ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο πανηγύρι

στο-πανηγύρι-980181

Της Κατερίνας Σχιζονίκα

Φώτα, χαρά, φωνές. Μια βδομάδα κάθε χρόνο ζει η μαγεμένη πολιτεία. Μετά, σιωπή κι’ αναμονή. Όμως τώρα όλα γελούν. Κόσμος πολύς στριμώχνεται, ενώνεται, γίνεται μια μάζα αδιαχώρητη.

Στη σκοποβολή τον είδα πρώτη φορά. Είχε κερδίσει σοκολάτες. Τον βρήκα ξανά στον γύρο του θανάτου. Γελώντας με ρώτησε:

-Δεν είναι όμορφα εδώ;

-Ναι, απάντησα.

Χαθήκαμε για λίγο. Στον μύλο που τον συνάντησα, φώναζε από ψηλά:

-Έλα μαζί μου εδώ επάνω…

-Πως σε λένε; Ρώτησα.

-Ευτυχία είναι η λέξη που ταιριάζει! Φώναξε σαν βρέθηκε πάλι ψηλά.

-Ποιος είσαι;

Στα αυτοκινητάκια έπιασε το χέρι μου.

-Πάμε μαζί…

Με κέρασε παγωτό. Γελούσε… Γελούσε πολύ. Γελούσα κι’ εγώ.

-Το πανηγύρι είναι να το ζεις, να το αισθάνεσαι.

-Πως σε λένε; Πες μου…

-Η ευτυχία δεν έχει όνομα. Ζήσε το τώρα, ανάσανε αυτό που σου δίνει η στιγμή. Ίσως δεν θα το βρεις ξανά.

Με τράβηξε από το χέρι. Πήγαμε στις βαρκούλες. Στα εισιτήρια τον έχασα. Στην έξοδο τον βρήκα. Στη λοταρία χαθήκαμε. Συναντηθήκαμε στα σουβλάκια.

-Ελα να ζήσουμε το πανηγύρι! είπε.

Κι’ εγώ όλο ρωτούσα:

-Ποιος είσαι; Πως σε λένε;

-Στη χαρά όλοι γινόμαστε ένα. Τι αξία έχει ένα όνομα.

Βρέθηκα μόνη στα δρομάκια, στις παράγκες με τις πραμάτειες. Έψαχνα με αγωνία ανάμεσα στον κόσμο να τον διακρίνω. Στο πανηγύρι με τη γιορτινή όψη, παίζουμε, γελάμε. Κάτω από έναν καθάριο ουρανό, που όψη αλλάζει γιατί είναι γιορτή.

-Περάστε κόσμε… τα έχουμε όλα στη μισή τιμή…

-Η χαρά δωρεάν. Το γέλιο στα πανέρια. Η ευτυχία στον σωρό.

-Ο,τι πάρτε, ό,τι διαλέξτε μισοτιμής! Κάτω η ακρίβεια!

-Ενοιωθα μοναξιά. Τον είχα χάσει. Έκανα τον γύρο της πλατείας. Γύρισα στο λούνα παρκ. Στη σκοποβολή, στον μύλο, στη μπαλαρίνα. Πουθενά δεν ήταν…

Στα αλογάκια τον είδα! Έτρεξα κοντά του.

-Τι τρελό πανηγύρι! Φώναξε.

-Εδώ είμαι! Πως σε λένε; Έλεγα κάθε φορά που περνούσε μπροστά μου.

-Πως σε λένε; Ρωτούσα ώσπου έφυγε, χωρίς να το καταλάβω.

Στο κουκλοθέατρο πρόλαβα και του έπιασα το χέρι.

-Στάσου, μη τρέχεις…

Γελούσε… γελούσε πολύ κι’ ας μην ήταν παιδί.

-Πες τ’ όνομά σου. Δεν θα το ξεχάσω.

-Μη ρωτάς. Μόνο ζήσε απόψε την ανεμελιά. Μέθυσε με τη χαρά της στιγμής. Ανάμεσα στο πλήθος είσαι ένα τίποτα, χωρίς όνομα. Αποκρίθηκε λαχανιασμένος.

Πάλι στ’ αυτοκινητάκια, στα παγωτά, στις βαρκούλες, στη λοταρία.

-Ευτυχία είναι ωραία λέξη! Φώναζε στους ανθρώπους.

Λίγοι τον άκουγαν στη φασαρία.

-Ελα μαζί μου εκεί ψηλά. Κι’ έδειξε τη ρόδα.

-Ποιος είσαι; Πως σε λένε; Ρωτούσα χωρίς ν’ απαντάει.

Στη σκοποβολή σταθήκαμε. Μου άφησε το χέρι. Χάζευα με τα πολύχρωμα φώτα, τα παιχνίδια, τα όπλα. Αισθανόμουν τον κόσμο να γυρίζει σε τρελό, ξέφρενο ρυθμό.

-Είναι πολύ όμορφα!

Μα δεν με άκουσε. Είχε ξανά χαθεί. Τον έψαξα σε όλο το πανηγύρι. Στις κούνιες, στον μύλο, στις παράγκες, στα σουβλάκια. Πήγα στον γύρο του θανάτου, στ’ αυτοκινητάκια, στη μπαλαρίνα. Πουθενά… Ψάχνω, μα δεν τον βρίσκω. Φωνάζω, μα δεν μ’ ακούει…

-Γύρνα πίσω… πως σε λένε…

Εμεινα μόνη να κρατώ ανώνυμες στιγμές ευτυχίας και χαράς. Είχε δίκιο. Τι να το κάνω ένα όνομα… Σε λίγο θα το ξεχνούσα. Αυτά που ένοιωσα στο πανηγύρι θα έμεναν για πάντα στην ψυχή μου.

Εγγραφείτε στο Newsletter του Ταχυδρόμου