο συγγραφέας «ο Ελμουτ Σέφελ συνδυάζοντας την οικονομική επιφάνεια με τη διπλωματική ιδιότητά του επηρέασε θετικά και ευεργετικά τη ζωή των Ελλήνων και των Εβραίων κατοίκων της πόλης του Βόλου, ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές, όπως εκείνες του Β Παγκοσμίου Πολέμου».

Στη διάρκεια του πολέμου έσωσε δεκάδες κατοίκους του Βόλου και της Θεσσαλίας, γενικότερα, από μαζικές εκτελέσεις και ατομικούς τυφεκισμούς. Συνέβαλε στην αποφυλάκιση και την φυγάδευση πολλών πατριωτών, απέτρεψε βομβαρδισμούς και πυρπολήσεις χωριών και πρόσφερε τις σωτήριες υπηρεσίες του αφιλοκερδώς και αδιακρίτως. Βοηθούσε οικονομικά όπου μπορούσε, προσφέροντας δωρεάν στον πληθυσμό της Θεσσαλίας σιτηρά, φάρμακα και καύσιμα, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του καθηγητή Μπενέκου.

 

Η φανέλα του στρατιώτη

Σημαντική δράση ανέπτυξε στην περίοδο του πολέμου το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου, το οποίο στέγασε στο οίκημά του την οργάνωση «Η φανέλα του στρατιώτη». Οπως επισημαίνεται στο βιβλίο του Δημήτριου Τσιλιβίδη «Λύκειο των Ελληνίδων παράρτημα Βόλου - 1920 - 2002» κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940 το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου ανέπτυξε εργώδη δραστηριότητα, παρά τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς που έπλητταν την πόλη. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών, έπεσε βόμβα στην πλάγια αυλόπορτα του Λυκείου προς την οδό Σοφοκλέους. Από την έκρηξη και την πίεση των αερίων φαίνεται ότι έπαθαν βλάβες τα παράθυρα και εν μέρει η στέγη, όχι όμως το κυρίως κτίριο.

Η Εκκλησία της Δημητριάδος συνεργάστηκε με το Λύκειο, το οποίο διέθετε τα χέρια για το πλέξιμο μάλλινων ειδών, απαραίτητων για τους στρατιώτες, παρέχοντας τα αναγκαία χρήματα προς αγοράν των νημάτων. Είναι χαρακτηριστική η εγκύκλιος του Μητροπολίτη Ιωακείμ προς τις γυναίκες της Μαγνησίας: «Ευσεβείς και τιμημένες Ελληνίδες. Ενώνω την φωνήν όλων των επισήμων αρχών που σας απηύθυναν έκκλησιν δια να πλέξητε επειγόντως κάλτσες δια τους στρατιώτες μας». Τα μέλη του Λυκείου Βόλου πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε διάφορους χώρους σχετικούς με την περίθαλψη των τραυματιών και των οικογενειών των στρατιωτών μας.

Το οίκημα του Λυκείου δεν χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς, αλλά οι Ιταλοί, αμέσως μετά την άφιξή τους κατέλαβαν τον άνω όροφο της ιδιοκτησίας του Λυκείου μαζί με τα υπάρχοντα έπιπλα. Το πολύτιμο αρχείο του Λυκείου και άλλα αντικείμενα φαίνεται ότι διασώθηκαν από τα μέλη του ΔΣ, που πιθανότατα τα μετέφεραν στα σπίτια τους.

 

Γυναίκα της προσφοράς

Εξαιρετικά φιλάνθρωπη υπήρξε η Ελένη Παρασκευοπούλου, η οποία διακρίθηκε για την εθελοντική της δράση σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Στο βιβλίο της Μαρίας Σπανού «Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου: Στιγμές και πρόσωπα» διαβάζουμε: «η Ελένη Θεοτόκη, αδελφή νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Παρασκευόπουλο, γιατρό επιδημιολόγο με μεγάλη επιστημονική καριέρα στο Παρίσι.

Στο Βόλο ο Π. Παρασκευόπουλος ήταν υπεύθυνος μικροβιολογικού εργαστηρίου του Νοσοκομείου και διευθυντής υγειονομικής υπηρεσίας του Δήμου Βόλου, αναπτύσσοντας, παράλληλα, μεγάλη κοινωνική προσφορά. Η Ελένη Παρασκευοπούλου, η οποία ήταν και λογοτέχνης, πρόσφερε σημαντικότατο φιλανθρωπικό έργο στο Βόλο μέσω του Λυκείου των Ελληνίδων (εκλέχτηκε στις πρώτες αρχαιρεσίες του 1923 μέλος του ΔΣ).

