Χρήστος Πούλιος: Ο νέος νόμος για τη διαμεσολάβηση

Τελευταία ενημέρωση: 2019-12-02, 19:55:29
Χρήστος Πούλιος: Ο νέος νόμος για τη διαμεσολάβηση

Ο Βολιώτης δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω, LLM. MSc, DiN, διαπιστευμένος διαμεσολαβητής και εκπαιδευτής διαμεσολαβητών απαντά σε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τον νέο θεσμό

 

Η διαμεσολάβηση, που αποτελεί έναν από τους Εναλλακτικούς Τρόπους Επίλυσης Διαφορών [Alternative Dispute Resolution (A.D.R.)], αυτούς δηλαδή με τους οποίους τα μέρη επιλύουν τις διαφορές τους εκτός των Δικαστηρίων, λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία σε πολλές χώρες του εξωτερικού εδώ και πολλές δεκαετίες.

Ο νέος νόμος που ψηφίστηκε στην Ελλάδα μόλις προ ημερών, στις 28.11.2019, ρυθμίζει τον θεσμό́ της διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και την περαιτέρω εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52/ΕΚ της 21ης-5-2008, καταργώντας τον Ν. 4512/2018 που ανεστάλη μέχρι τις 30.11.2019, ο οποίος είχε τροποποιήσει τον Ν. 3898/2010, που εισήγαγε πρώτος τον θεσμό στη χώρα μας.

Τι είναι, όμως, διαμεσολάβηση; Ποιος είναι ο διαμεσολαβητής; Ποιες υποθέσεις υπάγονται στη διαμεσολάβηση; Ποια είναι τα πλεονεκτήματά της; Σε μια σειρά απαντήσεις σχετικά με τον θεσμό, με αφορμή την ψήφιση του νέου Ν. 4640/2019, απαντά σε συνέντευξή του στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ ο δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, LLM. MSc, DiN, διαπιστευμένος διαμεσολαβητής και εκπαιδευτής διαμεσολαβητών, εξειδικευμένος στην Εμπορική/Επιχειρηματική, στην Οικογενειακή & στην Τραπεζική Διαμεσολάβηση Χρήστος Πούλιος. Μέσα από τις απαντήσεις του βοηθά στην κατανόηση λειτουργίας του θεσμού στην πράξη, καθώς και όσα έρχονται για το μέλλον της διαμεσολάβησης.

Τι είναι η διαμεσολάβηση;

 Διαμεσολάβηση είναι μια διαρθρωμένη διαδικασία με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.

          Τι είναι ο διαμεσολαβητής;

          Διαμεσολαβητής, είναι ένα τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα συμμετέχοντα μέρη και τη διαφορά, το οποίο αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντάς τα να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους. Ο διαμεσολαβητή́ς πρέπει να είναι: α) απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, β) εκπαιδευμένος από Φορέα Κατάρτισης διαμεσολαβητών, αναγνωρισμένο από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ή κάτοχος τίτλου διαπίστευσης από άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ και γ) διαπιστευμένος από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης κατόπιν γραπτών εξετάσεων και εγγεγραμμένος σε σχετικά Μητρώα. Ο διαμεσολαβητής διεξάγει τη διαμεσολάβηση σύμφωνα με τις διατάξεις Δεοντολογίας του Νόμου και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας

          Ποιες υποθέσεις υπάγονται στη διαμεσολάβηση;

          Αστικές και Εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή η διαφορά τους δεν είναι από εκείνες που ο νόμος επιβάλει υποχρεωτικά να επιλύονται δικαστικώς. Έτσι στη διαμεσολάβηση υπάγονται: i) Αστικές υποθέσεις, όπως είναι οι υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου (π.χ. διατροφή συζύγου ή τέκνων, μετοίκηση συζύγου, διαμοιρασμός κινητών και ακινήτων του ζευγαριού κλπ, όχι όμως και η έκδοση διαζυγίου γιά την οποία απαιτείται υποχρεωτικά δικαστική απόφαση), Μισθωτικές Διαφορές, Κατασκευαστικές διαφορές, Αθλητικές Διαφορές κλπ και ii) Εμπορικές υποθέσεις, όπως π.χ. αυτές που αναφύονται από εμπορικές συναλλαγές και σχέσεις, οι εταιρικές διαφορές ή όσες αφορούν Σήματα, Ευρεσιτεχνίες, Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας κλπ.

Πότε τα μέρη επιτρέπεται να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση;

Τα μέρη επιτρέπεται να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση:

α) αν συμφωνούν, αφότου ανέκυψε η διαφορά,

β) αν κληθούν απο το δικαστήριο να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση και συναινούν,

γ) αν η προσφυγή στη διαμεσολάβηση διαταχθεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους-μέλους και η σχετική υπαγωγή της διαφοράς δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη,

δ) αν η προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από τον νόμο,

ε) αν σε έγγραφη συμφωνία των μερών υπάρχει ρήτρα διαμεσολάβησης.

Μπορεί το Δικαστήριο να οδηγήσει μια διαφορά στη διαμεσολάβηση;      

Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ιδιωτική διαφορά που μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη κατά την ελεύθερη κρίση του όλες τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν, η σχετική έγγραφη συμφωνία περιλαμβάνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο 3μήνου και όχι πέραν του 6μήνου, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών, χωρίς όμως να αποκλείεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Πώς γίνεται η διαμεσολάβηση; Τα μέρη παρίστανται μόνα τους ή μαζί με το δικηγόρο τους;

          Στη διαδικασία διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μαζί με το νομικό παραστάτη τους, εξαιρουμένων των υποθέσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών, στις οποίες επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση. Στη διαδικασία μπορεί να μετέχει και τρίτο πρόσωπο, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο και συμφωνούν τα μέρη και ο διαμεσολαβητης. Η αμοιβή του νομικού παραστάτη κάθε μέρους συμφωνείται ελεύθερα και για τη συμμετοχή του σε όλη τη διαδικασία της διαμεσολάβησης εκδίδεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ποσού 60 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, ποσού 100 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και ποσού 150 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Ο διαμεσολαβητής ορίζεται από τα μέρη ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής τους επιλογής και είναι ένας, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν εγγράφως ότι οι διαμεσολαβητές θα είναι περισσότεροι. Ο χρόνος, ο τόπος και οι λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες καθορίζονται από τον διαμεσολαβητή σε συμφωνία με τα μέρη. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφότερων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ί́διο τόπο και χρόνο, η διαμεσολάβηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχουν πρόσβαση τα άλλα μέρη της διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να επικοινωνεί με καθένα από τα μέρη και να τα συναντά είτε χωριστά είτε από κοινου, ενώ οι πληροφορίες που αντλεί κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Πριν από την έναρξη όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν, εκτός αν η γνωστοποίησή του είναι απαραίτητη για την εκτέλεσή της, ή αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης. Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες τους και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου.

Πολύ λόγος έγινε γιά την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης. Ο νέος νόμος την έκανε υποχρεωτική;

          Ο νέος νόμος ορίζει ότι γιά να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αγωγής που τυχόν ασκηθεί θα πρέπει να κατατεθεί μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, με εξαίρεση τις υποθέσεις όπου διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.

Οι αστικές και εμπορικές διαφορές που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς είναι:

α) από τις 15-1-2020 οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α ́, β ́ και γ ́ της παραγράφου 1, και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ.

          β) Από τις 15-2-2020 οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

          γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

          Πώς φτάνουμε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία σε αυτές τις υποθέσεις και τι γίνεται σε αυτή;

          1. Κατ’ αρχάς πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής στις συγκεκριμένες υποθέσεις που αναφέραμε και το ενημερωτικό αυτό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί επί ποινή απαραδέκτου αυτής.

          2. Το μέρος που έχει την πρωτοβουλία (επισπεύδον) έχει τη δυνατότητα είτε να επικοινωνήσει με το άλλο ή τα άλλα μέρη της διαφοράς για τον διορισμό διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής είτε να απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του. Στην περίπτωση αυτή, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με το άλλο ή τα άλλα μέρη με κάθε πρόσφορο μέσο, για να διαπιστώσει αν επιτυγχάνεται συμφωνία ως προς το πρόσωπό του και λαμβάνει σχετική έγγραφη έγκρισή τους. Αν δεν καταστεί δυνατή η επικοινωνία ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, τότε διορίζεται διαμεσολαβητής από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους.

          3. Το επισπεύδον μέρος υποβάλλει στον διαμεσολαβητή που έχει οριστεί αίτημα προσφυγής στη διαμεσολάβηση, (ηλεκτρονικά ή με άλλον πρόσφορο τρόπο) σε συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών και το αντικείμενο της διαφοράς και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής. Ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης και σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών τα ορίζει ο ίδιος γνωστοποιώντας τα στα μέρη εγγράφως 5 τουλάχιστον μέρες πριν από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής της γνωστοποίησης.

4. Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός 20 ημερών από την επομένη της αποστολής στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος. Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις, όπου αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν.

5. Στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία τα μέρη παρίστανται μαζί με νομικό παραστάτη, ενώ στην περίπτωση νομικών προσώπων ο νόμιμος εκπρόσωπος μπορεί να διορίζει αντιπρόσωπο με εξουσιοδότηση και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται με εξουσιοδότηση, μόνη η συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού.

6. Κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ο δι- αμεσολαβητής ενημερώνει τα μέρη για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και για τις βασικές αρχές που τη διέπουν, καθώς και για τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς τους με βάση τις ιδιαιτερότητές της και τη φύση αυτής.

          7. Εφόσον τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν τη διαδικασία της διαμεσολάβησης είτε με τον ίδιο είτε με διαφορετικό διαμεσολαβητή, συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία της, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός 40 ημερών από την επομένη της λήξης της προαναφερθείσης 20ήμερης προθεσμίας, χωρίς να υπολογίζεται ο Αύγουστος, ενώ τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν παράτασή της έως 40 ημέρες.

8. Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς μπορεί να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί χρηματική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 100 ευρώ και μεγαλύτερη από 500 ευρω.

          Τι θα γίνει αν τα μέρη συμφωνήσουν; Τι ισχύ έχει το πρακτικό που θα υπογραφεί;

          Ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης που πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο, και τον Α.Φ.Μ. του διαμεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα ονόματα των νομικών παραστατών τους, δ) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση, ε) τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση περί μη επίτευξης συμφωνίας.

Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης, το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή.

Κάθε μέρος μπορεί να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίζοντας και ένα παράβολο των 50,00 ευρώ. Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται. Το πρακτικό της διαμεσολάβησης́, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, αποτελεί εκτελεστό τίτλο και η συμφωνία που αποτυπώνει μπορεί στα πλαίσια του νόμου να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ αν αυτό περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Τέλος το πρακτικό της διαμεσολάβησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.

          Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της διαμεσολάβησης;

          Η διαμεσολάβηση έχει προφανή πλεονεκτήματα, τα κυριότερα των οποίων είναι: 1) η ταχύτητα, 2) το χαμηλό κόστος, 3) η εμπιστευτικότητα, 4) η ευελιξία της διαδικασιας (απουσία δικονομικών τύπων), 5) η μη δεσμευτικότητα της διαδικασίας, 6) η ενεργητική συμμετοχή των μερών στη διαδικασία, 7) η διασφάλιση των δικαιωμάτων των μερών, αφού τηρούνται ίσες αποστάσεις και δεν απεμπολούν το δικαίωμα τους να προσφύγουν & στο δικαστήριο, 8) ο προσανατολισμός στα ουσιαστικά συμφέροντα & οχι στα τυπικά δικαιωματά τους, 9) η εστίαση στα πραγματικά συμφέροντα & οχι στις θέσεις τους, 10) η αποκατάσταση της επικοινωνίας & αξιοπρέπειας μεταξύ των μερών, 11) η αποκατάσταση των σχέσεων ή η διατήρηση καλών σχέσεων μεταξύ των μερών («σώζεται η σχέση»), 12) η προοπτική μελλοντικής συνεργασίας, 13) η λήξη μιας συνεργασίας με φιλικό τρόπο, 14) το πιό δίκαιο αποτέλεσμα, αφού η απόφαση λαμβάνεται από τα ίδια τα μέρη, 15) η βιωσιμότητα της επιτευχθείσης συμφωνίας, δεδομένου ότι είναι ευκολότερη η αποδοχή των πρακτικών και ουσιαστικών αποτελεσμάτων της από τα μέρη που τα ίδια αποφάσισαν γιά τη διαφορά τους, 16) μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

          Ποιες οι σκέψεις σας για το μέλλον της διαμεσολάβησης μετά τον νέο νόμο;

          Ο νέος νόμος είναι σαφώς νομοτεχνικά βελτιωμένος σε σχέση με τους προηγούμενους. Οι πολίτες έχουν όλα τα προηγούμενα χρόνια εξοικιωθεί με την ιδέα ότι υπάρχει και η διαμεσολάβηση ως ένας εναλλακτικός τρόπος επίλυσης των διαφορών τους και πάρα πολλοί ενεργά επεδίωξαν και πληροφορήθηκαν τις πρακτικές λεπτομέρειες της λειτουργίας του. Η υποχρεωτική εναρκτήρια συνεδρία του νέου νόμου αναγκάζει τους πολίτες να έρθουν σε άμεση επαφή με το θεσμό, έστω κι αν δεν το επιθυμούν. Ίσως αυτό να αποτελέσει την αιτία να γνωρίσουν τη διαμεσολάβηση οι μη πληροφορημένοι, οι αδιάφοροι, αλλά και εκείνοι που γιά τους δικούς τους λόγους διάκεινται αρνητικά. Απ’ όλους αυτούς, ίσως κάποιοι επιλέξουν να επιδιώξουν την επίλυση της διαφοράς τους, συνεχίζοντας τη διαδικασία μετά την υποχρεωτική συνεδρία και στο βαθμό που αυτό θα επιτυγχάνεται στην πράξη, να δημιουργηθεί σιγά-σιγά μιά νεά κουλτούρα επίλυσης διαφορών με διαμεσολάβηση και ο θεσμός να ευδοκιμήσει, όπως και σε πολλές χώρες του εξωτερικού, προς όφελος όλων.

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
6
=