Χιονισμένες αναμνήσεις από τον παλιό Βόλο

Τελευταία ενημέρωση: 2017-01-15, 17:51:49
Χιονισμένες αναμνήσεις από τον παλιό Βόλο

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ 

Παλιότερες εποχές… παγετώνων αναβιώνουν μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις τριών Βολιωτών οι οποίοι ανακαλούν μνήμες από τον παλιό Βόλο. Οι εποχές που έριχνε «ένα μπόι χιόνι» όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι παλιότεροι, ζωντανεύουν με τρόπο γλαφυρό, σε πάλλευκο τοπίο, με νοσταλγικά συναισθήματα, αλλά και εικόνες δύσκολων εποχών. Το χιονισμένο τοπίο στο Βόλο και τη Μαγνησία, και η κακοκαιρία των προηγούμενων ημερών, αποτέλεσαν την αφορμή για μια αναδρομή στο μακρινό παρελθόν, με επίκεντρο τη σημερινή, παγκόσμια μέρα χιονιού. Οι βαρυχειμωνιές που σημειώθηκαν τα χρόνια της κατοχής αλλά και μεταγενέστερα, έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα τις αναμνήσεις των παλαιότερων. Η περιήγηση στο μακρινό παρελθόν, με φόντο τη χιονισμένη πόλη, διανθίζεται από καθημερινά στιγμιότυπα, δυσκολίες αλλά και το ζεστό χαμόγελο της νιότης που αψηφούσε τα δύσκολα, ατενίζοντας με καρδιοχτύπι και αισιοδοξία το μέλλον.

Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ 

Ημέρες χιονιού

Την πρώτη μέρα του Δεκέμβρη του 1957 θυμάται ο Βολιώτης συγγραφέας και λάτρης του πολιτισμού Άρης Βολιώτης, ο οποίος αφηγείται στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ: «Ήταν πρώτη του Δεκέμβρη του 1957 όταν έφθασε στον Βόλο ο τότε νέος Μητροπολίτης μας Δαμασκηνός. Η υποδοχή του ήταν μεγαλειώδης με τον κόσμο να έχει ξεχυθεί στους γύρω δρόμους και στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου, χαιρετώντας τον ερχομό του. Κανείς όμως δεν σκέφθηκε πως πίσω από τον καλό Μητροπολίτη, ακολουθούσε ο χιονιάς, με άγριο παγετό που κάλυψε τα πάντα. Για πολλές ημέρες υπέφερε ο τόπος και ιδιαίτερα το Πήλιο, με αποτέλεσμα ο παγετός να «κάψει» τα αιωνόβια δένδρα της ελιάς. Σε πολλές περιοχές ξεράθηκαν και πέρασαν χρόνια να καρπίσουν πάλι.

Η παρέα μας όμως δεν έχασε ευκαιρία. Πάροδος Μηλεών και το στρωμένο χιόνι μαζεύτηκε για να ζυμώσει ένα χιονάνθρωπο στο μπόι μας. Μόνο καρότο δεν είχαμε για μύτη, αλλά ήταν η αγάπη μας τόση που μας το συγχώρησε!»

Τα χρόνια κυλούσαν κι ο χειμώνες τους είχε χιόνια και κρύο, μα ήταν φυσιολογικά τα καιρικά φαινόμενα. «Μέχρι το 1961 όταν ήρθε πάλι το πολικό ψύχος κι ο τόπος χάθηκε μέσα στον χιονιά. Οι νέοι όμως, είχαν την ευκαιρία να βρίσκουν τρόπους διασκέδασης. Η οδός Κουμουνδούρου αρχίζει από την παραλία μας (στο κινηματογράφο Αχίλλειο) και καταλήγει στην εκκλησία της Αναλήψεως. Μεσημέρι και μια βολίδα φεύγει από ψηλά σχίζοντας το χιόνι. Είναι ο Δημήτρης Χαλέβας με τα σκι του, που κάνει τα σλάλομ του, μέχρι να φθάσει χαμηλά στην θάλασσα. Θα τον ακολουθήσουν ένας – ένας, με τα ίδια σκι και οι άλλοι της παρέας.

