ΑΠΟΨΕΙΣ

To Όνειρο του Οδυσσέα Ελύτη να Γίνει Αθλητής (Λεπτομέρεια Πρώτη)

to-oneiro-toy-odyssea-elyti-na-ginei-athlitis-leptomereia-proti-1288733

Τυχαίνει να γνωρίζω σημαντικές λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο τού Οδυσσέα Ελύτη. Βέβαια, δεν συναντήθηκαν τυχαία τα βλέμματά μας, μια ανοιξιάτικη βραδιά στο σπίτι τού Γιάννη Ρίτσου.

Του Θωμά Στραβέλη

συγγραφέα – πανεπιστημιακού

Ήταν ίσως και της «Τύχης γραφτό» να γνωριστούμε, σ’ άλλο χρόνο, στο «κελί» τού φίλου του και μεταφραστή Κίμωνα Φράιερ, του «ιεραπόστολου», όπως τον αποκάλεσε, μετά την απονομή τού Νόμπελ, ο ίδιος ο ποιητής τού φωτός, που πίστευε ότι οι μεταφράσεις των ποιημάτων του, καθώς και η εκτενής αισθητική ανάλυση του έργου του από τον Φράιερ βοήθησαν, όπως του έγραψε σ’ ένα γράμμα του ο Ελύτης, «στην κατανόηση και την ορθή αποτίμηση της ποίησής του από τους Σουηδούς Ακαδημαϊκούς». Και πρόσθεσε ακόμα: «Είχα την ευκαιρία να μιλήσω ιδιαίτερα με μερικούς απ’ αυτούς. Και διαπίστωσα ότι όλοι τους είχαν απομνημονεύσει στίχους στη δική σου απόδοση. Αφήνω ότι ο κ. Γκύρωβ, που έκανε την παρουσίασή μου, κατά την ημέρα τής απονομής τού Νόμπελ, αναφέρθηκε σε περικοπές από τα ποιήματά μου, και σε αναλύσεις, που είχε αντλήσει από το βιβλίο σου. Καταπιάστηκες με το δυσκολομετάφραστο έργο μου, αλλά και, γενικότερα, με την προβολή τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης που, ακάματος και με πίστη, θα έλεγε, ιεραποστόλου, συνεχίζεις. Νά’ σαι πάντα καλά».



9.1.80

Οδυσσέας Ελύτης

Στο διαμέρισμα του Φράιερ, ήρθα σ’ επαφή με προσωπικότητες του πνευματικού κόσμου, που μ’ ενθουσίασαν και μου έδωσαν πολλά κίνητρα, καθώς διαισθάνθηκα ότι ο κορυφαίος μεταφραστής Κίμων Φράιερ ήταν ο άνθρωπος, με τον οποίο θα μπορούσα να συνεργαστώ. Όπως κι έγινε. Η συνεργασία μας κράτησε 15 χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα, μεταφράσαμε πολλούς ποιητές, ανάμεσα στους οποίους τον Γιάννη Ρίτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, την Καρέλλη, τους Εμπειρίκο, Βάρναλη, Γκάτσο, και πολλούς άλλους. Ήταν φωτεινή η συνεργασία μας, αλλά μου χαμογέλασε και η Τύχη ξανά, να γίνω ο μεταφραστής τού μεταφραστή, όπως με αποκαλούσαν στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας εκείνου του καιρού. Επιδιώκοντας τη δική μας μεταφραστική οδύσσεια, αρχίσαμε να μπαίνουμε στην ίδια την καρδιά τής ελληνικής δημιουργίας. Για νά’ μια ειλικρινής, χάρηκα τη δουλειά που κάναμε, έχοντας, όσο κοντά γίνεται, τους ίδιους τους ποιητές που μεταφράζαμε, στο «κελί», όπου η Ποίηση κραύγαζε από χαρά, στον άδειο χώρο και, μια ελληνική ηχώ, μάς απαντούσε: Δεν είναι απίστευτο που, δημιουργοί και αναδημιουργοί, είμαστε μαζί, δεν είναι εξίσου απίστευτο που, μέσα στην αγιοσύνη τού κελιού, γινόμαστε μία ποιητική ψυχή!