Το σπίτι της το είχε μετατρέψει με δικά της έξοδα σε μια μόνιμη εστία συσσιτίων και ανθρωπιστικής βοήθειας για τα παιδιά των προσφύγων και οποιασδήποτε κατατρεγμένης οικογένειες, που έβρισκε σ’ εκείνη θαλπωρή κι ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Η παλαίμαχος αδελφή νοσοκόμα, βρήκε τραγικό θάνατο σε βομβαρδισμό του Νοσοκομείου Ιωαννίνων στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο όπου είχε καταταγεί εθελοντικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίδιο έπραξε μαζί με το σύζυγό της και στον Α Παγκόσμιο πόλεμο.

 

Αφησαν εποχή

Προσωπικότητες της πόλης που άφησαν εποχή καταγράφονται στο βιβλίο της Ελένης Τριάντου «Ο Βόλος μέσα από την ομίχλη του χρόνου». Η Ειρήνη Σκαρίμβα - Μπρισίμη, συμμετείχε στα κοινά του Βόλου, βοήθησε πολύ σε δύσκολες εποχές, διετέλεσε πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Βόλου και εργάστηκε στη Φανέλα του Στρατιώτη και στη Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού.

Η Αλεξάνδρα Παπαϊωάννου, αντίστοιχα, μετά την Ελένη Παρασκευοπούλου ανέλαβε την προεδρία του βρεφικού σταθμού και επέδειξε μεγάλη δραστηριότητα, κυρίως στα πρώτα χρόνια της Κατοχής. Η ίδια τοποθέτησε βρεφοδόχο στο Βρεφοκομείο και μάζευε έτσι τ’ ανεπιθύμητα νεογνά, και στη συνέχεια τους προσέφερε την οικογενειακή θαλπωρή, βρίσκοντας θετούς γονείς.

Ο δημοσιογράφος Αθως Τριγκώνης, ο οποίος συνεργάστηκε με τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, πολέμησε στο μέτωπο στον πόλεμο του ’40. Το 1941 συνελήφθη από τους Ιταλούς διότι περιέθαλπτε Αγγλους και τους φυγάδευε στη Μέση Ανατολή. Οι κακουχίες του πολέμου και της φυλακής τσάκισαν την υγεία του και πέθανε σε ηλικία 35 ετών.

Η Σοφία Τοπάλη, κόρη της Λουκίας και του Παναγιώτη Τοπάλη, πλούσιου εμπόρου από τη Ρουμανία, ίδρυσε την Εταιρεία Προστασίας Ζώων, υπεραγαπούσε τον άνθρωπο και φρόντιζε για την καλλιέργειά του. Η ίδρυση του μεγάλου δημόσιου δρόμου που οδηγεί στα Ανω Λεχώνια είναι έργο δικό της και του πατέρα της. Η μεγάλη αυτή φιλάνθρωπη και η μητέρα της βρέθηκαν κρεμασμένες μαζί με την οικιακή βοηθό τους στην πλατεία των Λεχωνίων το 1944.

Ο Ιωάννης Πάντος, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής και πρόεδρος της Κοινότητας Ζαγοράς, ανέπτυξε γενναία δράση, σώζοντας το χωριό από την καταστροφή, στη διάρκεια της Κατοχής.

 

Δραματικές εποχές

Την περίοδο του πολέμου πολλοί συμπολίτες ταξίδευαν με το τρένο σε διάφορα χωριά του Πηλίου, προκειμένου να εξασφαλίσουν λίγο λάδι. Όπως αφηγείται στο σημείο αυτό ο λαογράφος - ερευνητής Κώστας Λιάπης «ανταλλαγή γίνονταν σε είδος και τις περισσότερες φορές αντάλλασσαν σιτάρι, για να εξασφαλίσουν ένα τενεκέ λάδι. Ερχονταν στα χωριά του Πηλίου με το τρένο, το οποίο γέμιζε ασφυκτικά μέχρι τη σκεπή, στην περίοδο της μεγάλης πείνας».

Επίσης ο κ. Λιάπης θυμάται ότι δίνονταν συσσίτια στους μαθητές του Δημοτικού στην περίοδο του πολέμου, γάλα και ψωμί, ενώ όπως επισημαίνει παράλληλα οι κάτοικοι του Πηλίου δεν πείνασαν, διότι καλλιεργούσαν κηπευτικά και είχαν επίσης κότες και κατσίκες, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τα απαραίτητα για το καθημερινό τραπέζι

Την ίδια περίοδο ανέπτυξε σημαντική πνευματική και κοινωνική δράση ο Θρησκευτικοφιλολογικός Σύλλογος «Τρεις Ιεράρχες». Σύμφωνα με μαρτυρία του νυν προέδρου Γιάννη Πατρίκου «φωτισμένοι κλητικοί και λαϊκοί εμψύχωναν πνευματικά τον κόσμο, ενώ παράλληλα τα μέλη του ίδιου Συλλόγου, συμπαρίσταντο στα συσσίτια της τοπικής Εκκλησίας, βοηθώντας με όλη τους την ψυχή και πολύ ενθουσιασμό, το έργο του Μητροπολίτη Ιωακείμ».