Ίδιος χιονιάς και τις τελευταίες ημέρες του Γενάρη του 1963, δυο χρόνια μετά. Ημέρες κράτησε το χιόνι. Δυσκόλεψε τους μεγάλους, αλλά ήταν χαρά για χιονοπόλεμο και πόζες εμπρός στον φακό από την νεολαία.

Και στο πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη του 1966 όγκος από τόνους χιονιού κάλυψε τα πάντα, για ημέρες» θυμάται ο κ. Βολιώτης.

08.01.1966. Οδός Κουμουνδούρου (αρχείο ΑρηΒολιώτη)

 

Ο δύσκολος Μάρτης

Η γλαφυρή αφήγηση του κ. Βολιώτη συνεχίζεται με μια ακόμη αναδρομή στον παγωμένο Μάρτη του 1987. «Καθαρά Δευτέρα οκτώ του μήνα, ο ήλιος λάμπει και καίει. Βρισκόμαστε για τα Κούλουμα στο σπίτι της εξοχής, μια παρέα από χαρούμενους ανθρώπους και κυρίως παιδιά. Ο πιο μικρός είναι στο «πάρκο» του έξω στον καθαρό αέρα. Καταχαρούμενος και στο κέντρο του ενδιαφέροντος όλων. Για πολύ χρόνο κανείς δεν κατάλαβε πως η ηλίαση τον είχε αγγίξει μέχρι που έγινε κατακόκκινος. Συναγερμός, ντους χλιαρά κι αγωνία μέχρι να συνέλθει».

Και ξημέρωσε την επαύριο, η Καθαρά Τρίτη με της μετεωρολογικές προβλέψεις να επαληθεύονται. Χιόνι, χιόνι παντού και συνεχώς. Μια ολάνθιστη τζανεριά στο κήπο, γεμάτη ολόλευκες λαμπάδες ανθών, σε λίγες ώρες, να έχει βουτηγμένο τον κορμό της στο χιόνι και τους ανθισμένους κλώνους της να ξεπροβάλουν από αυτό.

Και το χιόνι ασταμάτητο. Ένα εικοσιτετράωρο, δεύτερο, τρίτο, συνέχεια εννέα ημέρες. Πυλώνες της ΔΕΗ κατεστραμμένοι από τη θύελλα. Κατοικίες χωρίς ηλεκτρικό, θέρμανση και νερό. Σμήνη πουλιών να έχουν γεμίσει τους δρόμους και τις πλατείες. Είδη που δεν φανταζόμαστε πως υπάρχουν. Μικροπούλια και μεγάλα πετούμενα.

«Φίλοι και συγγενείς τρομοκρατημένοι και παγωμένοι στα σπίτια τους να ζητούν βοήθεια, μια και δεν είχαν ζήσει πέρα από τις σύγχρονες ανέσεις ή τις είχαν απωθήσει γιατί θύμιζαν άλλους δύσκολους καιρούς.

Σκέφθηκα πως ήταν ευκαιρία τα παιδιά να αποκτήσουν μερικές γνώσεις πως αντιμετωπίζονται καταστάσεις με απλά πράγματα. Εκείνο το παγωμένο βράδυ πήρα βαμβάκι κι έστριψα ένα φυτίλι και φτιάξαμε ένα λύχνο λαδιού. Καλύψαμε την κουζίνα. Στην όμορφη παλιά λάμπα της γιαγιάς βάλαμε καθαρό πετρέλαιο που υπάρχει πάντα στο σπίτι για τέτοιες ώρες και είχαμε φως σε άλλα δωμάτια. Είχαμε και τους φακούς από τα καλοκαιρινά camping. Φέραμε από το εργαστήριο την πετρογκάζ, τη βάλαμε πάνω στην ηλεκτρική κουζίνα και μαγειρέψαμε έναν υπέροχο τραχανά που τον θυμούνται πάντα. Κοιμηθήκαμε ζεστά. Povere vitae το ονομάσαμε. Αυτό ήταν η αρχή να θυμηθούμε έκτοτε πως υπάρχει και ο τρόπος ζωής των παππούδων που σώζει, όταν τον θυμηθούμε».

 

Η «Αγία Φραγκίσκη»

Ανατρέχοντας στο μακρινό παρελθόν, ο ομιλών, επισημαίνει ότι «Με δυσκολία γίνονταν οι στοιχειώδεις εργασίες. Η αγορά κλειστή. Οι υπηρεσίες να υπολειτουργούν κι οι αρχές να τρέχουν και να μη φθάνουν. Κι οι άνθρωποι να αναρωτιούνται πότε τελειώνει «αυτό»; Και σ’ όλα αυτά στην υπηρεσία μου να δέχομαι το πιο απίθανο αίτημα. Αιτούνταν, έγραφε, μια ώρα απουσίας κάθε ημέρα μέχρι το τέλος της εβδομάδος και να θεωρηθεί ως μια ημέρα κανονικής άδειας απουσίας. Αιτιολογικό πως ήθελε να ταΐζει τα πουλιά και τα ζώα που ήταν στους δρόμους και στις πλατείες, παγωμένα και μόνα.

Το γνωρίζαμε πως κάθε ημέρα έφθανε μέχρι τα γραφεία με σακούλες τροφή, τριμμένο ξερό ψωμί κι ότι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Γνωρίζαμε πως δεν ξεχώριζε «ήμερα –καλά» και «βρώμικα» ζώα. Γνωρίζαμε πως την τρελαμένη γάτα που κλείστηκε στα γραφεία όλη την νύχτα και κανείς δεν την πλησίαζε την έφερε έξω στην αγκαλιά της. Κι αυτή ήξερε πως πολλές φορές τη φωνάζαμε «Αγία Φραγκίσκη». Αλλά και άδεια απουσίας μιας ώρας;

Τελικά συμβιβαστήκαμε. Το μεσημέρι με το τέλος του ωραρίου κρατούσα και εγώ δυο σακούλες εφόδια, για να διασχίσουμε την γεμάτη με μισό μέτρο χιόνι παραλία, το πάρκο, τον Άγιο Κωνσταντίνο και να φθάσουμε στον Άναυρο όπου κύμα και χιόνι ήταν ένα. Σμήνη τα πουλιά. Πλήθος τα αδέσποτα. Οι σακούλες να αδειάσουν. Κι η ευτυχία να πετά στα ουράνια. Στα ουράνια που βρίσκεται σήμερα η «Αγία», σίγουρα ανάμεσα σε αμέτρητα σμήνη πουλιών, σε μύρια μικρά και μεγάλα ζωντανά θα λάμπει μέσα σε υπέροχο φως, σαν κι αυτό που αντανακλά το παρθένο χιόνι». 

 

«Βούλιαζα ολόκληρος στο χιόνι» 

Μνήμες της δεκαετίας του ’60 ανακαλεί ο συνταξιούχος έμπορος Σάκης Χατζηβασίλογλου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Σκέφτομαι τη διαφορά που υπάρχει στη χιονόπτωση του 1961, όσο μπορώ να θυμάμαι, και τη σημερινή (11-1-2017) και αναρωτιέμαι, τότε τηλέφωνα σταθερά και κινητά δεν υπήρχαν. ΙΧ και συγκοινωνίες οπωσδήποτε δεν ήταν στο βαθμό που είναι σήμερα για να μπορέσεις να επικοινωνήσεις με τους ηλικιωμένους ανθρώπους που έμεναν μόνοι τους και χρειάζονταν κάποια βοήθεια. Η θέρμανση των σπιτιών ήταν μόνο με ξυλόσομπες το 90%».

