Οι σκουπιδιαραίοι

Τελευταία ενημέρωση: 2008-03-16, 00:00:00
Θυμάσαι μία Τρίτη μεσημέρι που πέρασε ο σκουπιδιάρης και σήκωσε όλο το σκουπιδαριό πίσω απ’ το μαγαζί; Μουντζούρης, με φόρμα βρόμικη, αλλά ωραίο παιδί… Και τόσο φχαριστήθηκες, που του ’πες «πάρε ένα δεκάρικο». Θυμάσαι ρε; Την αλήθεια… Εσύ δεκάρικο; Πιο εύκολα σου βγάζουνε τρία νύχια απ’ το ποδάρι, παρά δεκάρικο απ’ την τσέπη… Και το παιδί σε κοίταξε και ρώτησε «γιατί, κύριε;» κι άνοιξε η γη να το καταπιεί, αλλά πιο πολύ κοκκίνισες εσύ, Δημητράκη… Έχωσες πάλι το δεκάρικο στην τσέπη «περήφανο παιδί» σκέφτηκες και ζήλεψες που είν’ έτσι και όχι σαν κι εσένα, παραδόπιστο…
Δημητράκη… Πες τώρα την αλήθεια… Τι ένιωσες όταν σου είπαν ότι οι σκουπιδιαραίοι απεργούν και είδες τα σκουπίδια να γίνονται βουνό μπροστά από το κατάστημα; Ούτε λύπη, ούτε τίποτα, μόνο ένιωσες μέσα σου άδειος, σα να σου ξερίζωσαν την καρδιά και το συκώτι μαζί. Κι έναν μεγάλο θυμό. Μεγάλο… Έτσι; Σωστά;
«Με πιο δικαίωμα το κάνουν αυτό οι μούλοι;» είπες από μέσα σου. Κι άρχισες να γυρνάς δεξιά κι αριστερά στα μαγαζιά και να ξηγιέσαι ζούλα: «Αυτοί οι σκουπιδιάρηδες, οι έσχατοι των εσχάτων, είναι άθλια καθάρματα. Τομάρια διεστραμμένα. Το κάνουν για να ρίξουν την κυβέρνηση. Βούρδουλας τους χρειάζεται. Πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Όχι να μας κρατούν αιχμάλωτους και οι σκουπιδιαραίοι». Μόνο ρε μπαγάσα Δημητράκη που η ζωή είναι άτιμη, όλο φάρσες σκαρώνει και δε θέλουμε να τις πιστέψουμε… Αυτό είναι…
Το λοιπόν Δημητράκη, γυρίζει η ρόδα και η κυβέρνηση έβαλε χέρι στο ταμείο σου. Σκέφτηκες ότι θέλεις κι άλλα χρονάκια να βγεις στη σύνταξη, σκέφτηκες τα παιδιά σου που τα υπεραγαπάς, γιατί ως άνθρωπος δε γίνεται ν’ αγαπάς μονάχα σώβρακα και φανέλες που έχεις στο μαγαζί σου, και τα λεφτά που χάνεις. Έτσι ρε Δημητράκη; Στα ίσια… αντρίκια… έτσι; Και βγήκες πάλι ζούλα στα εμπορικά «πρέπει να αντιδράσουμε, να βγει ο σύλλογος κάτι να κάνει, δεν πάει άλλο». Εσένα δε σε έπαιρνε να βγεις, εσύ ήσουν κύριος, δεν πήγαινε τώρα ν’ ανακατεύεσαι με διαμαρτυρίες και με διαδηλώσεις… Ψέματα ρε;
Κι ο σύλλογος κάτι έκανε. Κι ήρθαν συμπαραστάτες σου οι σκουπιδιαραίοι. Εκείνο το παιδί που σήκωσε τα σκουπίδια πίσω απ’ το μαγαζί σου. Και στη συνέλευση έσκυψες το κεφάλι να μη σε δει, γιατί ως ζώον που είσαι, φοβήθηκες. Κι αν σου ’λεγε μπροστά σε όλους «φτου σου ρε που κατασυκοφάντησες τον αγώνα μας»; Δε θα ’ταν ντροπή σου κι αίσχος σου; Θυμάσαι το δεκάρικο που δεν το πήρε; Είναι περήφανοι οι σκουπιδιαραίοι, όχι σαν και εσένα, αρουραίοι των υπονόμων, γι’ αυτό και το παιδί δεν είπε τίποτα. Αμ τι νόμισες;
Γιατί τα ’χασες Δημητράκη; Ζωή είν’ αυτή, αγώνας είναι αυτός, μόνο που εσύ ο τρίχας δεν ξέρεις από δαύτα. Από λεφτά ναι, από ζωή όμως όχι, ρε μάπα…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
7
=