Ζωντανές οι μνήμες του Ολοκαυτώματος...

Τελευταία ενημέρωση: 2008-01-27, 00:00:00
Η επικράτηση του Εθνικοσιαλιστικού Κόμματος και η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στη Καγκελαρία, το 1933, έμελλε να αποτελέσει αφετηρία πολλών δεινών στο γερμανικό λαό και αργότερα στους λαούς της Ευρώπης κατά το β παγκόσμιο πόλεμο το 1939-1945. Με Διάταγμα της 20.3.1933 καταργήθηκαν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα με σκοπό την «προστατευτική φρούρηση των πολιτών» και θεσμοθετήθηκε ο όρος «στρατόπεδα συγκέντρωσης με σκοπό των εγκλεισμό αντιφρονούντων πολιτών. Το Μάιο 1935 ψηφίστηκε ο Νόμος που προέβλεπε τη στράτευση μόνο σε καταγωγής «Αρίας φυλής» και οι Εβραίοι αποκλείστηκαν από το στρατό ως «ακατάλληλοι και ανεπιθύμητοι». Το Σεπτέμβριο 1935 μια σειρά Διαταγμάτων ενός νέου Νόμου απαγόρευε στους Εβραίους να αποκτούν ακίνητη περιουσία, να εργάζονται σε Δημόσιους Οργανισμούς, να φοιτούν στα ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και απαγορεύτηκαν οι «μικτοί γάμοι».
Την άνοιξη του 1937 άρχισε η διαδικασία με την οποία όλες οι εβραϊκές περιουσίες περιέρχονταν σε Γερμανούς («Αρίας φυλής») υπηκόους, ενώ από τον Ιούνιο υποχρεώθηκαν οι Εβραίοι να τοποθετήσουν στις προθήκες των καταστημάτων τους πινακίδες με το διακριτικό της θρησκείας τους, ενώ άρχισε η καταγραφή της κινητής περιουσίας τους. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Νοεμβρίου 1938 μεγάλες ομάδες Εθνικοσοσιαλιστών προέβησαν σε μεγάλες βιαιότητες εναντίον εβραϊκών καταστημάτων, οικιών, κατά τις οποίες καταστράφηκαν με εμπρησμό 195 Συναγωγές και 800 καταστήματα, ενώ έγιναν λεηλασίες σε άλλα 7.500 καταστήματα. Η «Νύχτα κρυστάλλων», όπως αποκλήθηκε, αποτέλεσε την απαρχή της αναίτιας εκτόπισης των πρώτων 30.000 Εβραίων στα στρατόπεδα του Νταχάου και του Μπούχεβαλντ που είχαν προετοιμασθεί για τους «αντιφρονούντες» πολίτες. Ακολούθησαν και άλλοι Νόμοι, για τον περιορισμό της κυκλοφορίας των Εβραίων, της φοίτησης των παιδιών τους στα σχολεία, ενώ από το 1940 υποχρεώθηκαν όλοι οι Εβραίοι να φέρουν στα ενδύματά τους το διακριτικό της θρησκείας τους «Άστρο του Δαβίδ».

Σχέδιο εξόντωσης
Η εφαρμογή της «Τελικής λύσης» για την εξόντωση των Εβραίων και στις άλλες γερμανοκρατούμενες χώρες της Ευρώπης αποφασίστηκε σε μια σύσκεψη ανωτέρων αξιωματούχων των ναζί, στις 20.10.1942, που συγκλήθηκε στο προάστιο του Βερολίνου –Βανζεέ και στην οποία καθορίστηκαν οι τρόποι και οι μέθοδοι για την επιτυχή έκβαση του σχεδίου.
Η συγκέντρωση των Εβραίων σε «στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας» που είχαν προετοιμασθεί κατάλληλα, για αντιφρονούντες και αιχμαλώτους πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν για τον εγκλεισμό Εβραίων αλλά και πολιτών διαφόρων εθνοτήτων της Ευρώπης. Για τη προετοιμασία του σχεδίου σχηματίστηκαν ειδικές «κινητές Μονάδες», στις οποίες περιλαμβάνοντο άνδρες της Αστυνομίας των S.S. με ειδική εκπαίδευση, που εκτελούσαν το έργο τους με σκληρότητα, φανατισμό και σχολαστικότητα. Έτσι άρχισε η συγκέντρωση των ομήρων στα στρατόπεδα που ήδη λειτούργησαν από το 1933, Νταχάου και Μπούχεβαλντ, το 1937 το Ζαζενχάουζεν, το 1938 το Νούεγκαμ και Μάουτχάουζεν και ακολούθησαν το 1940 το Άουσβιτς, το 1941 το Μπέργκεν Μπέλσεν και Μάϊντανεκ και πολλά άλλα.
Στη διάρκεια του πολέμου ο αριθμός τους, με τα υποστρατόπεδα και τα παραρτήματά τους, έφθασε σε 10.000 στη Γερμανία και σε 5.800 στη Πολωνία και στις άλλες γερμανοκρατούμενες χώρες. Ο εξωφρενικός αυτός αριθμός των στρατοπέδων αποτέλεσε το μεγαλύτερο «θεσμικό» δημιούργημα της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ταυτόχρονα της ντροπής του πολιτισμού της.
