Πρώτα οι παραδόσεις

Τελευταία ενημέρωση: 2007-02-09, 00:00:00
Στον ουρανό πήραν να βάφουνε γκρίζα τα χρώματα, βγήκανε τσάρκα οι σπουργιτίνες να μαζέψουν τους σπούργιτες καθόσο βραδιάζει, είναι χειμώνας κι είναι καιρός για δύο, το φως της μέρας έγινε κατρουλόφωτο, ίσα να φέγγει, κι απάνω εκεί που ανάβανε οι λάμπες κάνει μια έτσι ο Φώτης και βαράει το κούτελο με την παλάμη: «Ρε, είναι Τσικνοπέμπτη!».
Το οποίον, κύριε, Τσικνοπέμπτη σημαίνει οικογενειακή έξοδος. Είναι μια μέρα όχι σαν τις υπόλοιπες που ο σπούργιτας ο Φώτης γκιζερνάει με τις σπουργιτογκόμενες. Α, όχι. Χρονιάρα μέρα μαζεύεται από νωρίς, φοράει το καλό κοστούμι και περιμένει την κυρία να βάνει πούδρες, κραγιόνια, πατσουλιά κι όταν ετοιμαστεί, ίδια λατέρνα, την παίρνει αγκαζέ και βγαίνουν να τσικνίσουν. Α, όλα κι όλα, σ’ αυτά ο Φώτης δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του! Πρώτα οι παραδόσεις!
Τώρα, λόγω να πούμε που γράφει η ταυτότητα «έγγαμος», οι παραδόσεις πρέπει να τηρούνται δυο φορές. Κι ως έχων γυναίκα κι έχων λεφτά για ξόδεμα, ένεκα της ημέρας τραβήξαν για ένα καλό φαγάδικο, πολυτελείας, τ’ άκουσε η κυρία και λιγώθηκε: «Φώτη, χρυσέ μου», «αγόρι μου» και τέτοιες αηδίες. Κι ο Φώτης, κακομούτσουνος να πούμε, το καμάρωνε: «ρε δε θες να ’μαι όμορφος» και «τι έχω ο κερατάς κι όλες μού τρέχουν από πίσω;».
Στο φαγάδικο ήταν φίνα. Φάγανε προβατίνα για αρνάκι γάλακτος, ήπιαν κρασί, τους φέραν και γλυκά που τα κατάπιε η κυρία λιμάρικα ώσπου να πεις κίμινο, κι απάνω εκεί που ο Φώτης άρχισε να βαριέται, κάνει έτσι το ματάκι του το τσακίρικο και πέφτει σε μια παρέα στο βάθος της αίθουσας.
Στην παρέα είναι ο Αποστόλης, συνεργείον αυτοκινήτων το «Πι και Φι» και δίπλα η κυρία του και παραδίπλα η Ντόρα –Θοδώρα τη λέγανε στη Νέα Ιωνία, αλλά τη βάφτισε ένα αλάνι Ντόρα κι έτσι την ξέρει ο κόσμος– είναι το λοιπόν ο Αποστόλης, η κυρία του κι η Ντόρα, «χαίρετε», «χαίρουμε», γκομενίτσα πρώτη, ψηλοκάπουλη, πλατινέ μαλλί, χαμόγελο, χαλκάδες στα αφτιά και χείλια πετροκέρασο, αλλά λόγω η κοιλιά του που τον έκανε δυσκίνητο και η συμβία δίπλα του, δεν έκανε αμέσως ντου, μη γίνει ρεζίλι χρονιάρα μέρα με μια γκόμενα έγγαμος άνθρωπος. Είπαμε, πρώτα οι παραδόσεις.
Περίμενε το λοιπόν ο Φώτης να βαρεθεί η κυρία του, να νυστάξει και να την πάει σπίτι, να γυρίσει πίσω, τάχα μου κάτι ξέχασε, να φύγει ο Αποστόλης, και ν’ απομείνει στο μαγαζί μόνος μετά της Ντόρας. Όπερ κι εγένετο. Μάλιστα, κύριε. Και πέφτει η Ντόρα απάνω του και τον έπιασε το τρυφερό, την πήγε στα μπουζούκια, την έφερε γύρα στα μαγαζιά, τέλος, πήγανε σπίτι της και γύρισε ο Φώτης στο δικό του την ώρα που σκάει στον ουρανό ένα γαλατένιο φως κι οι σπούργιτες ξεπορτίζουν απ’ τη φωλιά με την άδεια της σπουργιτίνας, να πάνε να δουλέψουν.

Και πέρασε κι αυτή η Τσικνοπέμπτη με τον Φώτη να ’χει ήσυχη τη συνείδησή του ότι τήρησε μία προς μία όλες τις προαιώνιες παραδόσεις της φυλής…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
7
+
7
=