Διαλεύκανση της υπόθεσης με το βρέφος ζητούν οι νοσοκομειακοί γιατροί

Τελευταία ενημέρωση: 2018-08-07, 22:48:44
Διαλεύκανση της υπόθεσης με το βρέφος ζητούν οι νοσοκομειακοί γιατροί

Άφωνοι δηλώνουν οι παππούδες του παιδιού από την απάντηση των γιατρών - «Περιμένουμε ακόμα μία συγγνώμη

Την άμεση διαλεύκανση της υπόθεσης με το τσίμπημα 19μηνου μωρού από φίδι και της  αντιμετώπισης που έτυχε το περιστατικό από τους γιατρούς του Νοσοκομείου Βόλου, ώστε να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο Νοσοκομείο, ζητά με ανακοίνωσή της η Ένωση Γιατρών του Νοσοκομείου Βόλου, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι είναι αναληθή πολλά από τα σημεία της καταγγελίας της γιαγιάς του μωρού. 

Το περιστατικό όπως είναι γνωστό συνέβη τη Δευτέρα 23 Ιουλίου στο σπίτι των παππούδων στο Βένετο, όταν ενώ το μωράκι έπαιζε ανυποψίαστο  με μία μπάλα, μία οχιά το τσίμπησε στο χέρι. Η γιαγιά του παιδιού Γιούλα Μητρομάρα – Γαλάτου με επιστολή της στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ δημοσιοποίησε τον «Γολγοθά» που έζησε, όταν μετέφεραν το παιδάκι αρχικώς στο Νοσοκομείο Βόλου και στη συνέχεια σε άλλα τρία Νοσοκομεία. 

Η κ. Μητρομάρα - Γαλάτου κατήγγειλε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου δεν υπήρχε αντιοφικός ορός και ενημέρωσε για όλα όσα ακολούθησαν. Σήμερα, το παιδάκι συνεχίζει να νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης «Γ. Γεννηματάς» και ευτυχώς είναι καλά στην υγεία και έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο τόσο το ίδιο όσο και το χεράκι του.

Για το θέμα διατάχθηκε αρχικώς προκαταρκτική έρευνα από τον διοικητή του Νοσοκομείου Βόλου Ματθαίο Δραμητινό προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρξε αμέλεια ή ολιγωρία και στη συνέχεια προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελία Βόλου προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρξε παράβαση καθήκοντος. 

 

Η ανακοίνωση των νοσοκομειακών γιατρών

Αναλυτικά η ανακοίνωση των νοσοκομειακών γιατρών αναφέρει τα εξής:

«Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αληθινή ανησυχία διαβάσαμε και ακούσαμε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης για τη σοβαρή καταγγελία του παππού και της γιαγιάς σχετικά με την αντιμετώπιση που έλαβε στο Νοσοκομείο Βόλου το 19 μηνών παιδί που «ήταν αβοήθητο μετά από τσίμπημα οχιάς στις 23/7/2018».

Αυτή η αναφορά χαρακτηρίζεται από σοβαρές καταγγελίες για το Νοσοκομείο (απουσία αντιοφικού ορού, κάτι που είναι αναληθές, επιπρόσθετα, η χρήση του συγκεκριμένου φαρμάκου διεθνώς γίνεται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεδομένων των σοβαρών αλλεργικών και άλλων αντιδράσεων που μπορεί να προκαλέσει), για την απουσία της διευθύντριας παιδιάτρου (κάτι που επίσης είναι αναληθές αφού αυτή ήταν όλη την ώρα με τον ασθενή - αυτή που εκκλήθηκε ήταν η επιμελήτρια αναισθησιολόγος για τη διακομιδή του μικρού ασθενούς σε Νοσοκομείο που διέθετε παιδοχειρουργό ως όφειλε, άρα και εδώ επλανήθη η γιαγιά) και τέλος χαρακτηρίζεται από απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για ιατρούς του Νοσοκομείου (έλλειψη σοβαρότητας, ανευθυνότητα, αδιαφορία, απάθεια). 

