Ιστορίες του δάσους (Για την απεργία)

Τελευταία ενημέρωση: 2008-03-19, 00:00:00
Ρωτάς για την απεργία, φίλε, και τι να κάνεις μιας και οι άλλοι στη δουλειά δεν απεργούν, με έναν τρόπο που προς στιγμήν τα ’χασα, όμως κάτι μου ήρθε στο μυαλό: Λοιπόν, μου έλεγαν για έναν γερο-δικτάτορα στην Ινδονησία ή κάπου εκεί, δε θυμάμαι καλά -πάντως είναι ένα μέρος που έχει ζούγκλα- που περικυκλώνει με το στρατό του το δάσος κι αδειάζουν τα όπλα τους σ’ ό,τι πετάει πάνω απ’ τις φυλλωσιές, σ’ ό,τι κινείται, σ’ ό,τι τολμάει να ξεμυτίσει από τα δέντρα, σ’ ό,τι καταλαβαίνει ότι δε σκέφτεται όπως αυτός ή δεν ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο. Και λέω: Παντού τα ίδια είναι, κι εδώ περικυκλωμένοι είμαστε, όποιος τολμάει να ξεμυτίσει λιγάκι, να αντισταθεί, να κινηθεί διαφορετικά απ’ ό,τι του έχουν προδιαγράψει, μπαμ! πάρ’ τον κάτω.
Είναι γιατί καθόμαστε ρε φίλε, καθόμαστε κι ανεχόμαστε να μας βάζουν χέρι από φόβο μήπως χάσουμε κάτι απ’ αυτά που έχουμε, κι όσο περισσότερο τους αφήνουμε να μας πιάνουνε τον κώλο, τόσο περισσότερο μας τον πιάνουν, έτσι έχουνε τα πράγματα. Όμως δε γίνεται να ’μαστε κι ευχαριστημένοι από πάνω μ’ όλη αυτή την κατάσταση, σαν κι αυτούς που είναι ευχαριστημένοι πάντα, ό,τι και αν τους κάνουν, γιατί σε μας υπάρχουν πάντα σε μια κόχη του μυαλού μας ιστορίες του δάσους, όπου τίποτε δεν τολμά να σαλέψει εξ αιτίας των πυροβολισμών.
Και λέω λοιπόν: Έρχονται κάποιες στιγμές που νιώθουμε σα να είμαστε κρυμμένοι σε ένα δάσος στην Ινδονησία, σαν τα μικρότερα πουλάκια, και θέλουμε να πετάξουμε πάνω απ’ τις φυλλωσιές, με ένα γύρω παραταγμένους τους στρατιώτες να μας σκοπεύουν με τα μπαζούκας, να παραφυλάνε την πιο μικρή μας κίνηση. Κι αυτό που θέλω να πω ρε φίλε, είναι πως στέκεται αδύνατο να λουφάζουμε δια παντός, στέκεται αδύνατο να τους αφήνουμε δια παντός να μας πιάνουνε τον κώλο σα να ’μαστε οι τελευταίοι πούστηδες, πως έρχεται η στιγμή που δεν αντέχουμε άλλο κι εξεγειρόμαστε.
Πλήθος πουλιά πετάνε πάνω από το δάσος κι οι στρατιώτες τα σημαδεύουν, όμως εμείς τώρα δεν κωλώνουμε, τι να μας κάνουν τα όπλα τους ή η απειλή των όπλων τους, εμείς πετάμε κι ονειρευόμαστε τον ουρανό ελεύθερο, βρισκόμαστε μεταξύ μας και κοιταζόμαστε σα να βλεπόμαστε πρώτη φορά. Κι αφήνουμε να λουφάζουν, φίλε και να σέρνονται, όλους εκείνους που δεν έχουν τίποτα στην κόχη του μυαλού τους κι είναι έτοιμοι να τη βρούνε οπουδήποτε, οποτεδήποτε, με οτιδήποτε τους παραχωρηθεί από την εξουσία. Όλους όσους χύνουν στη γωνίτσα τους κρυφά και είναι πρόθυμοι να απολογηθούν γι’ αυτό, τους αφήνουμε να λουφάζουν κι εμείς πετάμε, γιατί εμείς έχουμε, βλέπεις, αυτές τις ιστορίες μέσα στο μυαλό, που δεν κατάφεραν ακόμα να μας κλέψουν.
Κι η απεργία, φίλε, είναι η πρόφαση για ένα πέταγμα πάνω απ’ τις φυλλωσιές, έστω και αν η πτήση θα είναι σύντομη, έστω κι αν αύριο θα ’χουν όλα τελειώσει.
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
6
=