Στα παιδικά του χρόνια, λοιπόν, όπως οι περισσότεροι νεαροί Έλληνες, ο Ελύτης ονειρευόταν να γίνει αθλητής. Όμως, μια εφηβική αδενοπάθεια τον ανάγκασε να στραφεί σιγά σιγά στον εαυτό του και στη λογοτεχνία. Εκείνο που καταλάβαινε, από τα πρώτα του διαβάσματα, ήταν ότι η περιγραφή και η διήγηση, η λογική ακολουθία των γεγονότων, δεν άγγιζαν τον βαθύτερο κόσμο, που είχα αρχίσει ν’ αναγνωρίζει μέσα του, έναν κόσμο που αναδυόταν ανεπαίσθητα, κάτω απ’ τα στρώματα των φαινομένων και που έμοιαζε στα μάτια του πιο αληθινός από τον κόσμο τής εξωτερικής πραγματικότητας. Τίποτα απ’ αυτά που διάβαζε, πεζά ή ποιήματα, δεν έδειχναν, ούτε με τη μορφή, ούτε με το περιεχόμενό τους, ν’ απεικονίζουν με ακρίβεια τον αυθεντικό εσωτερικό του κόσμο. Και καμιά απ’ τις ποιητικές Σχολές, που κυριάρχησαν στα νεανικά του χρόνια, δεν φαινόταν ικανή να τον εκφράσει. Ούτε οι παραδοσιακές μορφές των Παρνασσικών, ούτε η «Ποίηση της απουσίας», αυτή που αρχίζει από τον Μαλλαρμέ και φτάνει ως τον Ελυάρ, ούτε ο νεορεαλισμός τού Αραγκόν, ούτε οι ποικίλες μορφές τού συμβολισμού, οι αόριστες και αλληγορικές, μπόρεσαν να επικαλεστούν βαθύτερους και διονυσιακούς τόνους. Αλλά εκείνο που, εντελώς ιδιαίτερα, ο νεαρός ιδεαλιστής, αδυνατούσε ν’ αποδεχτεί σαν άποψη και στάση ζωής, ήταν η λεγόμενη «καταραμένη ποίηση», αυτή που ξεκίνησε από τον Μπωντλαίρ για να φτάσει ως τον Αρτώ, και που είχε ασκήσει ουσιαστική επίδραση στους ποιητές τής προηγούμενης γενιάς, τον Κώστα Ουράνη και τον Κ. Καρυωτάκη. Ωστόσο, οι «γητιές», που έβλεπε να κάνουν, όταν ήταν έφηβος, οι γυναίκες τής Κρήτης, τον γοήτευαν. Ένας εσώτερος μαγικός κόσμος, όπου τίποτε δεν έπρεπε ν’ αποκαλυφθεί άμεσα και όπου οι λέξεις είχαν την αυθεντικότητα των πράξεων, τινάζονταν σαν θαύματα μέσα απ’ το καπέλο τού ταχυδακτυλουργού.

Η αυτοκτονία τού Καρυωτάκη, το 1928, ήταν το κύκνειο άσμα τής σχολής τής παρακμής. Ο έφηβος Ελύτης έβλεπε πια καθαρά πως οι ποιητές τής εποχής του, κλεισμένοι στον ελεφάντινο πύργο τους, είχαν απομακρυνθεί από το ελληνικό τοπίο, από την κληρονομιά τής πατρίδας τους, από την δημοτική τους παράδοση, και περιδιάβαιναν σε ξένους κήπους, γεμάτους φθινοπωρινές βροχές, συννεφιασμένους ουρανούς και νοσταλγικές λίμνες με μεγαλόπρεπους κύκνους, καλλιεργώντας τη νεύρωσή τους και τη σύγχυση των αισθήσεών τους, εγκωμιάζοντας το Κακό, το άγχος, την κατάθλιψη, στοιχεία βόρεια κι εντελώς ασυμβίβαστα με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία.

Η παραλυσία και η αποσύνθεση τύλιξαν σαν σάβανο τους ποιητές, που έζησαν έπειτα από την καταστροφή τού 1897 και ως την εθνική συμφορά τού 1922. Ο Ελύτης αδυνατούσε να συμβιβαστεί μ’ αυτό τον κόσμο τής ειρωνείας, του αριβισμού και της παρακμής, που με τόση αυταρέσκεια ζητούσε να εκφράσει η καβαφική ποίηση. Γενικά, μολονότι έβλεπε με θαυμασμό να γεννιέται, από τον Καβάφη και τον Σεφέρη, μια νέα ποίηση, κάτι τον εμπόδιζε ν’ αποδεχτεί αυτό τον κόσμο των ερειπίων και της ερήμωσης, που πόσο ανελέητα αυτοί εκφράζανε. Από έφηβος ακόμη, ο Ελύτης άνοιξε τα πανιά τού ονείρου, να πάει μακριά σαν το κύμα. Στην ποίησή του, θεοποίησε τη νεότητα μέσα από μυθικά τοπία και το ρεμβασμό, που στάθηκε το όραμά του για το Αιγαίο. Όλοι χαιρετίσαμε τον Ελύτη, τον ποιητή τής υγείας και της παρθενικότητας, τον υμνητή τής θερμής αμεριμνησίας, τον ποιητή τής ευτυχισμένης ομορφιάς και της φωτεινότητας των εικόνων του. Όπως στη «Γένεση», έπειτα από τη δημιουργία τού κόσμου, ο Θεός είπε «γεννηθήτω το Φως», έτσι και στον Ελύτη, το φως και ο ήλιος είναι το άλφα και το ωμέγα, είναι οι πηγές τού σύμπαντός του, η εξοχή τής ανοιχτής καρδιάς, είναι η σκέψη του για έναν κόσμο, που είναι ριζωμένος στην άγνοια (επειδή το κακό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι συνέπεια όχι τόσο της κακίας όσο της άγνοιας).

Για να πούμε την τελευταία λέξη για τον έφηβο Ελύτη, μπορούμε να θυμηθούμε τη φράση του, που τον καθορίζει, που τον αποκαλύπτει και μας αποκαλύπτεται. Στην ωριμότητά του, λοιπόν, μας είπε: «Αυτός που γύρευα, είμαι». Αυτός που γύρευες, Οδυσσέα, παραδέχτηκε ότι όντως είσαι! Ένας μεγάλος Έλληνας, που διάβασε άπληστα τον κόσμο με ανοιχτά μάτια στονύπνο ενός Γενναίου, με μια νοσταλγική δύναμη, που «ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες τού ύπνου των αιώνια Γενναίων» τού Αλβανικού Μετώπου, που μετουσίωσαν το σκοτάδι τού πολέμου σε φως αναστάσιμο!

 

Εγγραφείτε στο Newsletter του Ταχυδρόμου