ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

Αγάπη

αγάπη-1043567

Του Θεοχάρη Νικ. Σαρίκα Θεολόγου, Μάστερ Θεολογίας

Την αγάπη εξύμνησαν όλοι ως την υπέρτατη αρετή που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Ήδη από τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης η εντολή της αγάπης προς τον Θεό συμπληρώνεται από μια δεύτερη εντολή, της αγάπης προς τον πλησίον σου. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε αυτόν» γράφει το Λευιτικό (Λευ 19, 18). Βέβαια η λέξη «πλησίον» έχει στους χρόνους της Π.Δ. μια έννοια αρκετά περιορισμένη. Αλλά ακόμα και με την περιορισμένη έννοια του πλησίον, που βασικά αναφέρεται στον φίλο, στον συγγενή, στον ομοϊδεάτη, ο ισραηλίτης καλείται να δώσει προσοχή στον «άλλον». Ακόμα κα στα παλαιότερα κείμενα της Π.Δ. η αδιαφορία για τους άλλους, για τους γύρω του, αποτελεί προσβολή προς τον ίδιο τον Θεό (Γεν. 3,12 4, 9). Υπάρχουν δε στην Π.Δ. διατάξεις που αναφέρονται στις σχέσεις με τον Θεό και άλλες, όπως π.χ. ο Δεκάλογος (Εξ. 20, 12-17), ο «Κώδικας της Διαθήκης», όπου αφθονούν οι διατάξεις για τη φροντίδα προς τους πτωχούς και τους μικρούς. Σε γενικές γραμμές υπάρχει στην Π.Δ. η αντίληψη ότι δεν μπορεί να είναι κανείς αρεστός στον Θεό, χωρίς να σέβεται τους άλλους, ιδιαίτερα δε τους εγκαταλειμμένους, τους πιο άσημους. Η σοφιολογική παράδοση που δημιουργήθηκε από τα βιβλία των Παροιμιών, Σειράχ και Σολομώντα ακολουθεί την ίδια αντίληψη ότι για να είναι κανείς αρεστός στον Θεό πρέπει να σέβεται τους άλλους, κυρίως τους εγκαταλειμμένους, τους πιο άσημους.

Στην Κ.Δ. η αγάπη προς τον πλησίον εμφανίζεται αδιαχώριστη από την αγάπη προς τον Θεό. Οι δύο εντολές είναι το αποκορύφωμα και το κλειδί του Νόμου. Η αδελφική αγάπη είναι η τελείωση κάθε ηθικής υποχρέωσης, η μοναδική εντολή, το ποικιλόμορφο έργο κάθε ζωντανής πίστης, όπως γράφει ο Παύλος στους πιστούς της εκκλησίας των Γαλατών: «Για τους πιστούς του Χριστού ούτε η περιτομή, ούτε η ακροβυστία έχει κάποια δύναμη, αλλά μόνο η πίστη που εκδηλώνεται με αγάπη» «… ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη» (5, 6.22). «Η αγάπη είναι το μοναδικό έργο κάθε ζωντανής πίστης και εκείνος που δεν αγαπά τον αδελφό του που βλέπει, πώς είναι δυνατόν να αγαπά τον Θεό που δεν τον βλέπει». Έτσι κατά τον Παύλο υπάρχει μόνο μία αγάπη, που εκδηλώνεται ταυτόχρονα και προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους.

