ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ: Δεν γίνεται αποκέντρωση με ευχολόγια

Τελευταία ενημέρωση: 2008-03-16, 00:00:00
Σημαντική στιγμή αποτελεί αναμφίβολα η επικείμενη σύμπραξη του Γιώργου Νταλάρα με τη Συμφωνική του Βόλου και την Πολυφωνική Χορωδία από σκηνής Δημοτικού Θεάτρου Βόλου, το βράδυ της 24ης Μαρτίου. Ο κορυφαίος ερμηνευτής θα εμφανιστεί στον Βόλο αφιλοκερδώς, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο την ολόψυχη στήριξή του στα τοπικά πολιτιστικά τεκταινόμενα. Το “Αξιον Εστί” του Μίκη Θεοδωράκη είναι ο μελωδικός καμβάς πάνω στον οποίο αποτυπώνεται με επικά ηχοχρώματα μια κορυφαία συνεργασία κι όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρωταγωνιστής της βραδιάς “είναι ευθύνη και πρόκληση το να ερμηνεύεις κάθε φορά τον σπουδαίο ποιητικό λόγο του Ελύτη και τη μουσική του Μίκη”. Ενθερμος υποστηρικτής της πολιτιστικής αποκέντρωσης, ο ιδανικός ερμηνευτής των έργων του Μίκη Θεοδωράκη, καταθέτει στον “Τ” τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματά του για την πόλη του Βόλου, που “είναι μια αστική πόλη με παράδοση, με πνευματικούς ανθρώπους που μπορούν να αφομοιώσουν και να διατηρήσουν και την παράδοση αλλά και νέα καλλιτεχνικά ρεύματα” όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η προθυμία με την οποία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα των διοργανωτών της συναυλίας είναι ταυτόσημη με τα προαναφερθέντα κι όπως ομολογεί ο ίδιος “χαίρομαι πολύ που ξανασυναντιέμαι με τους μουσικούς και τον μαέστρο για το “Άξιον Εστί”. Η νέα συνεργασία εκφράζει έμπρακτα την άποψη ότι “μέσα από αυτά τα τραγούδια ενισχύεται η πολιτιστική μας ταυτότητα”. “Συλλογικότητα, μελέτη και γνώση” συνθέτουν την μακρά πορεία του Γιώργου Νταλάρα στο πεδίο της μουσικής κι είναι άξια καταγραφής στο σημείο αυτό η από καρδιάς ομολογία “οφείλουμε σεβασμό στους δημιουργούς, αλλά και στο κοινό, που επενδύει πολιτιστικά και κοινωνικά στο τραγούδι και γενικότερα στην αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση. Είναι κοινή κληρονομιά. Δεν το παίρνει ο καθένας από μας σπίτι του για προσωπική εκμετάλλευση”.

- Δημιουργική πρόκληση για έναν κορυφαίο ερμηνευτή η μακρά συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη, η προσέγγιση αλλά και ανάγνωση του επικού του μουσικού λόγου;

Νομίζω ότι τώρα πια για μένα, το να ξαναγυρίζω σε αυτά τα έργα του Μίκη είναι περισσότερο ανάγκη συναισθηματική και υποχρέωση. Βεβαίως το να ερμηνεύεις κάθε φορά αυτόν το σπουδαίο ποιητικό λόγο του Ελύτη και τη μουσική του Μίκη είναι ευθύνη και πρόκληση. Αλλά κυρίως είναι κάτι που μου δίνει χαρά και είναι από τις συναυλίες πάντα που θέλω να πιστεύω ότι προσφέρουν στον κόσμο πραγματική ψυχαγωγία και ότι σε κάθε περίπτωση αυτά τα τραγούδια αξίζει να ακούγονται. Είναι σημείο αναφοράς για όλους μας. Ποτέ δεν θεωρώ αυτά τα τραγούδια κάτι στατικό που εξέφρασε μια εποχή, αλλά με τη δύναμη που έχουν σε κάθε νέα εκτέλεση ξαναδημιουργούνται, ανανεώνονται και γενικά λειτουργούν για την νέα γενιά σαν χειρονομία, αν θέλετε, μεταβίβασης. Έτσι μέσα από αυτά τα τραγούδια, αυτή η σπάνια γλώσσα πλουτίζει και ενισχύει τη σημερινή έκφραση και την επικοινωνία, αλλά και την πολιτιστική μας ταυτότητα.

- Η μουσική, η τέχνη γενικότερα, είναι ο συνδετικός κρίκος που ενώνει κέντρο και περιφέρεια, δημιουργώντας πεδίο για πολιτιστική αποκέντρωση;

Απολύτως. Δεν φτάνουν όμως οι μεμονωμένες προσπάθειες. Χρειάζεται σχεδιασμός και γενναία βοήθεια σε κάθε επίπεδο. Υλική, τεχνική και προδιαγραφές παράλληλα, για να έχει και μία συνέχεια αυτή η αποκέντρωση στην οποία αναφέρεστε.

