Η σύνταξη

Τελευταία ενημέρωση: 2008-03-04, 00:00:00
Κείνη τη μαλακιά και υγρή μέρα του Μάρτη ο Ροποτός, όταν γύρισε ο πατέρας του από το καφενείο, θέλησε να τον απογυμνώσει από τα διακόσια ογδόντα έξι ευρώ που ’παιρνε το μήνα σύνταξη απ’ τον ΟΓΑ, με τη σκέψη πού τάχα να ξόδευε ο γέρος τα εισοδήματά του, γιατί βέβαια η σύνταξη είναι ένα εισόδημα. Δώδεκα φορές το χρόνο να παίρνει ένα σωρό τόσα ευρώ, θα συμποσούνταν σίγουρα με κοντά τρεις χιλιάδες. Λοιπόν, αφού ο γέρος δεν είχε ανάγκες, θα του τα ’παιρνε! Εξ άλλου είχαν συμφωνία να τον βοηθάει κι ήταν δίκαιο να πληρώνει για φαγητό και για ύπνο.
Αναποδογύρισε βιαστικά τις τσέπες του πατέρα του, μα βρήκε μοναχά διακόσια ευρώ, καθώς τα ογδόντα έξι τα είχε κρύψει ο γέρος στο παπούτσι. Ο Ροποτός τότε παραφέρθηκε, τον αποκάλεσε κλέφτη κι απατεώνα, τον κατηγόρησε πως σπατάλησε τα ογδόντα έξι ευρώ για να τα δώσει της κόρης του ή, ακόμα χειρότερα, τα ’κρυψε για να ’χει να πίνει τσίπουρα και καφέδες και για να κάνει κι άλλες τέτοιες παρόμοιες αισχρουργίες. Ταραγμένος, πατώντας γερά στα πόδια του από κρύφιο φόβο μήπως τον ψάξουν στα παπούτσια, ο γέρος τραύλιζε εξηγήσεις, ξεφούρνιζε όρκους τρομερούς πως κάπου θα τα ’χε χάσει στη διαδρομή από το καφενείο ως το σπίτι. Κι ο Ροποτός αναστάτωσε το σπίτι και πήρε όλον το δρόμο ως το καφενείο ψάχνοντας.
Όλη την υπόλοιπη μέρα ο Ροποτός κατέχονταν από φοβερή βαρυθυμιά, γιατί φτάνοντας στο καφενείο είδε τον Ταξιάρχη που μάζευε τα νοίκια απ’ τα χωράφια. Ένας σπαγκοραμμένος που δεν έδινε του αγγέλου του νερό και που κάτεχε πάνω από τον μισό κάμπο. Είχε έρθει στο καφενείο με την πρόφαση να πιει καφέ κι άρπαξε κατευθείαν μέσα από τα χέρια των γερόντων τις συντάξεις που έφερε ο ταχυδρόμος. Ο Ροποτός τον κοίταξε και το ’στριψε γρήγορα, μην τον τσακώσει και αυτόν, βλαστημώντας σιγανά και μουρμουρίζοντας ένα σωρό βρωμόλογα, μη βλέποντας το γέρο του που ’χε κάτσει σ’ ένα πεζούλι, διακόσια μέτρα πιο κάτω από το σπίτι, ησυχασμένος, απολαμβάνοντας τη χλιαρή και πράα ατμόσφαιρα, κοιτάζοντας με επιμονή το ένα του παπούτσι και σκεφτόμενος πώς διάολο να χαλάσει τα ογδόντα έξι ευρώ χωρίς να τον πάρει μυρουδιά ο γιος του.
Ο Ροποτός πέρασε από μπρος του σκυφτός, σα να κουβάλαγε στους ώμους ένα τεράστιο φόρτωμα από ξύλα, λαχανιάζοντας κι ιδροκοπώντας και σαρώνοντας με το βλέμμα για άλλη μια φορά το δρόμο και ύστερα ξεμάκρυνε.
«Μπα, που να σε πάρει ο διάβολος, ξεμυαλισμένε!» μουρμούρισε ο γέρος ανάμεσα απ’ τα ούλα του, πάρα πολύ σιγά -καλού κακού- και έφτυσε στο πλάι…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
4
=