Ο δεσπότης

Τελευταία ενημέρωση: 2008-01-29, 00:00:00
Χτες μπρος στον Άγιο Νικόλαο στεκόταν ένας γέρος. Μες στον αέρα που ήταν πολύς. Μέσα στην παγωνιά. Περνώντας από κει ο κύριος Μ., γύρισε και τον κοίταξε. Ο γέρος δυσκολευόταν ν’ ανασάνει μα δεν το κουνούσε ρούπι από τη θέση του. Με το ένα χέρι να κρατάει τα λιγοστά μαλλιά του, με μάτια ορθάνοιχτα καταπάνω στο ναό, αν και ολότελα αδειανά από αίσθηση, κάτι κλαψούριζε.
Ύστερα ο κύριος Μ. το ’δε ν’ αρχίζει: Το ε γ ώ. Ήταν σαν ένα μικρό ψαράκι μέσα στη γυάλα, που ωστόσο μεγάλωνε ολοένα. Σε λίγο δεν θα υπήρχε πια νερό ούτε και γυάλα παρά μονάχα αυτό. Ο κύριος Μ. έκανε δύο βήματα γρήγορα και αθόρυβα και έπιασε το γέρο από το μπράτσο: «Τι τρέχει;» ρώτησε ήρεμα, σταθερά κι επίμονα. «Τι τρέχει;» επανέλαβε ήρεμα, επιταχτικά και συγκρατημένα. «Ο Δέσποτας εκοιμήθη» νιαούρισε αλλοπαρμένα ο γέρος.
«Εντάξει» είπε ο κύριος Μ. «Μείνε αυτού που είσαι. Δεν είναι ακόμα καιρός. Όταν θα έρθει, θα το καταλάβεις». Ο γέρος φαίνεται ότι κατά κάποιον τρόπο άκουσε επειδή το ψάρι άρχισε να μικραίνει κι ύστερα βρέθηκε πάλι να κολυμπάει μέσα στη γυάλα κι έπειτα από ένα δευτερόλεπτο τα μάτια του έπαιξαν, αν και ακόμα ανέκφραστα. «Τι εννοείτε;» ξανανιαούρισε.
«Εννοώ ότι σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου. Δεσπόζεσαι απ’ το Θάνατο» είπε ο κύριος Μ. τραχιά και σώπασε, παρακολουθώντας το ψαράκι να μεγαλώνει πολύ γρήγορα ετούτη τη φορά, ένα σιφουνιασμένο πλάσμα μέσα στη διάφανη γυάλα, που στριφογύριζε προς το μαύρο. Τα δόντια του γέρου μπήχτηκαν στο κάτω του χείλι, ανάδεψε το κεφάλι σαν για να αποφύγει κάτι απειλητικό και πάσχισε να ξεκολλήσει από τη θέση του, παλεύοντας ασυναίσθητα να στρώσει με τη χούφτα τα άσπρα του τσουλούφια που τα ’παιρνε ο αέρας.
«Μα τι λέτε;» ψέλλισε. «Είναι δυνατόν; Ο Δέσποτας εκοιμήθη και εσείς… Χριστέ μου, μα δεν καταλαβαίνετε; Πονάω… Κι αντί παρηγορίας…». «Όχι» είπε ο κύριος Μ. «δεν υπάρχει παρηγορία για σένα. Πρέπει να πονάς. Αυτό είναι που πρέπει να βαστάξεις».
Ένας ήχος βγήκε από το στόμα του γέρου που έμοιαζε με γέλιο. Πρέπει να ’τανε γέλιο, δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο. Τα κιτρινισμένα μάτια του ταξίδεψαν στο πρόσωπο του κυρίου Μ. κι ετούτη τη φορά τα δόντια του μπήχτηκαν πιο βαθιά στα χείλια, αν και αυτό σε τίποτα δεν θα τον βοηθούσε. «Θα ξυλιάσεις εδώ που στέκεσαι» είπε ο κύριος Μ. Ο γέρος δεν απάντησε. Στράφηκε πάλι καταπάνω στο ναό μ’ εκείνο το ψυχρό κι απόμακρο ύφος που γεννάει η απόγνωση. Ο κύριος Μ. έκανε ένα βήμα. Ύστερα άλλο ένα. «Σταθείτε» φώναξε ο γέρος απροσδόκητα «θα μπορούσατε να μου πείτε…»

Μα ο κύριος Μ. είχε κιόλας ξεμακρύνει. «Τι θα μπορούσα να πω σε κάποιον που έχει ανάγκη από δεσπότη», μουρμούρισε.
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
6
+
8
=