- Στην προκειμένη περίπτωση ποιο ήταν το έναυσμα, η αφορμή που “γέννησε” τη νέα (δεύτερη κατά σειρά) συνεργασία σας με τη Συμφωνική του Δήμου Βόλου και μάλιστα αφιλοκερδώς;

Το κάλεσμα. Δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μιλήσατε προηγουμένως για αποκέντρωση. Δεν πρέπει να κάνουμε μόνο ευχολόγια. Εγώ αυτό μπορώ, αυτό κάνω. Ανάμεσα στις άλλες μου δουλειές, το να μου ζητούν να προσφέρω το τραγούδι μου και την τέχνη μου για κάτι που αξίζει, αποτελεί για μένα πολύ σημαντικό έναυσμα και ουσία.

- Ποια συναισθήματα και σκέψεις σας διακατέχουν ενόψει της εκ νέου συνεργασίας σας με την ορχήστρα του Βόλου και τον μαέστρο Συμεών Κόγκαν, υπό τους ήχους του “Άξιον Εστί”;

Κάναμε δύο ωραίες παραστάσεις στο Βόλο. Με συγκινεί πολύ το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι με ανησυχίες σε όλα τα είδη της μουσικής. Εγώ δεν βάζω όρια, είναι η πολύ σημαντική η παρουσία του Δημήτρη Μαραγκόπουλου, είναι πολύ σημαντική η ύπαρξη της Συμφωνικής Ορχήστρας, όπως και της Εστουδιαντίνας, που παίζει πια σε όλα τα μέρη του κόσμου. Όπως θυμάμαι πάντα την περίοδο που ήταν στο Βόλο η Λυδία Κονιόρδου και τις σημαντικές παραστάσεις που έγιναν τότε. Χαίρομαι πολύ που ξανασυναντιέμαι με τους μουσικούς και τον μαέστρο για το «Άξιον Εστί».

- Μιλώντας για τον Βόλο δράττομαι της ευκαιρίας να σας ρωτήσω ποια είναι η εικόνα που έχετε για την εν γένει παρουσία του στον πολιτιστικό χάρτη αλλά και το μέλλον του πολιτισμού γενικότερα... Η εποχή των εφήμερων σουξέ αφήνει περιθώρια για ευοίωνες σκέψεις και προσδοκίες;

Δεν μου αρέσουν πολύ οι κολακείες. Πιστεύω ότι ο Βόλος έχει κάνει πάρα πολλά πράγματα, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της πολιτισμικής μας ταυτότητας και μπορεί και του αξίζει να κάνει πολύ περισσότερα. Είναι μια αστική πόλη με παράδοση, με πνευματικούς ανθρώπους που μπορούν να αφομοιώσουν και να διατηρήσουν και την παράδοση αλλά και νέα καλλιτεχνικά ρεύματα. Για να γίνει όμως μια καινούργια αφετηρία, χρειάζεται ένα κοινό νεολαίας που θα παίξει ρόλο στην πιο μαζική διάδοση και αυτό έχει να κάνει πολύ και με την τεχνολογική εξέλιξη, διότι για να βάλεις πράγματα που αξίζουν στο ευρύτερο κοινωνικό και καταναλωτικό περιβάλλον, χρειάζονται συντονισμένες προσπάθειες. Αλλιώς - ή όπως πολύ σωστά είπατε – η εποχή των εφήμερων σουξέ θα καταπίνει πάντα την ποιότητα, την έμπνευση, την πρωτογενή δημιουργία. Γι’ αυτό, όπως σας είπα και πιο πάνω, η πολιτιστική αποκέντρωση δεν αρκεί να ενισχύεται μόνο από μεμονωμένες προσπάθειες. Το να μου ζητήσετε και να αποδεχτώ εγώ να τραγουδήσω μια φορά το χρόνο δεν είναι αρκετό, αλλά πρέπει να θεσμοθετείται.

- Τι σας έχει διδάξει, ως άνθρωπο αλλά και ως καλλιτέχνη, η μακρά σας θητεία στον χώρο του τραγουδιού, η αναφορά στο ρεμπέτικο, η συνεργασία με κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, η αποδοχή του κόσμου αλλά και η επαφή με τον βαθιά φιλοσοφημένο λόγο των λαϊκών δημιουργών;

Συλλογικότητα, μελέτη, γνώση και κυρίως το γεγονός ότι το ρεμπέτικο ή ελληνικά τραγούδια σαν αυτά που έχει γράψει ο Μίκης, δεν είναι υπόθεση ενός ανθρώπου. Δεν κάνουμε εμείς τα τραγούδια γνωστά και δημοφιλή. Τα τραγούδια κάνουν εμάς να ξεχωρίζουμε. Και το τραγούδι είναι κάτι συλλογικό. Οφείλουμε σεβασμό στους δημιουργούς, αλλά και στο κοινό, που επενδύει πολιτιστικά και κοινωνικά στο τραγούδι και γενικότερα στην αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση. Είναι κοινή κληρονομιά. Δεν το παίρνει ο καθένας από μας σπίτι του για προσωπική εκμετάλλευση.
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
1
=