Η εξόντωση των κρατουμένων γίνονταν αρχικά με ομαδικές εκτελέσεις δια πυροβολισμών και αργότερα με ασφυξία από καυσαέρια αυτοκινήτων αλλά και με ιατρικά πειράματα. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή κρίθηκε χρονοβόρος και αναπολεσματική για τους χιλιάδες κρατουμένων που υπήρχαν, κατασκευάστηκαν οι «θάλαμοι αερίων» και τα πτώματα των θυμάτων καίγονταν σε «φούρνους» (κρεματόρια).
Στην Ελλάδα η σύλληψη των Εβραίων και η αποστολή τους στα στρατόπεδα άρχισε το 1943 από την πολυάριθμη εβραϊκή Κοινότητα της Θεσ/νίκης. Από τις 15/3 ως 10/8 στάλθηκαν με κλειστά φορτηγά βαγόνια του τραίνου στα στρατόπεδα 48.674 όμηροι (σύμφωνα με τα στοιχεία του Άουσβιτς) οι περισσότεροι των οποίων εξοντώθηκαν.
Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους «Συμμάχους», ο διωγμός των Εβραίων επεκτάθηκε και στις άλλες ελληνικές πόλεις. Ο ανώτατος Αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Αστυνομίας στην Ελλάδα Γιούργκεν Στρόυπ έκδωσε στις 6.10.1943 διαταγή, με την οποία όλοι οι Εβραίοι έπρεπε να απογραφούν και να δίνουν το «παρών» σε τακτά χρονικά διαστήματα στις κατά τόπους Αρχές. Ακολούθησε στις 24.3.1943 η σύλληψη των Εβραίων της Ηπειρωτικής Ελλάδος και το καλοκαίρι του 1944 έγινε η σύλληψη των Εβραίων που ζούσαν στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου.
Στο Βόλο το μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πληθυσμού διέφυγε στο Πήλιο και τον κάμπο, όπου δρούσε η Εθνική Αντίσταση του Ε.A.M.-Ε.Λ.Α.Σ. και έτυχαν της προστασίας της. Καθοριστικό ρόλο στη διάσωση των Εβραίων της πόλης είχαν ο μακαριστός Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ, οι αείμνηστοι Νικ. Σαράτσης, Δήμαρχος Βόλου και Έλμουτ Σέφελ, πρόξενος της Γερμανίας, η Αστυνομία και οι Εθνικοαπελευθερωτικές Οργανώσεις του Ε.Α.Μ.
Κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών στο Πήλιο κ.α. μεταξύ των εκτελεσθέντων πολιτών υπήρξαν και 17 Βολιώτες Εβραίοι. Οι συνολικές απώλειες της Κοινότητας, μετά την επιστροφή 12 επιζησάντων ομήρων στα στρατόπεδα, ανήλθαν σε 155 άτομα δηλ. στο 26% του δυναμικού της, το οποίο σε σύγκριση με άλλες Ελληνικές Κοινότητες, υπήρξε το μικρότερο.

Εβραίοι Βολιώτες στα ναζιστικά στρατόπεδα
Η Καρολίνα Κοέν, (Αρ. βραχίωνος Α 8404) μαζί με τον αδελφό της Σαμπεθάι, συνελήφθησαν από τους ναζί στο Βόλο και στάλθηκαν στο στρατόπεδο Λαρίσης και αργότερα μεταφέρθηκαν με τραίνο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της Πολωνίας. Ο αδελφός της εξοντώθηκε στα κρεματόρια, αλλά αυτή επέζησε και επέστρεψε στο Βόλο μετά τη λήξη του πολέμου. Όπως αφηγήθηκε η ίδια, “το ταξίδι μας ήταν οδυνηρό και με άθλιες συνθήκες, θυμάται. Όταν φθάσαμε στο στρατόπεδο έγινε διαλλαγή και μένα μαζί με άλλες μας επέλεξαν για καταναγκαστική εογασία. Μας έβαζαν -άσκοπα- να σκάβουμε και να μεταφέρουμε μεγάλες πέτρες. Μας έβριζαν και μας έδερναν αγρίως. Η διαμονή μας ήταν σε άθλιους και ελεεινούς θαλάμους στους οποίους κυκλοφορούσαν ποντίκια που μας δάγκωναν. Ένα με δάγκωσε και κίνδυνεψα να πεθάνω, αλλά μια Ουγγαρέζα γιατρός με έσωσε κάνοντάς μου δύο ενέσεις. Στο στρατόπεδο γυναικών οι γιατροί μας υπέβαλλαν σε διάφορα πειράματα και επεμβάσεις στείρωσης κλπ. Το φαγητό μας ήταν απαίσιο. Το πρωί μας έδιναν λίγο καφέ που ήταν ξεπλυμένο και χωρίς ουσία. Το μεσημέρι μας έδιναν λίγο λάχανο τριμμένο και το βράδυ ελάχιστο ψωμί με μαρμελάδα. Από τους θαλάμους έπαιρναν τις εξασθενημένες γυναίκες για να καούν στα κρεματόρια. Λειτουργούσαν τρεις φούρνοι που έκαιγαν ανθρώπους μέρα νύχτα.
