«Ο ιός της θάλασσας»

Τελευταία ενημέρωση: 2020-07-27, 12:05:45
«Ο ιός της θάλασσας»

Της Εύας Λόλιου

 «Αυγούλα μ! Πού ’σαι αυγούλα μου καλή; Χρυσοφρύδα μ’, μελανούρα μ’ ασημογαλανή;» φώναζε ο καπετάνιος ψάχνοντας πέρα για πέρα στ’ ανοιχτά κι έφταναν τα μάτια του θαρρείς έως και τα πιο σκοτεινά λέπια του ορίζοντα.

Γέρασε πολύ ο δόλιος, είχε χάσει τα λογικά του, μόνος του στέκονταν στην θάλασσα και μια μιλούσε σ’ αυτήν και μια στ’ ουρανού κι έκλαιγε με παράπονα. Μα ’κείνη την ημέρα ήταν άλλο πράγμα, άπιαστος ο νους του, λες κι είχε γκρεμοτσακιστεί αφήνοντας δεξιά κι αριστερά στα βράχια σκόρπια την ψυχή του και στα αβυσσαία κύματα ακόμη που σήκωναν βουνά τα θολά νερά τους έως τον κάβο.

Στον ίσκιο του βουνού, κάτω απ’ το ολόγιομο φεγγάρι που έλουζε τις αμμούδες και τις φυκιάδες, δίπλα στις βάρκες μεγάλωσε ο γιος του Λάβραξ και της θάλασσας. Κάποτε μαζί με τα χέλια και τι σμέρνες να γλιστρά ανάμεσα στα βράχια, με τα πετρόψαρα και άλλες φορές στον βυθό με τα σαλάχια και τις γλώσσες. Κι όπως γνωρίζουν καλά τα ψάρια να αλλάζουν το χρώμα των λεπιών τους αναλόγως που βρίσκονται και της διάθεσης τους, έτσι κι ο καπετάνιος σαν ήταν με τους ανθρώπους μαλάκωνε το δέρμα του και πωλούσε στην ψαραγορά με επιτυχία τα καλούδια που απλόχερα του πρόσφερε η θάλασσα. Και τι έκανε το χρυσό που κέρδιζε;

Στη μάνα του τον έδωνε για να τ’ αυγατίζει με τα άλλα μαργαριτάρια στον βυθό, κάποτες να γίνουν αστέρια που ’τρεμε η γαλανή καρδούλα της μη και χαθεί στο πιο πηχτό της σκοτάδι.. Κι αυτή η αλαζονεία της θάλασσας κι ο εγωισμός ήταν που μεταμόρφωσε το κέρδος σε ένα αδηφάγο τέρας, ένα φονικό ιό που μπήκε βαθιά στα σπλάχνα της και ξέχασε αυτά που είχαν πραγματική αξία στην ζωή της. Σκότωνε η άκαρδη μάνα τα παιδιά της για να κερδίζει την αιωνιότητα.

 Κι είναι αλήθεια ότι η τιμωρία που ήλθε αργότερα ήταν μεγάλη καθώς τα χρόνια της πετρελαιοκηλίδας κι έγιναν πραγματικότητα οι φόβοι της για το πιο μεγάλο σκοτάδι. Στήθηκαν πλατφόρμες καταμεσής στην καρδιά της και ορύγματα ανάδυσης του μαύρου χρυσού που λέρωσε πέρα ώς πέρα τον ωκεανό.

Πέθαναν τ’ αδέλφια του καπετάνιου, είδε τα μικρά τους να λιμοκτονούν, θαλασσοπούλια να πεθαίνουν κι όλα τα όμορφα κοράλλια του βυθού. Έμπαινε κι έβγαινε στην θάλασσα κι έβρισκε νεκρούς κολιούς και πέρκες, σολομούς που χτυπούσε αλύπητα το μαύρο κύμα στους βράχους κι ούτε έναν δείγμα γοβιού να κολυμπά στα σκοτεινά νερά της.. «Αυγούλα μ! Πού ’σαι αυγούλα μου καλή;» εκλιπαρούσε να γυρίσει η ζωή.. « Χρυσοφρύδα μ’, μελανούρα μ’ ασημογαλανή;» έκραζε βραχνά ο καπετάνιος ψάχνοντας πέρα για πέρα στ’ ανοιχτά τη μάνα του κι έφταναν τα μάτια του έως και τα πιο σκοτεινά λέπια του ορίζοντα...

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
8
+
4
=