Απάντηση της Μητρόπολης για τις Νηές

Τελευταία ενημέρωση: 2008-10-09, 00:00:00
Κύριε Διευθυντά,
Στο φύλλο της έγκριτης εφημερίδας σας της 5-10*2008, υπό τον τίτλο το ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Νηές, δημοσιεύτηκε άρθρο του συναδέλφου Γεωργίου Λωρίτη, που έχει την ιδιότητα του δικηγόρου της οικολογικής οργάνωσης «Εν Δράσει».
Στο άρθρο αυτό επιχειρείται να θεμελιωθεί η άποψη ότι δήθεν η τοπική Εκκλησία πώλησε ή εκμίσθωσε έκταση που ανήκει στο Δημόσιο.
Επειδή η κατηγορία αυτή είναι ψευδής και συκοφαντική, παρακαλούμε για την αποκατάσταση της αλήθειας να δημοσιεύσετε στην εφημερίδα σας την ακόλουθη επιστολή μας στην ίδια θέση και με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία.
Όπως και σε προηγούμενες ανακοινώσεις μας έχει επισημανθεί, ολόκληρη η ιδιοκτησία της Εκκλησίας που είτε εκποιήθηκε είτε εκμισθώθηκε, ανήκει αναμφισβήτητα στην Εκκλησία με βάση τίτλους, που ανάγονται στο έτος 1933.
Με βάση προεδρικό διάταγμα του έτους 1933 (ΦΕΚ Α αρ.255) η ιδιοκτησία της Εκκλησίας στην περιοχή Νηές, όπως με ακρίβεια είχε καταμετρηθεί, ανερχόταν σε 700 στρέμματα ελαιώνες, 100 στρέμματα αγρούς, 1 στρέμμα άμπελο, 3 στρέμματα οικία - μετόχιο μετά προαυλίου, 10.000 στρέμματα βοσκότοπους και 7.199 στρέμματα δασότοπους δηλαδή συνολικά 18.003 στρέμματα. Το προεδρικό αυτό διάταγμα αφορούσε στο διαχωρισμό της μοναστηριακής περιουσίας σε ρευστοποιητέα και διατηρητέα και σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων αποτελεί αναμφισβήτητο τίτλο ιδιοκτησίας, επικυρωμένο κατά τον πλέον επίσημο τρόπο από το ελληνικό κράτος.
Ο χαρακτηρισμός μέρους της μοναστηριακής περιουσίας ως ρευστοποιητέας, όπως γνωρίζουν καλά όλοι οι ασχολούμενοι με το εκκλησιαστικό δίκαιο, δεν είχε την έννοια ότι η Μονή έχανε την κυριότητα της περιουσίας αυτής αλλά μόνο ότι τη διοίκηση και διαχείριση αυτής είχε αρχικά ο ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας) και μετά την κατάργησή του με το ν. 1811/1988 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διά της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών. Επομένως η αναφορά στο σχολιαζόμενο άρθρο πως η εκκλησιαστική περιουσία που με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα διατηρήθηκε στις Νηές ανέρχεται σε 500-600 στρέμματα είναι αναληθής. Από το διαχωρισμό της εκκλησιαστικής περιουσίας σε ρευστοποιητέα και διατηρητέα καμία έκταση δεν απέκτησε το Δημόσιο και ολόκληρη η έκταση εξακολούθησε να ανήκει στην Εκκλησία. Το μόνο που συνέβη είναι ότι τη ρευστοποιητέα περιουσία διαχειριζόταν μετά το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα αρχικά ο ΟΔΕΠ και κατόπιν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το έτος 1952 υπεγράφη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας σύμβαση, δυνάμει της οποίας η Εκκλησία συμφώνησε για να βοηθήσει τους ακτήμονες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μεταβιβάσει στο Δημόσιο μέρος της περιουσίας της προς αποκατάσταση των ακτημόνων. Για την υλοποίηση της συμφωνίας αυτής συγκροτήθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας τοπογραφικά συνεργεία για να καταμετρήσουν ολόκληρες τις εκκλησιαστικές εκτάσεις και να καθορίσουν ποιες από τις εκτάσεις αυτές θα μεταβιβάζονταν στο Δημόσιο. Σε ό,τι αφορά στην έκταση της Εκκλησίας στις Νηές το έργο αυτό ανατέθηκε στο 86 συνεργείο Ομάς 1Α, το οποίο το έτος 1958 συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα διανομής, καθόρισε τα τμήματα της εκτάσεως που θα περιέρχονταν στο Δημόσιο και στη συνέχεια συντάχθηκε το έτος 1959 κτηματολογικός πίνακας, στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά καταμετρημένες τόσο οι εκτάσεις που παρέμειναν στην κυριότητα της Εκκλησίας, όσο και εκείνες που παραχωρήθηκαν στο Δημόσιο. Παράλληλα στον ίδιο κτηματολογικό πίνακα αναφέρεται και ο χαρακτηρισμός κάθε επιμέρους εκτάσεως ως γεωργικής ή δασικής. Τώρα η εκκλησιαστική έκταση καταμετρηθείσα ανευρίσκεται 13.426,500 στρέμματα, πράγμα που δίνει σήμερα το δικαίωμα στην Εκκλησία να αναζητήσει ποιος καρπώθηκε παράνομα τη διαφορά μεταξύ της καταμετρήσεως του έτους 1933 και εκείνης του έτους 1959 , που ανέρχεται σε 4,576,50 στρέμματα. Δηλαδή όχι μόνο η Εκκλησία δεν έλαβε τίποτε από το Δημόσιο, αλλά στερήθηκε και άνευ ανταλλάγματος μεγάλο τμήμα της ιδιοκτησίας της, το οποίο παραχώρησε στο Δημόσιο.
Σύμφωνα με τον κτηματολογικό αυτό πίνακα η ιδιοκτησία της Εκκλησίας ανέρχεται σε 2.800 στρέμματα περίπου. Η αναφορά στο ανωτέρω άρθρο, ότι ο κτηματολογικός πίνακας του έτους 1959 δήθεν δεν ισχύει και εκείνος που ισχύει δήθεν είναι ένας κτηματολογικός πίνακας του έτους 1954 είναι αναληθής, καθώς αφενός τέτοιος πίνακας του έτους 1954 δεν υπάρχει στο αρχείο της τοπογραφικής υπηρεσίας της Νομαρχίας Μαγνησίας στο οποίο ανατρέξαμε, αλλά και αν υπήρχε, ισχύει ο βασικός νομικός κανόνας πως το μεταγενέστερο έγγραφο καταργεί το προγενέστερο, εφόσον το περιεχόμενο του νεότερου έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του προγενεστέρου.
Μετά την κατάρτιση από το ανωτέρω τοπογραφικό συνεργείο του τοπογραφικού διαγράμματος της διανομής του έτους 1958 τόσο το Ελληνικό Δημόσιο διά του αγροφύλακα Χρήστου Τσούλου, όσο και ο Σύλλογος Κτηνοτρόφων διά του Προέδρου του Δημητρίου Γιάγκου παρέλαβαν τα τμήματα της εκκλησιαστικής, εκτάσεως που με βάση το διάγραμμα περιέρχονταν σε αυτούς, όπως προκύπτει από τις από 15-7-1958 βεβαιώσεις τους. Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο αποδέχθηκε πλήρως το τοπογραφικό διάγραμμα της διανομής του έτους 1958 και τον βάσει αυτού συνταχθέντα κτηματολογικό πίνακα.
Το έτος 1981 η Μονή Ξενιάς μεταβίβασε στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος τη γεωργική έκταση του ανωτέρω κτηματολογικού πίνακα που ανερχόταν σε 1.358 στρέμματα. Τη δασική έκταση δεν τη μεταβίβασε με συμβόλαιο, γιατί αυτό δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία περί ιδιωτικών δασών, παρέδωσε όμως τη νομή της στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, η οποία άσκησε συνεχώς σε αυτή πράξεις νομής καθιστάμενη κυρία διά χρησικτησίας, πράγμα που αναφέρεται σε όλα τα συμβόλαια που συντάχθηκαν.