Δηλαδή όλοι οι ιατροί ήταν στη θέση τους και έγιναν όλα όσα προβλέπονται σε αντίστοιχες περιπτώσεις ως αρχική αντιμετώπιση και μάλιστα χωρίς καμία καθυστέρηση στο Νοσοκομείο του Βόλου. Αφού χορηγήθηκε στο παιδί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και σταθεροποιήθηκε, διακομίσθηκε σε κεντρικότερο νοσηλευτικό ίδρυμα διότι εκεί υπήρχαν ειδικότητες που μπορεί να χρειαζόταν να παρέμβουν, όπως παιδοχειρουργοί, καθώς επίσης θα ήταν πιο κοντά σε Τριτοβάθμιο Νοσοκομείο με Μονάδα κατάλληλη για την υποστήριξη παιδιών. Η απόφαση για το Νοσοκομείο στο οποίο διακομίζεται ένας ασθενής δεν είναι στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών, αποφασίζεται από κεντρικό συντονιστικό όργανο (ΕΚΕΠΥ).

Οι συνέπειες της συγκεκριμένης καταγγελίας είναι ιδιαιτέρως σημαντικές για  την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη για το Νοσοκομείο στην κοινωνία του Βόλου, συνθήκη απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία του. Σε αυτό το πλαίσιο και εκπροσωπώντας τους ιατρούς του Νοσοκομείου και των Κέντρων Υγείας του Νομού Μαγνησίας, επιθυμούμε να επισημάνουμε τα εξής: 

Είναι απαραίτητη η ενδελεχής διερεύνηση των συνθηκών αντιμετώπισης του συγκεκριμένου ασθενή από
το Νοσοκομείο Βόλου και επικροτούμε την άμεση απόφαση της διοίκησης για τη διενέργεια προανακριτικού ελέγχου. Σημαντική σε αυτή την κατεύθυνση είναι και η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Εισαγγελία Βόλου.

Μας προκαλεί ιδιαίτερο σκεπτικισμό ο τρόπος επικοινωνίας της συγκεκριμένης καταγγελίας δεδομένου ότι δεν ακολουθήθηκε η θεσμική διαδικασία (έγγραφη καταγγελία στη Διοίκηση του Νοσοκομείου – καταγγελία στο σύλλογο των ιατρών – καταγγελία στην Εισαγγελία) και η εν συνεχεία πιθανή κοινοποίηση του θέματος από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά ακολουθήθηκε η αντίστροφη διαδικασία. Αυτό είναι σημαντικό γιατί αναφορικά με τις καταγγελίες για πιθανές παραλείψεις ιατρών, αν αυτές αποδειχθούν μη αληθείς δημιουργείται σοβαρό θέμα ηθικής βλάβης και σπίλωσης αυτών, ενώ το ίδιο ισχύει και σε επίπεδο Νοσοκομείου με συνέπειες για την εύρυθμη λειτουργία στις συνθήκες της τοπικής κοινωνίας.

Θέλουμε τέλος να επισημάνουμε στους πολίτες του Βόλου και εν δυνάμει ασθενείς του Νοσοκομείου την τεράστια σημασία που έχει το ιστορικό που δίνουν κατά την προσέλευσή τους στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών για να μπορέσουν έτσι να λάβουν έγκαιρα την κατάλληλη αντιμετώπιση, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο περιστατικό δηλώθηκε ως κάκωση ατυχώς από τους συνοδούς του και για αυτό καταχωρήθηκε αρχικά ως «ορθοπεδικό» και όχι ως δήγμα φιδιού, αναρωτιόμαστε εύλογα αν αυτό είχε διαφύγει της προσοχής των κηδεμόνων και εχόντων την ευθύνη του μικρού ασθενούς. 

Να σημειώσουμε ότι στο Νοσοκομείο του Βόλου ενδεικτικά, κατά μέσο ορό, τα επείγοντα παιδιατρικά περιστατικά που αντιμετωπίζονται στο Παιδιατρικό Ιατρείο Επειγόντων ανέρχονται σε 9.500 τον χρόνο. Αντίστοιχα, τα παιδιά που εξετάζονται στο Τακτικό Παιδιατρικό Ιατρείο ξεπερνούν τα 1.000 το χρόνο. Οι εισαγωγές/νοσηλείες παιδιών στην Παιδιατρική Κλινική κυμαίνονται από 700 ώς και πάνω από 1.000 τον χρόνο. Οι διακομιδές προς Τριτοβάθμια Νοσοκομεία φθάνουν μέχρι και τις 50 τον χρόνο.