Ο Πρόδρομος Χατζηβασίλογλου στα χιόνια του ’61 (αρχείο Σάκη Χατζηβασίλογλου)

Το πατρικό του σπίτι βρίσκονταν στη συμβολή των οδών Ιωλκού με Γιάννη Δήμου και το ύψος του χιονιού ήταν 1 μέτρο και πλέον μέσα στην πόλη. «Κατέβαιναν από την Ιωλκού άνθρωποι από τον Άνω Βόλο προς το κέντρο για να ψωνίσουν τα απαραίτητα είδη και επέστρεφαν πάλι από τα πατήματα που είχε κάνει ο πρώτος που πέρασε. Έτσι θυμάμαι με τον πατέρα μου, Πρόδρομο Χατζηβασίλογλου, ξεκινήσαμε από το σπίτι (Ιωλκού – Γιάννη Δήμου) με τα πόδια, για να πάμε στον παππού και τη γιαγιά, τους γονείς της μητέρας μου, που έμεναν Δημοκρατίας με Θράκης στη Ν. Ιωνία. Στη διαδρομή έπρεπε να ακολουθώ τα πατήματα του πατέρα μου. Μερικές φορές δεν τα ακολουθούσα και βούλιαζα μέσα στο χιόνι ολόκληρος, γιατί κουβαλούσα στον ώμο ένα δέμα. Όταν φτάσαμε μετά από ώρες στον παππού μου δεν μπήκαμε στην αυλή από τη σιδερένια πόρτα αλλά πάνω από τα τούβλινα κάγκελα, τόσο πολύ που ήταν το χιόνι. Ακόμη υπάρχουν σε ορισμένα σπίτια στη Ν. Ιωνία κάγκελα με τούβλα, όπως ήταν κάποτε. Το απόγευμα επιστρέψαμε στο πατρικό μου σπίτι, απ’ όπου η φωτογραφία. Ποιος το κάνει αυτό σήμερα;» διερωτάται ο κ. Χατζηβασίλογλου. 

 

Χειμώνας 1941-42

Αναμνήσεις του γνωστού Βολιώτη συγγραφέα Δημήτρη Τσιλιβίδη

Εικόνες μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου για το Βόλο, ζωντανεύουν μέσα από την αφήγηση του Δημήτρη Τσιλιβίδη, συνταξιούχου Οδοντιάτρου, δρ. Θεολογίας και συγγραφέα, ο οποίος περιγράφει το βαρύ χειμώνα που σημάδεψε ανεξίτηλα της μνήμες όσων τον βίωσαν.

Ο χειμώνας του 1941 – 42 ήταν ο πιο σκληρός που γνώρισε ο τόπος μας. Ο κόσμος άρχισε να πεινάει, ψωμί, λάδι, σαπούνι, κάρβουνα, ξύλα, είχαν εξαφανιστεί. Ο Βόλος είχε να δει ψωμί μήνες. Το «Δελτίο τροφίμων» σπάνια έδινε κάτι. Τα Χριστούγεννα του 1941 έδωσε, σαν τραγική ειρωνεία, ένα κουτί σπίρτα. Αδυνατισμένα πρόσωπα μαρτυρούσαν τον υποσιτισμό, πρησμένες κοιλιές παιδιών την αβιταμίνωση. Γενική στέρηση και εγκατάλειψη και πάνω απ’ όλα ένας αλύπητος πικρός χειμώνας με απανωτά χιόνια, τσουχτερό κρύο και παγωνιά, έδινε στις δοκιμασίες του κόσμου τη θλιβερή διάθεση απελπισμού. Έδινε την εντύπωση ότι όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο κι ότι η μαύρη μας κατάντια, που ολοένα χειροτέρευε, απειλούσε να σβήσει κάθε αχτίδα ελπίδας για ένα αύριο που δεν θα ήταν πολύ χειρότερο.

