Ο Βούλγαρος

Τελευταία ενημέρωση: 2008-01-18, 00:00:00
Ο Βίκτωρ είναι έντεκα χρονών, λεπτός, εύθραυστος, γρήγορος σαν σαύρα, με ρούχα παρδαλά, παλιομοδίτικα και με κορμί κατάμαυρο απ’ τη λέρα. Μοιάζει μ’ ένα ξερό καλάμι που το φυσάει ο άνεμος. Πηδάει και τρέχει στην αυλή του σχολείου και κάθε τόσο ακούγεται ασίγαστη η φωνούλα του: Χέρια ψηλά κι όλα τα φτάνω, έλα να πάμε την αγάπη πιο πάνω…
Όλα του κινούν το ενδιαφέρον. Τα αυτοκίνητα που περνούν από το δρόμο, τα λιγοστά δέντρα που φυτρώνουν στην αυλή ανάμεσα από τα μουντά κτίρια, τα πουλιά που πετούν πάνω από το μοναδικό κυπαρίσσι της ευαγγελικής εκκλησίας και πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών, η θάλασσα που αν κι αθέατη δεν παύει να κυματίζει μες στα μάτια του, οι άνθρωποι που κατεβαίνουν βιαστικά την Ογλ: Ένας χοντρός με φουσκωμένο από το λίπος πρόσωπο, μία κυρία με ύφος και πόζα που θυμίζει ηθοποιό στο ρόλο της πεθεράς, ένας νεαρός που σώνει και καλά θέλει να μοιάζει με ηθοποιό μα δεν τα καταφέρνει, ένα μικρό αγόρι στο πλάι της μητέρας του, γκρινιάρικο και φασαριόζικο σαν κουδουνίστρα.
«Σιγά!» στραβομουτσουνιάζει ο Βίκτωρ και δείχνει στην παρέα του τους περαστικούς που είναι τόσο σοβαροί, τόσο καλοβαλμένοι. Δεν τους αγαπάει καθόλου. Ζει σ’ ένα ημιυπόγειο και τα απογεύματα που η μάνα του σφουγγαρίζει σκάλες αυτός γυρνάει στην αγορά. Έχει πάρει τα χούγια του δρόμου, των μαγαζιών όπου οι θαμώνες κάθονται τεμπέλικα, πίνουν καφέ και συζητούν για το ποδόσφαιρο με μια αθλητική εφημερίδα στο χέρι. «Εμείς απ’ τα Βαλκάνια» λέει «έχουμε πιο κοντά τους φτωχούς ανθρώπους, από όλους αυτούς τους φλώρους. Κι αν κάποιοι αφήνουν τα παιδιά τους να ’ναι φίλοι μας, είναι οι φτωχοί. Έλληνες, Ρώσοι, Αλβανοί…».
Μελαγχολικά ανεβαίνει την Ογλ ένας ψηλολέλεκας με κάτι πόδια όμοια με ψαλιδάρες. Ο Βίκτωρ τον ακολουθεί μέσα από τα κάγκελα ως τη Γαλλίας, ψέλνοντάς του διάφορα στη γλώσσα του. Η παρέα πηγαίνει από πίσω σκασμένη από τα γέλια, κι όταν ο ψηλολέλεκας γυρνάει και τους κοιτάζει αυστηρά με τα ξεθωριασμένα μάτια του, τραβιούνται προς τα μέσα σαν τα ποντίκια που αντικρίζουνε τον γάτο.
Άλλες φορές ο Βίκτωρ κάθεται ολομόναχος στη γωνιά και κοιτάει το χώμα στα παρτέρια, σα να διαβάζει την ιστορία της ζωής που δεν έζησε ακόμα. Αυτή την ώρα γέρνει προς τα εμπρός, τα καστανά του μάτια είναι χαμηλωμένα, και τραμπαλίζεται ελαφρά σα μίσχος λουλουδιού. Απ’ τη Γαλλίας περνούν τα αυτοκίνητα, πάνω από το κεφάλι του στέκουν μαύρα τα συννεφάκια από τα καυσαέρια. Μέσα στα μαύρα λάμπει κι είναι ωραίος σαν άγγελος θανάτου.
«Αυτός μια μέρα θα γίνει αναρχικός», λένε οι μεγάλοι.

Ο Βίκτωρ δεν ξέρει τι είναι αναρχικός. Ξέρει όμως πως όλοι τον φωνάζουν Βούλγαρο. Ίσως στα ελληνικά να ’ναι το ίδιο…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
2
=