Πιστεύουμε τέλος ότι ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της προανάκρισης σε οποιαδήποτε περίπτωση πιθανής δυσλειτουργίας διαπιστώνεται από τους πολίτες του Βόλου, είναι απαραίτητο να ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία καταγγελίας προκειμένου να βελτιώνονται άμεσα οι καταστάσεις που μπορούν να βελτιωθούν.

Ελπίζουμε στην άμεση διαλεύκανση της υπόθεσης, ώστε να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη όλων μας απέναντι σε ένα Νοσοκομείο στο οποίο όλοι οι εργαζόμενοι καταθέτουν την ψύχη τους σε πραγματικά εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εργασίας».

 

Tι απαντά η οικογένεια

Άφωνοι δηλώνουν οι παππούδες του παιδιού από την απάντηση των γιατρών.

Σε επιστολή τους αναφέρουν:

«Σκεφτήκαμε πώς μπορεί να γράφονται και να λέγονται τέτοια πράγματα. Δυστυχώς, από το ύφος της απάντησής τους διαπιστώνουμε ότι αντί να ζητήσουν μία συγγνώμη για την αδικαιολόγητη ταλαιπωρία που υπέστη το 19 μηνών εγγόνι μας που λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του ή να υποστεί μόνιμη αναπηρία στο χεράκι του, ούτε λίγο ούτε πολύ, εγκαλούμαστε για τον τρόπο που επιλέξαμε να γνωστοποιήσουμε το γεγονός (δηλαδή ότι διαλέξαμε τον Τύπο και όχι έγγραφη καταγγελία στον διοικητή του Νοσοκομείου ή σχετική αναφορά στην Εισαγγελία Βόλου). 

Αυτό τους ένοιαξε. Αφού λοιπόν, όλα έγιναν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το περιστατικό αντιμετωπίστηκε ορθά χωρίς να διατρέξει τον παραμικρό κίνδυνο το εγγόνι μας, ας μας απατήσουν στα ακόλουθα ερωτήματα:

-Γιατί, αφού υπήρχε δήθεν ο αντιοφικός ορός στο Νοσοκομείο του Βόλου, χρειάστηκε το εγγόνι μας να διακομισθεί την ίδια μέρα σε τρία διαφορετικά Νοσοκομεία και μάλιστα άλλων νομών κατόπιν δικών τους πρωτοβουλιών;

-Γιατί χρειάστηκε να νοσηλευτεί δώδεκα ημέρες στο Νοσοκομείο «Γεννηματάς» Θεσσαλονίκης;

-Γιατί όταν μετά την πάροδο τουλάχιστον τριών ωρών από την προσέλευσή μας στο Νοσοκομείο Βόλου η διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής διαμαρτυρόταν στους άντρες του ΕΚΑΒ ότι καθυστέρησαν για τη διακομιδή του μικρού αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας και ότι το περιστατικό κρίνεται σοβαρό;

-Γιατί κατά την μεταφορά του εγγονού μας από το Νοσοκομείο του Βόλου σ’ αυτό της Λάρισας, αφού όλα ήταν καλώς καμωμένα στον Βόλο, απαιτήθηκε η συνοδεία από αναισθησιολόγο;

-Γιατί, εφόσον ισχυρίζονται ότι το Νοσοκομείο του Βόλου διέθετε αντιοφικό ορό, δεν ενημέρωσαν αμέσως το Κέντρο Δηλητηριάσεων, έτσι ώστε να τους δοθούν οδηγίες και να χορηγηθεί στο εγγόνι μας, όπως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές και όπως άλλωστε έπραξαν άμεσα οι συνάδελφοί τους στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λάρισας;

Αναμένουμε ακόμη και σήμερα μία συγγνώμη».

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
3
+
7
=