«Ασυλο» φροντίδας

Σημαντική δράση ανέπτυξε, παράλληλα, το Ασυλο, το οποίο στη διάρκεια της Κατοχής στεγάστηκε στο Μέγαρο Χατζηκυριαζή στα Ανω Λεχώνια και στα δύσκολα χρόνια, το κορίτσια που ήταν τρόφιμοι του Ιδρύματος, βρήκαν την απαραίτητη φροντίδα και θαλπωρή από τις δεσποινίδες του «Ασύλου», που αψηφώντας τους κινδύνους, συνέχισαν με τον ίδιο ζήλο την προσφορά τους.

Το «Ασυλο παιδιού Βόλου» που δημιουργήθηκε το 1922, ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, συνώνυμο της «σωματικής και πνευματικής προστασίας των παιδιών των εν Βόλω προσφύγων και των απόρων εργαζομένων γυναικών. Το δύσκολο αυτό έργο ανέλαβε μια ομάδα νεαρών δεσποινίδων, με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, που διαπνέονταν από τις υψηλές ιδέες του εθελοντισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι ευαισθησίες τους εκφράστηκαν συλλογικά μέσα από το φιλανθρωπικό σύλλογο «Ασυλον του Παιδιού» του οποίου η ίδρυση εγκρίθηκε με την πολιτική απόφαση 607 του Πρωτοδικείου Βόλου στις 11 Οκτωβρίου του 1922.

Πρωτεργάτιδα και πρόεδρος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου η Φόνη Α. Κουτσαγγέλη, μετέπειτα σύζυγος του Γιώργου Ζωϊτόπουλου ή Ζιούτου, σημειώνει η Αννίτα Πρασσά στο 21ο περιοδικό «Εν Βόλω». Η προσφορά του Ασύλου συνεχίστηκε και στη διάρκεια της κατοχής, με επίκεντρο πάντα τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης. Όπως διαβάζουμε μάλιστα στα πρακτικά συνεδρίασης της συγκεκριμένης περιόδου «οι τρόφιμοι του Ασύλου εργάστηκαν για την πατρίδα δια της κατασκευής περίπου 300 πιτζαμών δια τα εν Βόλω στρατιωτικά νοσοκομεία και πολλών μαλλίνων καλτσών δια τον στρατόν».

 

Γιατροί στο μέτωπο

Συγκλονιστικές μαρτυρίες, άγνωστες στο ευρύ κοινό, σχετικά με την πολύτιμη προσφορά των γιατρών της περιοχής μας στη διάρκεια του πολέμου, καταγράφονται στο βιβλίο του Δημήτριου Τσιλιβίδη «Οι υγειονομικοί της Μαγνησίας στον πόλεμο και την κατοχή». Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας «οι περισσότεροι των υγειονομικών της Μαγνησίας υπηρέτησαν στο μέτωπο και αρκετοί από αυτούς τιμήθηκαν για εξαίρετες πράξεις.

Στα μετόπισθεν έμειναν οι μεγαλύτεροι και υπηρέτησαν σε νοσοκομεία του στρατού και αναρρωτήρια. Οι μη στρατευθέντες γιατροί της πόλης και της υπαίθρου, πρόσφεραν οικειοθελώς, δωρεάν τις υπηρεσίες τους σε όλους τους απόρους και στις οικογένειες των επίστρατων, όπως και στους άτυχους βομβόπληκτους του Βόλου».

Το Δ.Σ. του Ιατρικού Συλλόγου που προέκυψε από τις εκλογές του Μαρτίου του 1940, με πρόεδρο τον Πανταζή Σταμούλη, γραμματέα τον Α. Βαλσαμάκη, ταμία το Φ. Φιλιππίδη και μέλη τους Γ. Αδαμαντιάδη, Κ. Δημόπουλο, Γ. Διανέλο και Αθ. Φιλιππάκη, παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, δίνοντας ατέλειωτες μάχες, σε φοβερά αντίξοες συνθήκες.

