Ο Μέμος

Τελευταία ενημέρωση: 2008-01-22, 00:00:00
Τότε παλιά, ο Μέμος ήτανε μπροστινός. Κομπανία, να πούμε, όλοι μαζί, αυτοί που είχαν τα λεφτά και οι πολιτικοί που ήταν στα υπουργεία, στα υφυπουργεία, στους δημόσιους οργανισμούς, και ο μέγας ταχυδακτυλουργός πάνω απ’ όλους, κι οι πιασμένοι δημοσιογράφοι στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις, κι όλα τα πάντα, θερία και φίδια και η ασώματος κεφαλή, και οι καταβόθρες εντός των οποίων χάνονταν ως εκ θαύματος το δημόσιο χρήμα. Κι άλλα τρομερά και θαυμάσια, το δημόσιο έργο που έχει προϋπολογισμό δέκα εκατομμύρια και φτάνει να στοιχίζει εκατό, τέρατα στα μπουκάλια και όφεις -κόμπραι βασιλικαί με αντιτιθέμενα συμφέροντα- και φαγώσιμα, μαλλί της γριάς, Ολυμπιακοί Αγώνες, σάμαλι, ευρωπαϊκά προγράμματα, παγωτό χωνάκι, στραγάλια, τι να σας πω δηλαδή, άλλο να λέω κι άλλο να βλέπετε.
Τα παιχνίδια στήνονταν έτσι: Μαζεύονταν όλοι ετούτοι και κοίταγαν σ’ ένα συγκεκριμένο θέμα να έχουν το ίδιο συμφέρον. Και επειδή ήταν όλοι τους πονηροί, κλέφται και παπατζήδαι, κι άλλοι που χτένιζαν τους νόμους για να τους παρακάμπτουν, κι άλλοι με διασυνδέσεις στις μυστικές υπηρεσίες, κι άλλοι με γκόμενες αλανιάρες που σου τις έριχναν για περδίκλωμα, και πολιτικοί που πούλαγαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, και δημοσιογράφοι που διαβεβαίωναν ότι όντως αυτοί των υπουργείων λεν την αλήθεια, γι’ αυτό πρόσεχαν ο ένας τον άλλο και κατέγραφαν τις κινήσεις του, μη γίνει καμιά στραβή και πέσει πολλή φάπα. Και μετά όλοι, κι ας δουλεύανε ο καθένας για την πάρτη του, κονομάγανε χοντρά κι έδιναν και στον μπροστινό το κατιτίς του.
Ο μπροστινός έκανε άλλη δουλειά. Εκτός απ’ το ότι υπόγραφε, τσεκάριζε, να πούμε, πού υπήρχαν άλλες κομπανίες. Μετά πήγαινε και τα κουβέντιαζαν. «Εμείς εδώ, εσείς εκεί». Γίνονταν η συμφωνία, όλα στο εντάξει, κι η κομπανία δια του μπροστινού την έπεφτε στο κρατικό ταμείο. Νομιμοφανώς. Με άδειες, με εταιρίες και τα ρέστα, με διαγωνισμούς, με τα πάντα. Και όταν όλα στήνονταν στο εντάξει και δούλευε η μηχανή, μάγκωνε τα λεφτά ο μπροστινός και τα μοίραζε. Πρώτα έπαιρναν οι βαριοί, οι κεφαλαιούχοι να πούμε, μετά οι πολιτικοί, μετά οι πιασμένοι δημοσιογράφοι, μετά οι ρέστοι. Ο μπροστινός τα ’χε όλα κουμαντάρει, τόσα εσύ, τόσα εσύ, κι έβαζε μπρος, καλού κακού, από εφημερίδων και τηλεοράσεων και ένα παραμύθι. Τίποτα πιασάρικο με παπάδες, γκόμενες, εγκλήματα και τα τοιαύτα. Έπεφτε το λοιπόν ο κόσμος στην πραμάτεια, ψώνιζε Sakis, αγόραζε Βισσοβανδή, Fame Story και ποδόσφαιρα, έτρωγε και γλεντούσε, ξέχναγε, βολεύονταν οι πάντες. Κι άμα τελείωνε η δουλειά με το καλό και πέρναγαν οι μέρες, άντε γι’ αλλού η κομπανία, σε άλλα πανηγύρια, καταπώς θα φυσούσε η πολιτική και κοινωνική συγκυρία, έτσι, για να περνάει τούτη η παλιοζωή και να λέμε ότι κάτι κάνουμε.
Κι όλα καλά μέχρις ενός σημείου για τον Μέμο. Γιατί από τότε που θέλησε να το παίξει αλλιώς και από μπροστινός έδωσε από μόνος του προβιβασμό στον εαυτό του κι έγινε νταβατζής, διότι τα ταλλαράκια που του έριχναν δεν του ’φταναν να τρώει πατσά και να φουμάρει, τους έπιασε τους άλλους, τους μεγάλους, το ανάποδο. Σου λέει: Ρε κερατά, πας να χαλάσεις την πιάτσα; Αφού δε χωράει άλλος! Μιλήσανε περί ηθικής, περί νόμων, τέτοιες κοτσάνες δηλαδή, και τον δώσανε στεγνά, κι έμεινε κρεμαστός σε ανακριτές και δικαστήρια, δίχως πλάτες. Ωραίοι οι μάγκες, φίνα η δουλειά και τώρα να δούμε πώς θα ξεμπλέξει ο Μέμος…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
6
=