Οι αρμόδιοι κρατικοί παράγοντες με τρόπο σπασμωδικό, ασυντόνιστο και αναποτελεσματικό, έβλεπαν μοιρολατρικά τα πράγματα να ξεφεύγουν από τον έλεγχό τους και το φτωχό λαό να κατρακυλάει στην εξαθλίωση και το θάνατο. Τα απανωτά χιόνια του 1941-42 σκέπασαν το κενό που δημιουργήθηκε στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, η κατάρρευση, η έξαρση των προβλημάτων από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς του Βόλου, τη στασιμότητα των εργασιών, την περιορισμένη σοδειά, την κατάσχεση από τους Γερμανο-ιταλούς όλων των τροφίμων και καυσίμων των κρατικών Αποθηκών, την αδρανοποίηση των συγκοινωνιών, την απαγόρευση των μετακινήσεων και της κυκλοφορίας, έκαναν αναπόφευκτη τη μεγάλη πείνα του χειμώνα 1941-42.

Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ (1935-1957) το επιβεβαιώνει. «…Αληθώς ο χειμών της περιόδου εκείνης ήταν συνεχής και βαρύτατος και σπανίως ενθυμούνται οι κάτοικοι να πίπτη σχεδόν διαρκώς χιών και ολίγαι ημέραι να έχωσιν ήλιον. Τα καύσιμα εξ’ άλλου είχαν γίνει σπάνια και ήρχισαν να κρύπτονται όπως και τα τρόφιμα υπό της αρξαμένης να εκμεταλλεύεται την δυστυχίαν του λαού «μαύρης αγοράς». Τα μεταφορικά μέσα, αυτοκίνητα, πλοία μικρά ή μεγαλύτερα, ίπποι, κάρα, είχαν εκλείψει ως επιταχθέντα υπό των κατακτητών. Τα δάση ήρχισαν να υλοτομώνται από λαθρουλοτόμους. Εκείνο το οποίο έπληξε πολύ περισσότερο τας πτωχοτέρας τάξεις ιδίως της πόλεως και της υπαίθρου και επέφερε πολλούς θανάτους ήτο η πείνα του 1941-42. Το χειμώνα του 1941-42 πέθαναν από πείνα και κρύο 800 άτομα παραπάνω από εκείνα που πέθαιναν σε κανονικές καιρικές συνθήκες μέσα στο Βόλο και 200 άτομα στην περιφέρεια. Αν πέθαναν όμως χίλιοι από πείνα, πόσοι άλλοι γέροντες και παιδιά δεν έπαθαν ανεπανόρθωτες βλάβες της υγείας των από την απαίσια πείνα που υπέσκαψε και ετοίμασε το έδαφος για την φυματίωση και την αβιταμίνωση. Η υποδούλωσης της πατρίδος ημών, η αφαίρεσις όλων των ζωτικών εφοδίων αυτής, ως λείας πολέμου, οδήγησεν ημάς εις την θλιβεράν προαίσθησιν της επελθούσης πείνας και της χαλάρωσης των ηθών του λαού κατά πολλάς απόψεις» καταλήγει ο Μητροπολίτης Ιωακείμ.

Η Εκκλησία από τη μεριά της με το Γενικό φιλόπτωχο και τα ενοριακά του τμήματα, ήταν καλά οργανωμένη. Οι τρομερές δυσκολίες που παρουσιάστηκαν είχαν προβλεφτεί και ενώ οδήγησαν άλλους υπεύθυνους για την πόλη και την περιφέρεια σε απογοήτευση, έγιναν αντίθετα κίνητρα και αφετηρία ενός αγώνα που ανέλαβε με μεγάλη επιτυχία η Εκκλησία της Δημητριάδος σε όλη τη διάρκεια της ξενικής κατοχής.

Παιδάκι στα χιόνια

Τον σκληρό εκείνο χειμώνα της μεγάλης δυστυχίας του λαού μας, με τη συνακόλουθη «χαλάρωση των ηθών κατά πολλές απόψεις» αποκάλυπτε το παρακάτω περιστατικό, απόλυτα αληθινό, όπως το περιγράφει εφημερίδα του Βόλου.