Η αγάπη προς τον πλησίον είναι τώρα στην ουσία θρησκευτική και όχι μια φιλανθρωπία. Θρησκευτική είναι ακόμη εξ αιτίας του προτύπου της: η ίδια η αγάπη του Θεού. Θρησκευτική είναι και εξαιτίας της πηγής της, του προτύπου της: η ίδια η αγάπη του Θεού (Μτ. 5, 44 εξ ∙Εφ 5,1 εξ 25, 1 Ιω 4,11 εξ). Θρησκευτική είναι τέλος και κυρίως εξαιτίας της πηγής της, γιατί είναι έργο του Θεού «εν ημίν»: θα μπορούμε να είμαστε φιλάνθρωποι, σπλαχνικοί, όπως ο ουράνιος πατέρας (Λκ 6, 36). Η αγάπη αυτή προέρχεται από τον Θεό και υπάρχει μέσα μας, επειδή ο Θεός μας θεωρεί υιούς του (1 Ιω 4.7). Και επειδή προέρχεται από τον Θεό και υπάρχει μέσα μας, επιστρέφει σε Αυτόν. Αγαπώντας τους αδελφούς μας, αγαπούμε τον ίδιο τον Κύριο, αφού όλοι μαζί αποτελούμε το Σώμα του Χριστού.

Περιμένοντας την παρουσία του Κυρίου, η αγάπη είναι η μοναδική, η ουσιαστική απαίτηση σύμφωνα με την οποία θα κριθούν ο άνθρωποι. Αυτή είναι η διαθήκη που άφησε ο Ιησούς: «αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς» (Ιω 13, 34 εξ). Η πράξη αγάπης του Ιησού εξακολουθεί να εκφράζεται μέσω των πράξεων των μαθητών του. Η εντολή αυτή, αν και παλιά, είναι καινή: πράγματι ο Ιησούς εγκαινίασε μια νέα εποχή με τη θυσία του, ιδρύοντας μια νέα κοινότητα που ανήγγειλαν οι προφήτες, δίνοντας στον καθένα το Πνεύμα που δημιουργεί νέες καρδιές. Αν λοιπόν οι δύο εντολές της αγάπης γίνονται μία, είναι γιατί η αγάπη του Χριστού εξακολουθεί να εκφράζεται μέσα από την αγάπη που οι μαθητές εκδηλώνουν ο ένας για τον άλλον. Είναι πραγματικά πρωτόγνωρη η αγάπη που είχαν οι χριστιανοί μεταξύ των στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ώστε πολλοί γίνονταν χριστιανοί, από την αγάπη που έβλεπαν σε αυτούς.

Η χριστιανική αγάπη είναι δωρεά του Θεού προς τους ανθρώπους. Είναι σύμφωνη με την αγάπη, του Θεού, που δίνει δωρεάν τον Υιό του για τη σωτηρία όλων των αμαρτωλών ανθρώπων, χωρίς να το αξίζουν. Είναι πανανθρώπινη χωρίς κανένα διαχωρισμό κοινωνικό ή φυλετικό (Γαλ 3, 28), χωρίς περιφρόνηση για κανένα. Έχει όμως μια απαίτηση: να αγαπά ο καθένας μας και τους εχθρούς του ακόμα. Αγαπώντας τους άλλους με αυτήν την απεριόριστη χριστιανική αγάπη, ζούμε από τώρα μια θεία και αιώνια πραγματικότητα. Με αυτήν η Εκκλησία οικοδομείται, με αυτήν ο άνθρωπος καθίσταται τέλειος για την ημέρα του Κυρίου (Φιλ 1, 9). Με τη χριστιανική αγάπη δημιουργείται η τέλεια αδελφοσύνη, όπου ο καθένας δεσμεύεται με όλο του το είναι να αγαπά και να μένει πιστός. Είναι το κύριο γνώρισμα των πραγματικών χριστιανών, με το οποίο ο κόσμος αναγνωρίζει τους χριστιανούς και τον Ιησού ως απεσταλμένο του Πατρός: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, αν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (13, 35).

Ο Κύριος, λοιπόν, πολύ σωστά απάντησε στην ερώτηση του νομικού του σημερινού Ευαγγελίου, ποια είναι η μεγάλη εντολή του Νόμου. Η Αγάπη είναι η μεγάλη εντολή του νέου Νόμου, του χριστιανικού.

Εγγραφείτε στο Newsletter του Ταχυδρόμου