Έφτασε το Πάσχα. ήλθε η Μ. Εβδομάδα. Έφτασαν και οι σχολικές πασχαλινές διακοπές για τους μαθητές. Στο χωριό μου, τη Μακρινίτσα οι ετοιμασίες για τη γιορτή του Πάσχα πάντα είναι διαφορετικές. Διαφορετική είναι και η ψυχολογία και η προσμονή της Ανάστασης για τα παιδιά.
Του Νίκου Πατουσιά
Μαθητής τότε θυμάμαι αυτές τις αξέχαστες ημέρες της Μ. Εβδομάδας και την συγκίνηση και την κατανυκτική συμπεριφορά μου σ’ αυτή την εβδομάδα των Παθών μέχρι την Ανάσταση.
Είχαμε λοιπόν το Σάββατο του Λαζάρου τα τραγούδια που τότε τα τραγουδούσαν μόνο κορίτσια με τα στολισμένα με αγριολούλουδα καλαθάκια τους. Τα φιλέματα, αυγά, καρύδια και σπανίως χρήματα.
Για μας, τα παιδιά, αυτή η εβδομάδα ήταν καθισιό, παιχνίδι και κυρίως Εκκλησία.
Οι νοικοκυρές έκαναν την ετοιμασία για την Πασχαλιά. Άσπριζαν τα σοκάκια, τιμάρευαν τα σπίτια. Την Μ. Πέμπτη έβαφαν τα αυγά κάνοντας σ’ αυτά ωραία σχέδια χρησιμοποιώντας αγριολούλουδα, έφτιαχναν κουλούρια και την κουλούρα που προορίζονταν για τον κουμπάρο. Το Μ. Σάββατο ετοιμάζαν το Πασχαλινό τραπέζι. Η Κυριακή των Βαΐων άρχιζε για μας εβδομάδα γεμάτη από συγκινησιακά και κατανυκτικά συναισθήματα.
Το βράδυ στον Νυμφίο, ψέλναμε μαζί με όλο το εκκλησίασμα με κατάνυξη «τον νυμφώνα σου βλέπω». Ενώ, όταν βγήκε ο Νυμφίος, στην περιφορά του, θυμάμαι ανθρώπους να δακρύζουν.
Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη, όλο το χωριό στην Εκκλησία.
Μ. Πέμπτη τραγουδούσαμε εμείς τα αγόρια τώρα το «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα». Το βράδυ στη Σταύρωση, παρακολουθούσαμε τα 12 Ευαγγέλια, έχοντας και από ένα βιβλιαράκι στα χέρια. Τι απερίγραπτο δέος νιώσαμε βλέποντας τον παππούλη μας, τον παπα-Κώστα να περιφέρει τον Σταυρό με σταυρωμένο τον Χριστούλη μας και να απαγγέλει το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και βλέποντας τον Εσταυρωμένο πάνω στον Σταυρό με τα καρφιά στα χέρια και στα πόδια, θυμάμαι ότι σκεπτόμουν «Γιατί Θεέ μου, γιατί επέτρεψες τους άνομους να σε βασανίσουν και να σε σταυρώσουν;». Το βράδυ μετά την Εκκλησία και μέχρι τα ξημερώματα βοηθούσαμε στο στόλισμα του Επιταφίου. Τι όμορφα στολισμένος ήταν αυτός ο Επιτάφιος έτσι απλά με λουλούδια του κήπου και του αγρού.
Μ. Παρασκευή. Πολύ ιδιαίτερη μέρα για μας τα παιδιά. Όλη την ημέρα οι καμπάνες των Εκκλησιών χτυπούσαν πένθιμα. Εμείς τα παιδιά, όλη την ημέρα, χωρισμένα σε ομάδες, αγόρια και κορίτσια, ψέλναμε τα εγκώμια.
Εννοείται ότι όλη την ημέρα δεν τρώγαμε τίποτε. Ούτε νερό, μας έλεγαν οι γονείς μας δεν κάνει να πιείτε. «Σήμερα πέθανε ο Χριστός μας»…
Το βράδυ της Μ. Παρασκευής πάλι όλοι στην Εκκλησία. Τώρα κρατούσαμε κίτρινες λαμπάδες που θα τις ανάψουμε όταν θα ψάλλουν τα εγκώμια.
Η Εκκλησία πένθιμα στολισμένη με μωβ κορδέλες.
Ο παπα Κώστας και οι ψάλτες Αντώνης και Θανάσης και εμείς τα παιδιά χωρισμένα σε ομάδες ψέλναμε τα εγκώμια γύρω-γύρω από τον Επιτάφιο. Ψέλναμε με τη σειράς έναν – έναν τους στίχους. Τι γλυκύτατοι στίχοι!
Εκείνος όμως ο στίχος που λέει «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατό μου τέκνο», με συνεκλόνιζε. Περνούσαν εικόνες στο μυαλό μου με τον Χριστό μας πάνω στο Σταυρό, με τους δυο ληστές δεξιά και αριστερά του, και κάτω θρηνούσα η Παναγία μας.
Η Παναγία μας, η μάνα του Χριστού, να βλέπει τον μονάκριβό της γιο κρεμασμένο στο Σταυρό. Τι συγκλονιστικό Θεέ μου!
«Ω γλυκύ μου έαρ, πουέδυ σου το κάλλος;». Τι φρικιαστική σκηνή, η μάνα – ανήμπορη να βοηθήσει το παιδί της – να παρακολουθεί το βασανιστικό τέλος Του.
«Παναγία μου, πόσο θα υπέφερες παρακολουθώντας αυτό το Θείο δράμα», σκεφτόμουν. Και αφού τελείωσαν τα εγκώμια, στην περιφορά του Επιταφίου, με αναμμένες τις λαμπάδες ψέλναμε όλο το εκκλησίασμα το «Αι γενεαί πάσαι».
Φτάσαμε στο Μ. Σάββατο. Εκ διαμέτρου αντίθετα τώρα τα συναισθήματά μου. Ημέρα χαράς, ημέρα γιορτινή. Η Εκκλησία τώρα στολισμένη με άσπρες και κόκκινες κορδέλες. Όλοι οι πολυέλαιοι αναμμένοι. Εμείς θα φορούσαμε τα καινούρια μας παπούτσια, θα κρατούσαμε τις όμορφες λαμπάδες του νονού μας, θα τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μας και αφού τελείωνε και η αναστάσιμη ακολουθία και αφού προηγουμένως είχε ψαλεί το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» και οι γνωστές ευχές «Χριστός Ανέστη» «Αληθώς Ανέστη» και η ρίψη βεγγαλικών και τουφεκιών και με τις καμπάνες να κτυπούν πλέον, μεταφέραμε στα σπίτια μας το Άγιο Φως για να ανάψουμε το καντήλι των εικονισμάτων.
Ακολούθησε η μαγειρίτσα και τα τσουγκρίσματα των αυγών.
Την επαύριο, Κυριακή του Πάσχα, ημέρα γλεντιού, ημέρα του οβελία. Ήταν η χαρά μας να γυρίζουμε τη σούβλα. Τότε δεν υπήρχαν μηχανικά μέσα γι’ αυτό το σκοπό.
Και κάπως έτσι για μας τα παιδιά, περνούσε η μία από τις δύο εβδομάδες διακοπών. Και σκέπτομαι. Τι δεν θα’δινα να ξαναζούσα (Πάσχα) εκείνα τα ανέμελα παιδικά χρόνια στο χωριό.
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ


