Ηθη και έθιμα του δωδεκαημέρου στο Βελεστίνο

Τελευταία ενημέρωση: 2019-12-27, 16:53:11
Ηθη και έθιμα του δωδεκαημέρου στο Βελεστίνο

Του Δημήτρη Παπαδάμ               

               

Η εκκλησιαστική μας παράδοση σημαδεύεται από μια ιδιαίτερα κατανυκτική περίοδο νηστείας και μετάνοιας που ξεκινά από τις 14 Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται με τη γέννηση του Θεανθρώπου. Σε αυτό το διάστημα τελείται καθημερινά θεία λειτουργία, το γνωστό σαρανταλείτουργο υπέρ υγείας των ζώντων και ανάπαυσης των ψυχών των θανόντων.

Από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι και την ημέρα των Φώτων, το γνωστό 12ήμερο πολλά είναι τα έθιμα που αναβιώνουν στην περιοχή μας τα οποία είναι αφιερωμένα στο μεγάλο γεγονός της γέννησης του Θεανθρώπου και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η άντληση των εθίμων αυτών και η πηγής τους είναι γεγονότα και δρώμενα που κορμός τους είναι η ορθοδοξία μας, αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που οι νοικοκυραίοι θυμιατίζουν κάθε βράδυ για να διώξουν τα κακά πνεύματα και δαιμόνια.

Από την παραμονή των Χριστουγέννων τις πολύ πρωινές ώρες, ομάδες από μικρά παιδιά ξεκινούν να πουν τα κάλαντα και να προϋπαντήσουν τον μικρό νεογέννητο Χριστό. Εκτός από το συνηθισμένο τραγούδι «Καλήν ημέρα άρχοντες κ.λπ.» λένε και:

                «Χριστούγεννα πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου γεννιέται

                κι’ ανατρέφεται με μέλι και με γάλα, το μέλι τρώνε οι άρχοντες το

                γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο που πίνουν οι κυράδες».

Υπάρχει και μια πολύ μεγάλη μερίδα κατοίκων που διαμένει στο Βελεστίνο έχοντας Βλάχικη καταγωγή από το Περιβόλι Γρεβενών. Αυτοί λοιπόν λένε το ακόλουθο τραγούδι στη βλάχικη διάλεκτο:

                «Κόλιντρι μέλιντρι, σάβαλα κοντίλαλα

                ντε’νι μάιε ουν κουλάκ’ου κ’σιαφλέ Χριστόλου

                κου μπόιλι του π’χνίι

                ντε’νι μάιε ουν κουλάκ’ου σ’τα μπ’νιάντζ’ι πάπλου

                φουμιάλια κου νιπόζλιοι

                ντε’νι τετε ουν κουλάκ’ου κ’βα σφρ’ίγκου ούσια

                κ’βα σφούρ κ’τούσια.»

Εκτός από την μεγάλη ποικιλία των γλυκισμάτων που φτιάχνουν όπως μελομακάρονα – κουραμπιέδες κ.λπ., ζυμώνουν με προζύμι και με μεγάλη κατάνυξη μια μεγάλη κουλούρα το Χριστόψωμο το οποίο κόβουν και τρώνε στο γιορτινό τραπέζι. Μαζί μ’αυτό ζυμώνουν μικρά ψωμάκια τα λεγόμενα κόλιντρα ή κουλουκούς για να δώσουν στην πορεία στους μικρούς που τραγουδάνε σαν φιλοδώρημα.

Οι οικογένειες των κτηνοτρόφων την παραμονή προσφέρουν σε συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα γάλα από τα ζώα τους, και επίσης το φαγητό της ημέρας αυτής είναι η παραδοσιακή και βλάχικη πρασόπιτα με μπόλικα τραγανά καρύδια γιατί με αυτό τον τρόπο κατά την παράδοση εύχονται να είναι πλούσια σε παραγωγή γάλακτος τα κοπάδια τους. Στο τζάκι που καίει από νωρίς ρίχνουν μεγάλα κούτσουρα που έχουν σημαδέψει νωρίτερα, για να ζεστάνουν με αυτό τον τρόπο την παγερή νύχτα τον νεογέννητο μικρό Χριστό μας.

Στη φωτιά από το βράδυ μέχρι τις πρωινές ώρες βράζει ο παραδοσιακός πατσάς που περιέχει πόδια μόσχου, κεφάλι και άλλα εντόσθια. Πρωί - πρωί εκκλησιάζονται αφού ανταλλάξουν ευχές συγκεντρώνονται στο σπίτι όπου ζουν και κατοικούν οι γονείς της οικογένειας ή στο σπίτι του μεγαλύτερου αδελφού να φάνε και να χαρούν όλοι μαζί. Είναι μια μέρα αγάπης και οικογενειακής θαλπωρής. Τη δεύτερη ημέρα εκκλησιάζονται στην ενορία της κοιμήσεως της Θεοτόκου της γλυκιάς μας παναγίας για να τιμήσουν και τα αγαπημένα πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας, λόγω του ότι είναι πιο κοντά το κοιμητήριο.

Από την επομένη αρχίζουν οι προετοιμασίες για την πρωτοχρονιά. Φτιάχνουν τον παραδοσιακό μπακλαβά και την παραμονή συγκεντρώνονται σ΄ ένα συγγενικό σπίτι όλοι μαζί, αφού φάνε έχουν ετοιμάσει και τη βασιλόπιτα που είναι από μπλουγούρι (μπλουγουρόπιτα), τα σημάδια είναι: εκτός του Χριστού και των Αγίων, το σπίτι, το χωράφι, τα ζώα και τα αγαθά που παράγουν. Στο τζάκι και πάλι ένα μεγάλο κούτσουρο γιατί αυτό το βράδυ σύμφωνα με την παράδοση πάντα γεννάει η αρκούδα «φ’ιάτ’ι ουρσα».

Τους ανύπαντρους νέους και νέες η αλλαγή του χρόνου τους βρίσκει στην υπέρεια κρήνη το Κεφαλόβρυσο που έχει πλέον στερέψει, εκεί πηγαίνουν να κλέψουν κατά κάποιο τρόπο το αμίλητο το νερό. Μέσα στο σκοτάδι μεσάνυχτα ακούγονται έντονα ο ήχος από τα γιούμια που προσπαθούν με κάθε τρόπο να πάρει πρώτος κάποιος ανύπαντρος ή ανύπαντρη νερό για να είναι τυχερός να παντρευτεί τη νέα χρονιά. Την ημέρα της πρωτοχρονιάς εκκλησιάζονται και ανταλλάσουν ευχές για κάθε ευτυχία.

Οι εκδηλώσεις του 12ημέρου κορυφώνονται με τις προετοιμασίες που γίνονται για τα Θεοφάνια, τα παιδιά με το σουρούπωμα χτυπούν τα μεγάλα κουδούνια που έχουν προμηθευτεί από τους βλάχους Περιβολιώτες του Βελεστίνου ανάμεσα στις γειτονιές και τους δρόμους μέχρι την παραμονή. Χαράματα της παραμονής μεγάλες ομάδες τα μπουλούκια ή ρουγκατσάρια ή λιγουτσάρια γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι να πουν τα κάλαντα των Φώτων μεταμφιεσμένοι και με διάφορες παραστάσεις. Οι ρίζες από τα «Ρουγκατσάρια ή λιγουτσάρια» χάνονται στην εποχή της Τουρκοκρατίας. Η μία εκδοχή αναφέρει ότι οι ήχοι των κουδουνιών έδιωχναν τα κακά πνεύματα. Όμως ο κύριος σκοπός του εθίμου ήταν εθνικός, αφού οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν έτσι να συναθροίζονται, δίχως να προκαλούν υποψίες στους Τούρκους. Έτσι χρησιμοποιούσαν τις μεταμφιέσεις, για να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Τους ρόλους που υποδύονταν οι μασκοφορεμένοι στα μπουλούκια είναι το ζευγάρι των νεονύμφων που στην περίπτωσή μας είναι και οι δύο άντρες και είναι το τελευταίο ζευγάρι και πρόσφατο της περιοχής, τον γεννήτσαρο που είναι μισός έλληνας μισός τούρκος, τον Παπά που είναι επίσης εικονικός τον Γιατρό, τον αρκουδιάρη με την αρκούδα, τον αράπη ο οποίος φοράει μια μαύρη μάλινη κάπα και στο πρόσωπο ένα μαντήλι, στη μέση κρεμάει μια μεγάλη κουδούνα, τους σαλούς που καλύπτουν τα πρόσωπά τους με μάσκες από δέρματα ζώων, στις πλάτες διάφορες παραστάσεις που κατασκευάζουν και κόβουν από χαρτιά, στη μέση τους δε κρεμούν μεγάλα κυπριά. Ο τελευταίος της παρέας είναι ο διακονάρης ή ζήτουλας με το γαϊδουράκι του που φορτώνει πάνω τους διάφορα φιλοδωρήματα και εδέσματα που τους δίνουν. Όλοι μαζί πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και λένε ένα γενικό τραγούδι.

                «Σ’αφεντικό ξεβγίκαμε σ’αφεντικό να πάμε

                να πάμε να τιμήσουμε τον βάρβαρο αφέντη

                να τον τιμήσει ο βασιλιάς και νατον στεφανώσει

                να βάλει στέφανα χρυσά χρυσά μαλαματένια».

Πηγαίνουν λοιπόν από νοικοκύρη σε νοικοκύρη, από αφέντη σε αφέντη μέχρι να φτάσουν στον βάρβαρο και μεγάλο αφέντη που είναι ο πασάς που εδρεύει σε κάθε περιοχή.

Υπάρχει ένα τραγούδι που φανέρωνε τον καημό των Ελλήνων για τη σκλαβωμένη Κωνσταντινούπολη και το οποίο λένε στο σπίτι του ιερέα του χωριού.

                «Εδώ σ’ετούτες τις αυλές τις μαρμαροστρωμένες

                Εδώ κοιμάται ο Δέσποτας με το χαρτί στον κοργό

                Κι η παπαδιά του έλεγε κι η παπαδιά του λέει

                σήκω επάνω Δέσποτα και μη βαριά κοιμάσαι

                σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια             

                σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά μέσα από την πόλη

                με 400 σήμαντρα και 62 καμπάνες».

