Ο κουκουλοφόρος

Τελευταία ενημέρωση: 2008-06-19, 00:00:00
Ένας ψηλός άντρας πήγε χτες το απόγευμα να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ, όταν, βλέποντας τα σχεδόν άδεια καρότσια στην ουρά τού ταμείου κατάλαβε ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος. Αμέσως επέστρεψε σπίτι. Τίποτα το ιδιαίτερο δεν είχε συμβεί και τούτη τη μέρα. Δούλεψε τις συνηθισμένες δέκα του ώρες, τα παιδιά του ζήτησαν λεφτά για να βγουν έξω και κάποιος στο λεωφορείο διηγήθηκε την ιστορία των κουκουλοφόρων που κλέβουν τα τρόφιμα. Τώρα ίδρωνε το μέτωπό του και τα γόνατά του έτρεμαν καθώς πλησίαζε σπίτι.
Όταν ασχολήθηκε ξανά με τους κουκουλοφόρους (οι αθεόφοβοι κλέβαν τα τρόφιμα και τα μοιράζαν στους φουκαράδες στη λαϊκή) συνειδητοποίησε πως αύριο χωρίς κανένα ενδοιασμό θα μπορούσε να φορέσει κουκούλα και να κλέψει το φούρναρη, ας πούμε. Ο φούρναρής του είχε πολλά ψωμιά, όλων των ειδών, αλλά ο κόσμος δυσκολευόταν να τ’ αγοράσει. Αλλά θα μπορούσε και να μην τον κλέψει, αν τελευταία στιγμή άλλαζε απόφαση κι έκλεβε το μανάβη.
Ήθελε να καθίσει κάπου και να διαβάσει Ντοστογιέφσκι. Αλλά οι κουκουλοφόροι σ’ αυτό το διάστημα θα άδειαζαν κι άλλο σούπερ μάρκετ και θα μοίραζαν τα τρόφιμα στη λαϊκή. Μια τέτοιου είδους δράση δεν μπορούσε να την καλύψει ο Ντοστογιέφσκι.
Ο άντρας πηγαινοερχόταν στην κουζίνα και σκεφτόταν τις άδειες του τσέπες. Κοίταζε το άδειο ψυγείο και το σχεδόν άδειο ντουλάπι κι απόστρεφε το βλέμμα. Ήταν αφόρητο. Πάει καιρός που η δουλειά του δεν απέφερε στην οικογένεια ούτε τον άρτο τον επιούσιο. Κυριολεκτικά.
Ύστερα κάθισε σε μία καρέκλα. Δεν υπάρχει πια τίποτα –συλλογιζόταν. Αυτή η κοινωνία έχει σαπίσει. Εξακολουθεί, όπως ετάχθη, να κάνει τους αιμάτινους γύρους της στην αρένα και στην κερκίδα επωφελούνται οι θύτες. Δεν υπάρχει κανενός είδους ζωή μέσα σε μια τέτοια κοινωνία, συλλογιζόταν. Αλλά μετά ήρθε το βράδυ και σκοτείνιασε πολύ μέσα στην κουζίνα.
Σηκώθηκε κι άναψε φως. Μετά, αφού μπήκε σ’ όλον αυτό τον κόπο, τού ήρθε στο νου η ιστορία των τροφίμων που μοιράζονταν στους φουκαράδες. Να φορέσει κι ο ίδιος κουκούλα; Σε καμία περίπτωση. Δεν είχε κανένα πάρε δώσε με τέτοιες ενέργειες. Και δεν είχε και κουκούλα.
Αν γινόμουν κουκουλοφόρος, μονολόγησε ο άντρας -αλλά πρόκειται για παγίδα. Το ψυγείο είναι ψυγείο θέλω δε θέλω, κι όταν φορέσω κουκούλα θα γεμίσει μία φορά και μετά θα είναι άδειο. Όμως πάλι το ψυγείο είναι πιο δυνατό από μένα… Δεν έχει επιθυμίες… Δεν μπορεί να τρελαθεί… Μου δείχνει έναν δρόμο...
Ο άντρας σηκώθηκε και κάλυψε με ένα μαντίλι το πρόσωπο. Με καλυμμένο το πρόσωπο βγήκε στο δρόμο. Είχε περάσει η ώρα. Τα φώτα φώτιζαν άκαμπτα. Περπατούσε όλο και πιο γρήγορα προσπερνώντας τα κλειστά μαγαζιά, ώσπου απέναντι το φως κάποιου ανοιχτού βενζινάδικου τον τύφλωσε. Διέσχισε τρέχοντας το δρόμο. Και δεν τον ένοιαζε τίποτα πια.
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
4
=