Με επέλεξαν με άλλες γυναίκες να καούμε στους φούρνους και μας έβαλαν σε σαρανταοκτάωρη αναμονή. Προτεραιότητα είχαν μανάδες και παιδιά. Όταν ήρθαν να μας πάρουν, έφθασε η διαταγή να μην θανατωθούμε και με την υποχώρηση οι Γερμανοί μας έβαλαν φωτιά να καούμε. Μας έσωσαν οι Ρώσοι στρατιώτες που μας περιποιήθηκαν και μας απελευθέρωσαν. Μας μετέφεραν στο Άουσβιτς και λίγο αργότερα επιστρέφαμε στην Ελλάδα”.

Αμείλικτοι βασανιστές
Συγκλονιστική είναι επίσης η μαρτυρία της Αλέγρας Φαρατζή, που δημοσιεύτηκε στις 21.8.1946 στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» με τίτλο, «Το δράμα των Εβραίων, Ισραηλίτις του Βόλου, εις την φρικτήν κόλασιν του Άουσβιτς». “Όταν άρχισε, ξεκινάει η αφήγηση, ο ναζιστικός διωγμός των Εβραίων του Βόλου, καταφύγαμε με την οικογένειά μου στην Αθήνα, όπου θα είμασταν άγνωστοι και περισσότερο ασφαλείς.Ύστερα όμως από προδοσία συνελήφθη πρώτα ο σύζυγός μου και στις 28.6.1944 εγώ, με τις αδελφές μου, τους συζύγους και τα παιδιά τους. Μας φυλάκισαν στο Χαϊδάρι, όπου εκεί υπήρχαν 2.000 Εβραίοι από τη Ρόδο κ.α. πόλεις. Λίγες μέρες αργότερα μας έστειλαν στο Άουσβιτς. Εκεί αφού ξεχώρισαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά μας τοποθέτησαν σε ξύλινα παραπήγματα. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε το τσιμεντένιο κτίριο των κρεματορίων, που όπως έμαθα εκεί εργάζονταν ο άνδρας μου για τη καύση των πτωμάτων, που εκτελούνταν στους θαλάμους αερίων που οι ναζί τα αποκαλούσαν «λουτρά». Μερικοί κρατούμενοι ρίχνονταν κατ ευθείαν στους φούρνους ζωντανοί για να καούν. Πληροφορήθηκαν ότι οι δύο αδελφές μου είχαν θανατωθεί στα κρεματόρια”.
“Εγώ είχα αριθμό βραχίωνος 24309, συνεχίζει η αφήγηση, και παρόλες τις δυσκολίες με λιγοστούς άλλους κατόρθωσα να επιζήσω. Μετά επτάμηνη παραμονή μου στο Άουσβιτς, μεταφερθήκαμε σε άλλο στρατόπεδο. Εκεί η εργασία ήταν εξαντλητική και η πείνα αφάνταστη. Τα πρώτα σημάδια της αβιταμίνωσης άρχισαν να εμφανίζονται και η καθημερινή ταλαιπωρία της εργασίας μας, αλλά και δίωρη ορθοστασία κατά το προσκλητήριο των κρατουμένων πρωί και απόγευμα, σε στάση προσοχής μας έδιναν την αίσθηση ότι ο θάνατος μας πλησίαζε. Το τραγικότερο ήταν ότι Γερμανοί γιατροί έκαναν πειράματα σε γυναίκες και άνδρες, αφαιρώντας όργανα σε πρωτόγονα μέσα, ενώ με μικρόβια σπανίων ασθενειών, έκαναν ενέσεις σε κρατουμένους για να διαπιστώσουν το χρόνο επιβίωσής τους, αλλά και τη πιθανή αναγκαία θεραπεία. Οι στειρώσεις ανδρών και γυναικών ήταν ένα γενικότερο μέσο εφαρμογής των επιστημονικών «πειραμάτων».
Οι απαγωγές γυναικών από τους φρουρούς για να τις βιάσουν κτηνωδώς ήταν συχνό φαινόμενο. Οι Γερμανοί δεν είχαν ανθρώπινα αισθήματα, ήταν αμίληκτοι βασανιστές και όταν οι φρουρές άλλαζαν δεσμοφύλακες αυτοί που τους αντικαθιστούσαν υπερέβαλλαν σε κτηνωδία τους προηγουμένους. Οι «θαρραλέοι» αυτοί άνδρες!! όταν αιχμαλωτίστηκαν από τους Συμμάχους έκλαιγαν σα μικρά παιδιά, ζητώντας οίκτο. Μετά την απελευθέρωσή μας από το Μαουτχάουζεν, στις 6.5.1945, από τα Αμερικανικά στρατεύματα επέστρεφα στην Ελλάδα, μετά από αφάνταστες ταλαιπωρίες”.
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
7
=