Ανάλογα με την περίπτωση και περίσταση έχουν και τα επί μέρους τραγούδια:

Στο σπίτι του κτηνοτρόφου λένε:

                «Τίνος είναι τούτο το μαντρί

                το μαρμαροστρωμένο

                εδώ βελάζουν πρόβατα εδώ βελάζουν γίδια

                εδώ βελάζουν και αρνιά μαζί με τα κατσίκια».

Τα κεράσματα ήταν γάλα, τυρί, αρνιά.

Στο σπίτι του αγρότη λένε:

                «Τα μαύρα βόδια στο ζυγό

                τα τρίγωνα στ’ αλεύρι

                ο ζευγολάτης στάθηκε και σιλογάει τα βόδια

                ζευγάρι χρυσοζεύγαρο χρυσό μαργαριτάρι

                τραβάτε βόδια το ζυγό τ’ αλεύρι τ’ ασημένιο

                να γίνει ο όργος πιο βαθύς

                αφράτο το χωράφι».

Στο σπίτι της ανύπαντρης κόρης λένε:

                «Εδώ χουν κόρη για παντριά κόρη ν’αρραβωνιάσει

                την τάζουν γιο του βασιλιά

                την τάζουν γιο του Ρήγα

                δεν θέλω γιο του βασιλιά

                δεν θέλω γιο του Ρήγα

                θέλω τ’ αρχοντόπουλο που περπατεί καβάλα

                καβάλα πάει στην εκκλησιά

                καβάλα προσκυνάει

                καβάλα παίρνει αντίδωρο

                απ’ του παπά το χέρι».

Στο σπίτι του ανύπαντρου νέου λένε:

                «Ξεκίνησε κι ο νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει

                νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιγώνει

                βάζει τα πέταλα χρυσά – χρυσά μαλαματένια

                στο δρόμο που επήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει

                ρωτάει εδώ ρωτάει εκεί

                που να βρει τέτοια κόρη

                ψηλή λιανή σαν το βεργί

                χοντρή σαν το καλάμι».

 

Στο σπίτι της μικρής κοπέλα λένε:

                «Φραγκίτσα δω φραγκίτσα κει

                φραγκίτσα πάει στη βρύση

                με το γκιουρντάνι στο λαιμό

                και τη λιανή τη μέση».

Στο σπίτι του μικρού αγοριού λένε:

                «Ένας μικρός μικρούτσικος

                μικρός και χαϊδεμένος

                μικρό τον έχει η μάνα του

                μικρό και ο μπαμπάς του

                τον έλουζαν τον χτένιζαν

                και στο σχολιό τον στέλνουν

                παιδίμ να μάθεις γράμματα

                παιδίμ να μάθεις γνώση

                τα γράμματα είναι στο χαρτί

                κι’ ο νούσου στα παιχνίδια

                κι’ ο δάσκαλος τον έδερνε

                με μια ψιλή βεργούλα».

Στο σπίτι του καλού νοικοκύρη λένε:

                «Σ’ αυτό το σπίτι που ήρθαμε

                πέτρα να μη ραγίσει

                κι’ ο νοικοκύρης του σπιτιού

                χίλια χρόνια να ζήσει».

Στο σπίτι του κακού νοικοκύρη λένε:

                «Αυτό το σπίτι το ψηλό

                γεμάτο καλιακούδια

                άλλα κλωσούν άλλα γεννούν

                άλλα βγάζουν τα μάτια

                και τ’ άλλα τα μικρότερα

                σου χ….. τα μουστάκια».

Τα χρήματα που τυχόν μαζεύουν τα μπουλούκια τα διαθέτουν για φιλανθρωπικό σκοπό ή για ανέγερση και επισκευή ναών και προσκυνημάτων. Με ευλάβεια περιμένουν οι πιστοί ενορίτες τον εφημέριο που πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι κρατώντας στο χέρι του τον τίμιο σταυρό με τον βασιλικό και τον διαβασμένο από τα χαράματα αγιασμό να αγιάσει και να φωτίσει τα σπίτια και τους πιστούς. Ανήμερα των Φώτων μετά τη Θεία Λειτουργία η πομπή με τον τίμιο σταυρό κατευθύνεται προς το κεφαλόβρυσο για τον καθαγιασμό των υδάτων. Το σταυρό ανασύρουν από την πηγή νέα παιδιά που παραβρίσκονται κοντά στην εξέδρα. Τοποθετούν τον σταυρό σ’ ένα δίσκο και πηγαίνουν με τη σειρά σ’όλα τα σπίτια του Βελεστίνου να αγιαστούν. Οι νοικοκυρές κατεβάζουν τις εικόνες με μεγάλη ευλάβεια από τα εικονίσματα και οδεύουν προς το κεφαλόβρυσο να τις ράνουν με τα αγιασμένα νερά της πηγής.

Οι εκδηλώσεις ολοκληρώνονται με τη μεγάλη γιορτή στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη και Βαπτιστή Προδρόμου.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
4
=