Ο γιατρός Νικ. Σαράτσης, ο οποίος διετέλεσε Δήμαρχος Βόλου στην πιο δύσκολη περίοδο της νεότερης ιστορίας, και οι συνεργάτες του, αγωνίστηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων, στήριξαν τα φιλανθρωπικά ιδρύματα της πόλης. Το Αχιλλοπούλειο Δημοτικό Νοσοκομείο επόπτευε και στήριζε οικονομικά ο Δήμος, ο οποίος ίδρυσε παράλληλα το Δημοτικό Λαϊκό Ιατρείο, το Πολυϊατρείο, το Αντισυφυλιδικό και αντιφυματικό, το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

 

Περίθαλψη στο Νοσοκομείο

Πολύτιμα στοιχεία για τη δράση του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου παρατίθενται στο 21ο περιοδικό «Εν Βόλω» που είναι αφιερωμένο στην περίθαλψη και την κοινωνική πρόνοια. Όπως επισημαίνεται σε άρθρο που υπογράφει η Δρ. Αννίτα Πρασσά - προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας «στη διάρκεια της Κατοχής το Αχιλλοπούλειο συνέχισε το έργο του περιθάλπτοντας τους τραυματίες πολέμου και συμπαραστεκόμενο στον πληθυσμό της περιοχής που δεινοπαθούσε. Μετακόμισε στο οίκημα Περβανά (όπου στεγάζονταν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση), προκειμένου στη θέση του να φιλοξενηθεί το Β Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Το Νοσοκομείο επέστρεψε στο κτήριο του Αχιλλοπούλειου στα μέσα του 1941.

Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό ήταν για άλλη μια φορά δυναμικά παρόν στις κρίσιμες αυτές εθνικά ώρες. Πολλοί ανέβηκαν στο βουνό για να συμμετάσχουν στην Εθνική Αντίσταση, όπου ήταν επιτακτική η ανάγκη πεπειραμένων γιατρών και άλλοι για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους όποτε τους ζητείτο, με κίνδυνο της ζωής τους. Σε μια τέτοια αποστολή συνελήφθη ο γιατρός Γ. Τζάνος, ο οποίος βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, χωρίς όμως να αποκαλύψει τους συνεργάτες του. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει επίσης στον χειρούργο Γιώργο Πιτσιώρη, ο οποίος εκτός από την επιστημονική του κατάρτιση, ανέπτυξε έντονη κοινωνική και εθνική δράση. Συχνά και με κίνδυνο της ζωής του, ανέβαινε στο βουνό και έστηνε χειρουργείο για τους τραυματίες αντάρτες, που δεν μπορούσαν να νοσηλευτούν στο Αχιλλοπούλειο.

Ο ιατρός Γεώργιος Πιτσιώρης, ο οποίος ήταν κλινικάρχης, ανέπτυξε πλούσια κοινωνική δράση και υπηρέτησε τον άνθρωπο με βαθιά συναίσθηση ευθύνης. Διετέλεσε πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού Βόλου, πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Μαγνησίας και Διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου Βόλου. Για την ανθρωπιστική του προσφορά, η πολιτεία τον τίμησε με το παράσημο του Πολεμικού Σταυρού.

 

Μνήμες του γιατρού Πιτσιώρη

Στο βιβλίο της Νίτσας Κολιού με τίτλο: «Αγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941 - 44 - Ιστορική έρευνα για το νομό Μαγνησίας», επισημαίνεται μεταξύ άλλων: «Ποιοι γιατροί υπηρετούσαν στο Νοσοκομείο Βόλου κατά την Κατοχή; Στο χειρουργικό ήταν ο Γ. Πιτσιώρης με βοηθό τον μακαρίτη Λεωνίδα Θεοδώρου μετέπειτα ακτινολόγο και στο παθολογικό ο μακαρίτης Πυργιαλής με τον Χρ. Φλέσσα. Στο μαιευτικό ήταν ο Κώστας Σκύφτης. Ηταν και παλιότερα ο ίδιος μαιευτήρας αλλά στο μεταξύ παραιτήθηκε υπέρ του ανεψιού του Τάκη Σκύφτη. Τον Τάκη τον έπιασαν στα νησιά, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει για Μέση Ανατολή και από κει είχε τη δική του περιπέτεια και τη δική του εξέλιξη. Φυματιολόγος στο νοσοκομείο ήταν ο Αλ. Βαλσαμάκης και ακτινολόγος ο Ι. Στάμος. Διευθυντής ο επίσης μακαρίτης Κυργιέργος».

Ανατρέχοντας σε μνήμες της Κατοχής, ο αείμνηστος ιατρός Πιτσιώρης ανέφερε μεταξύ άλλων ότι : «Πήγα πάρα πολλές φορές στο Πουρί, ύστερα από ειδοποιήσεις των ανταρτών. Ξεκινούσα πρωΐ-πρωΐ και ακολουθούσα το δρόμο πίσω από το βουνό. Φυσικά όλες οι επισκέψεις και οι επεμβάσεις γίνονταν χωρίς αμοιβή». Εικόνες του Νοσοκομείου στην περίοδο του πολέμου ζωντανεύουν παράλληλα μέσω της αφήγησης του Γ. Πιτσιώρη «πολλοί Βολιώτες έφταναν στο Δημοτικό Νοσοκομείο με πρησμένα πρόσωπα. Ηταν τα «οιδήματα πείνης» από τα οποία οι περισσότεροι σύντομα υπέκυπταν».

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
1
=