Μέρος της γεωργικής εκτάσεως που η Μητρόπολη απέκτησε με το συμβόλαιο του έτους 1981 εκποίησε στην εταιρία Golfing Developments, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της γεωργικής εκτάσεως και τη δασική έκταση την εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία. Για το λόγο αυτό σε όλα τα συμβόλαια αναφέρεται ως τίτλος ιδιοκτησίας της Μητροπόλεως όχι μόνο το συμβόλαιο του έτους 1981, αλλά και η έκτακτη χρησικτησία και το Προεδρικό διάταγμα του έτους 1933 σωρευτικά.Τονίζεται κατηγορηματικά ότι καμία δασική έκταση δεν μεταβιβάστηκε διά εκποιήσεως. Εκποιήθηκαν μόνο γεωργικές εκτάσεις για τις οποίες υπάρχει πράξη χαρακτηρισμού από το Αρμόδιο Δασαρχείο τελεσίδικη. Αντίθετα η εκμίσθωση δασικών εκτάσεων είναι σύννομη, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα αλλάξει η χρήση τους ή δεν θα γίνει επέμβαση σε αυτές άνευ της αδείας του Δασαρχείου. Η αναφορά ότι η μισθώτρια εταιρία ζήτησε τον αποχαρακτηρισμό των 1.600 στρεμμάτων της δασικής έκτασης που μισθώθηκε, με την επισήμανση πως ο ενδεχόμενος αποχαρακτηρισμός πολλαπλασιάζει και την αξία της έκτασης (υπαινιγμός ότι η έκταση εκμισθώθηκε με χαμηλό μίσθωμα) είναι αβάσιμη παντελώς, διότι απλή ανάγνωση των μισθωτηρίων συμβολαίων φανερώνει ότι σε περίπτωση αποχαρακτηρισμού (πράγμα για το οποίο είναι αρμόδια αποκλειστικά η δασική υπηρεσία) το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σε μίσθωμα ανάλογο προς γεωργική έκταση.
Η αναφορά επίσης στο ανωτέρω άρθρο πως η εκκλησιαστική έκταση που είτε εκποιήθηκε είτε εκμισθώθηκε ανέρχεται σε 3.389 στρέμματα, είναι αναληθής καθώς απλή ανάγνωση των συμβολαίων φανερώνει πως το εμβαδόν της εκκλησιαστικής εκτάσεως, όπως αυτή καταμετρήθηκε πρόσφατα με ηλεκτρονικά όργανα ακριβείας ανέρχεται σε 2.940 στρέμματα. Επισημαίνεται όμως πως οι συντάκτες του πρόσφατου τοπογραφικού διαγράμματος τοπογράφοι, έλαβαν υπόψη τους το διάγραμμα του έτους 1958, υλοποίησαν αυτό στο έδαφος και προ της συντάξεως κατέθεσαν το τοπογραφικό διάγραμμα σε όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες που όλες το θεώρησαν και χορήγησαν βεβαιώσεις, χωρίς καμία να αναφέρει ότι έχει συμπεριληφθεί σε αυτό έκταση του Δημοσίου. Ακόμη πρέπει να αναφερθεί πως στην τοπογραφική επιστήμη αποκλίσεις της τάξεως του 5% σε μια τεράστια έκταση είναι ανεκτές επιστημονικά.
Συμπερασματικά καμία έκταση του Δημοσίου, δεν εκμισθώθηκε ή εκποιήθηκε, κανένας αποχαρακτηρισμός δασικής εκτάσεως δεν έγινε (άλλο είναι το θέμα, αν εκκρεμεί αίτηση της μισθώτριας εταιρίας για αποχαρακτηρισμό) και όλη η έκταση που συμπεριλήφθηκε στα πωλητήρια και μισθωτήρια συμβόλαια είναι αναμφισβήτητη εκκλησιαστική ιδιοκτησία.
Βόλος 7-10-2008
Ο Πληρεξούσιος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, δικηγόρος
Μιχαήλ Βασιλικός
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
9
=