«Το χιόνι δια δευτέραν φοράν άπλωνε τον λευκόν μανδύαν του επάνω εις την πόλιν μας. Ερημώνει τους δρόμους, σταματά βαρυχειμωνιάς που το έφερε. Προχθές εις την οδόν Ιωλκού και το κεντρικότερον μέρος της, είδαμε πεταγμένο μέσα στα χιόνια ένα παιδάκι 3-4 ετών. Το επέταξαν προφανώς οι δικοί του. Μερικοί διαβάτες συγκεντρώθηκαν και το ρωτούσαν. Αυτό απάντησε πως πέθανε η μάνα του και πως κάποιος δικός τους, που δεν ήξερε το όνομά του, το είχε πάει και εγκαταλείψει εκεί. Το παιδί αυτό θα πέθαινε μέσα στα χιόνια, αν οι διαβάτες δεν το οδηγούσαν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Το γεγονός είναι αρκετά χαρακτηριστικό. Οι συγγενικοί δεσμοί χαλαρώνονται, η συγγενική στοργή παραλύει και τα παιδιά πετιούνται στους δρόμους από εκείνους που δεν μπορούν να τα θρέψουν».

Αγριοπούλια παντού

 

Εκείνο το βαρύ χειμώνα του 1941-42 χιλιάδες αγριοπούλια έζησαν μαζί μας. Φερμένα από τo βοριά και ξεθαρρεμένα από την ανυπαρξία κυνηγών – τα κυνηγετικά όπλα είχαν παραδοθεί υποχρεωτικώς στους Ιταλούς- γέμισαν την πόλη και τα περίχωρα μυριάδες αργυρόμαυρα ψαρόνια. Πέφτανε λαίμαργα στις κατάφορτες από καρπούς ελιές και τη νύχτα διανυκτέρευαν στο ήπιο κλίμα της πόλης. Αγριοπερίστερα, κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και πάρα πολλά σπουργίτια και κοράκια γέμιζαν τα δέντρα και τους ανοιχτούς χώρους του Βόλου.

Η έλλειψη τροφής ήταν πρόβλημα και γι’ αυτά, μερικά τελείως αδύνατα κείτονταν στο χιόνι. Το ίδιο τραγική ήταν και η τύχη των οικόσιτων ζώων, όπως ακόμα πιο χειρότερη των ελεύθερων σκύλων και γάτων, ενώ οι ποντικοί είχαν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα καθώς σιτίζονταν από τα αποθηκευμένα στα σπίτια δημητριακά, όσπρια.

Ευτυχισμένο χειμώνα πέρασαν οι γλάροι του λιμανιού και τα «κολοβούτια» κάτι μικρές μαυρόκοτες που τρέφονται από ψάρια, άφθονα τότε μέσα στο λιμάνι. Οι μαυρόκοτες αυτές ανέβαιναν στα μουράγια και μερικές φορές πιάνονταν σε δολωμένα αγκίστρια αποτελώντας ένα καλό κατοχικό έδεσμα.

Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα κατά κύματα, πάνω και κάτω από το λευκό του μανδύα παίζονταν μικρά και μεγάλα δράματα εκείνο το χειμώνα του 1941-42.

 

1942. Χιόνια στο Βόλο της Κατοχής (αρχείο Αρη Βολιώτη)

Δεκέμβριος 1957. Ο χιονάνθρωπος της παρόδου Μηλεών (αρχείο Αρη Βολιώτη)

Τρία κοριτσόπουλα στην Πλατεία Ελευθερίας απέναντι από τα Δικαστήρια (αρχείο Αρη Βολιώτη)

Μια παρέα μαθητριών του Γαλλικού Ινστιτούτο (αρχείο Αρη Βολιώτη)

 

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
5
=