Θυμός

Τελευταία ενημέρωση: 2007-07-13, 00:00:00
Λοιπόν, σήμερα είμαι στ’ αλήθεια θυμωμένος μ’ όλες ετούτες τις φωτιές, με το δάσος που καίγεται στη Σκιάθο, με τ’ άλλο που κάηκε στο Πήλιο, με τους νεκρούς στην Κρήτη, με την Πάρνηθα, σε βαθμό που εάν ξαφνικά του ερχόταν κάποιου να έρθει να μου πει, ρε συ, τι έπαθες, κουλάρισε λιγάκι, έτσι και τολμούσε κάποιος να μου πει να ηρεμήσω, θα του ’σπαγα τα μούτρα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ακόμη κι αν κάποιος μου ’δινε χίλια χρόνια γηρατειά και την υπομονή και την καρτερία που κρύβουν μέσα τους τα χίλια χρόνια γηρατειά, πάλι εγώ θα του ’σπαγα τα μούτρα μόνο και μόνο επειδή είναι τόσο ηλίθιος που μου λέει να κουλάρω.
Πώς να κουλάρω, φίλε, όταν ένα σωρό μαλάκες μπαίνουν μέσα στο τελευταίο ανθρώπινο σπίτι, εννοώ ανθρώπινο στ’ αλήθεια κι όχι ότι είναι μόνο του ανθρώπου, και για το τίποτα και σε μηδέν χρόνο καίνε, βάζουν χέρι στη γη, εξαφανίζουν όλα αυτά που κανείς δεν βλέπει πουθενά, παρεκτός στα δάση και στα παραμύθια, και τα ζώα και τα πουλιά και την ανθρώπινή μου υπόσταση και τις παλιές ανάσες και τα παλιά μαυρισμένα ρυάκια, όλα, όλα σου λέω, φίλε, ακόμα και τα χίλια χρόνια γηρατειά που θα μου χάριζε κάποιος για να κουλάρω καίνε και ξεπουλούν αυτοί οι τύποι και σε κάνουν να νιώθεις ηλίθιος και βλάκας που εξακολουθείς να επιμένεις ανθρώπινα, να νιώθεις ξένος σ’ αυτόν τον τόπο, κι ουδείς μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις ότι είσαι τελείως στον τόπο σου, γιατί σ’ αυτόν τον τόπο καίγονται και ξεπουλιούνται τα πάντα χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός.
Απολύω κι εγώ τα πάντα, και τα χίλια χρόνια γηρατειά μαζί, κι είμαι έτοιμος να πλακώσω στις μπουνιές όποιον μου πει ότι πρέπει να κουλάρω, επειδή έτσι είμαι εγώ, δε γουστάρω οτιδήποτε μου θυμίζει ότι είμαι ξένος σ’ αυτόν τον τόπο, μολονότι είμαι λιγάκι, φαίνεται σίγουρα απ’ αυτά που γράφω, δεν είμαι εντελώς από ’δω –κι εν πάση περιπτώσει μ’ όλους αυτούς τους μαλάκες που ’χω μπλέξει, κι εκείνους που καίνε τα πάντα και ξεπουλούν τα πάντα και τους άλλους που κάθονται και κοιτάνε και δεν κάνουν τίποτα κι εκείνους που έχουν την ευθύνη και μας δουλεύουν όλους μαζί, δεν ταιριάζω, ρε φίλε, δε σκαμπάζω γρι από τη γλώσσα που μιλάν αυτοί οι μαλακισμένοι, περνάω ανάμεσά τους ως ξένος πάντα, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνω τίποτε απ’ όσα γίνονται, πράγμα εύκολο για μένα, είπαμε, δεν είμαι εντελώς από ’δω.

Μην τρέξει όμως ξοπίσω μου κανείς σήμερα στο δρόμο, στο καφενείο, στην τουαλέτα του καφενείου, εδώ, παντού, και μου πει να σταματήσω να τα χώνω και να κουλάρω, θα τρέξει αίμα…
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
9
=