«Ο ερωδιός»

Τελευταία ενημέρωση: 2020-05-25, 15:05:50
«Ο ερωδιός»

Της Εύας Λόλιου

Σύλλαλη η σιωπή του ερωδιού στα ρηχά του ουρανού, εκεί που τα μακριά του πόδια ανακατεύουν τον βυθό της θάλασσας. Σαν κατεβαίνει στο νερό ξετρελαίνει τον καπετάνιο με τα καμώματά του. Δύει την αγάπη στο θαλασσί χρωματίζοντας με κατακόκκινο αίμα την επιφάνεια του νερού. Τότε ο καπετάνιος αφήνει ξελογιασμένος το καπέλο του στο πηδάλιο και ερωτεύεται τα κορίτσια στο λιμάνι.

Σαν πιάνει καιρός, γέρνει το κεφάλι προς τα κάτω και πάνω απ’ το πουπουλένιο στήθος καλωσορίζοντας τους σφοδρότατους ανέμους. Δε μπαρκάρουν οι ναύτες, στήνουν χορό οι μάνες και τα παιδιά. Σαν γεράκι που προλέγει στους κυνηγούς την ξηριά, έτσι και ο ερωδιός προλέγει τα μελλούμενα της θάλασσας στους ψαράδες.

Γι’ αυτό όλοι στο νησί τους αγαπούμε και ας έχουν μια κρυφή αλαζονεία στο βλέμμα. Είναι που όταν τα δικά μας παραγάδια μαζεύονται αδειανά από ψάρια, πάντα τους βλέπουμε να μασουλούν φουσκωμένοι από περηφάνια. Πολλές φορές, ο πατέρας σήκωσε το καμάκι για να σκοτώσει κανά δυο από δαύτους, μα ο θεός ο ίδιος τον λογίκευε να μην πειράξει τους μηνυτές τ’ ουρανού. Τότε τα έβαζε με μένα, που του κρατούσα δυνατά το χέρι να μην ρίξει ακοντιά και με χτυπούσε. Για κάθε τι που τον φουρτούνιαζε σε μένανε ξεσπούσε. Μετά δε γυρνούσα στο σπίτι το βράδυ, μα κοιμόμουν στην νανουριστική αγκαλιά της βάρκας μου σκεπασμένος με τα δίχτυα.

Μιαν ημέρα που χάραζε ο θεός τον ήλιο στην θάλασσα χλομιάζοντας το φεγγάρι, σαν όνειρο ξένο και μακρινό βρέθηκα να μιλώ με ένα πουλί. Ήθελα να τιναχτώ από φόβο μα ήμουν μπερδεμένος μεσ’ τα δίχτυα του Μορφέα. Μου ζήτησε να το ακολουθήσω που φθινοπώριαζε στα ζεστά νερά της Αφρικής. « Εκεί», μου ‘λεγε, «τα παιδιά τα μαθαίνουμε τις τέχνες της ζωής εμείς τα πουλιά και νωρίς ανοίγουν τα δικά τους φτερά λεύτερα στα καράβια». Ναι, ήθελα να φύγω μαζί του, να μην ξανανιώσω την οργή του πατέρα πάνω μου. Αυτόν τον καπετάνιο να ακολουθήσω στις θάλασσες και στα αερικά.

Σύλλαλη η σιωπή του νερού με τ’ όμορφο όνειρο, έως ότου το χτύπημα του ράμφους ενός πουλιού με ξύπνησε. Ηθελε να με βοηθήσει, να με διδάξει πως πιάνονται ψάρια στα ρηχά, να τα πάω στον πατέρα, να με χαϊδέψει λίγο στο κεφάλι. Πιάνοντας το ράμφος στα χτυπήματα, ένιωσα το τραγούδι στην καρδιά μου. Από τότε τη βάρκα μου την ταξίδευα για να μαζεύω χρώματα, και απολάμβανα το άλαλο τραγούδι του ερωδιού στο νερό για να γιομίζω ψάρια τον οντά μου.

* Ακολουθήστε τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στο google news για άμεση ενημέρωση.
* Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τον Βόλο, την Μαγνησία, την Ελλάδα και τον κόσμο

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
7
=