Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης μετασχηματίζει ήδη τον κόσμο της εργασίας. Από τη βιομηχανία μέχρι τις υπηρεσίες και τη διοίκηση, οι αλγοριθμοι και τα αυτοματοποιημένα συστήματα επηρεάζουν όχι μόνο το πώς δουλεύουμε αλλά και το αν θα δουλεύουμε. Από τη σκοπιά του συνδικαλιστικού κινήματος το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία αυτή θα προχωρήσει, αυτό θεωρείται δεδομένο, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος ελέγχει την εφαρμογή της και πώς κατανέμονται τα οφέλη και τα βάρη της.
Του Νίκου Ζυγούρη
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας με αρκετους τρόπους. Πρώτον, έχει τη δυνατότητα να αναλάβει επικίνδυνες και επαναλαμβανόμενες εργασίες, να μειώσει ακομη και να εξαλείψει κινδύνους, μειώνοντας τη σωματική καταπόνηση και τα εργατικά ατυχήματα. Δεύτερον, η αύξηση της παραγωγικότητας που φέρνει μπορεί υπό προϋποθέσεις να μεταφραστεί σε καλύτερους μισθούς και μείωση του χρόνου εργασίας, ανοίγοντας τη συζήτηση για μοντέλα όπως η τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση μισθών. Παράλληλα, δημιουργούνται νέες ειδικότητες και επαγγελματικά πεδία, τα οποία μπορούν να προσφέρουν ευκαιρίες απασχόλησης, εφόσον συνοδευτούν από ουσιαστικά προγράμματα εκπαίδευσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων. Ακόμη και τα ίδια τα εργατικά σωματεία μπορούν και πρέπει να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο για την ενίσχυση της δράσης τους, βελτιώνοντας την οργάνωση, την ανάλυση δεδομένων και τη νομική υποστήριξη των μελών τους.
Ωστόσο, οι αρνητικές πλευρές είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντικές. Η αυτοματοποίηση απειλεί να καταργήσει θέσεις εργασίας, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η διοικητική υποστήριξη, η εξυπηρέτηση πελατών και η μεταποίηση. Η χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την παρακολούθηση της απόδοσης των εργαζομένων οδηγεί συχνά σε εντατικοποίηση της εργασίας, αυξάνοντας το άγχος και περιορίζοντας την αυτονομία. Η εκτεταμένη επιτήρηση αποτελεί και ένα από τα πιο ανησυχητικά ζητήματα. Η δυνατότητα καταγραφής και ανάλυσης της εργασιακής δραστηριότητας δημιουργεί ένα περιβάλλον συνεχούς ελέγχου, που μπορεί να πλήξει την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από αλγορίθμους όπως προσλήψεις, αξιολογήσεις ή απολύσεις, χαρακτηρίζονται συχνά από έλλειψη διαφάνειας. Οι εργαζόμενοι καλούνται να αποδεχτούν αποτελέσματα που δεν μπορούν να κατανοήσουν ή να αμφισβητήσουν, ενδεχομένως και λανθασμένα αποτελέσματα όπου τρίτοι παράγοντες δεν υπολογίζονται από αλγόριθμους στους δείκτες απόδοσης, γεγονός που υπονομεύει βασικές αρχές δικαιοσύνης στον χώρο εργασίας.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αμυντική στάση. Αντίθετα, καλείται να διαμορφώσει ένα σαφές πλαίσιο διεκδικήσεων που θα διασφαλίζει ότι η τεχνολογία υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο. Η συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη αποφάσεων για την εισαγωγή συστημάτων AI, η θεσμική προστασία από συρρίκνωση θέσεων εργασίας λόγω αυτοματοποίησης, η διαφάνεια και η επιτήρηση των αλγοριθμικών συστημάτων, η κατοχύρωση του δικαιώματος στην εκπαίδευση και επανακατάρτιση με ευθύνη των εργοδοτών, η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα και οι σαφείς περιορισμοί στην ψηφιακή επιτήρηση είναι ζητήματα που πρέπει οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να έχουν ψηλά στην ατζέντα τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί ουδέτερη εξέλιξη ούτε αφορά το μακρινό μέλλον, είναι ήδη εδώ και ανάλογα με το πώς θα ενσωματωθεί στην εργασία, μπορεί είτε να αποτελέσει εργαλείο προόδου είτε μηχανισμό ενίσχυσης των ανισοτήτων. Από συνδικαλιστική σκοπιά, το διακύβευμα είναι σαφες και είναι η διασφάλιση ότι τα οφέλη της τεχνολογικής ανάπτυξης θα κατανέμονται δίκαια και ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων θα προστατεύονται σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.




