Εξω ο ήλιος ήταν άγριος

Τελευταία ενημέρωση: 2020-03-08, 12:51:22
Εξω ο ήλιος ήταν άγριος

Της Εύας Λόλιου

Πού και πού ανάσαινε η μάνα βαριά, σαν να στέναζε. Εξω ο ήλιος ήταν άγριος, σφύριζε τ’ ασημένιο αίμα του, μαστίγωνε με τις αργυρές ακτίνες του την αμίλητη θάλασσα. Η νύχτα που πέρασε ήταν άκαρδη, τόσα τραγούδια της χάρισε κάτω απ’ την μυγδαλιά της αυλής που ’ χε σταθεί ο χειμώνας στους κλώνους της.. Ν’ ανάψουν όλα τ’ άστρα κι ολόγιομο το φεγγάρι, να φέξουν τα βήματα του παιδιού της, μη και σκοντάψει σε βουνό και σε πηγάδι, μη και χάσει τα χέρια και την φωνή του στο σκοτάδι. Στέναζε, δάκρυζε το θαμπό παραθύρι, που ’χε τα μάτια της στον δρόμο προσμένοντας να φανεί το σπλάχνο της..

«Αχ Κωστή μου, αχ παιδάκι μου, σε θυμάμαι με τα κοντά σου παντελονάκια να ανεβαίνεις στο δέντρο και να μου δείχνεις τα πουλιά.. Στις χούφτες σου μαζεύονταν να χορτάσουν της καρδιάς σου τα χρώματα, ψυχή μου.. υιέ μου..» Κοιτούσε την θάλασσα κι έκλαιγε η μάνα, που καράβι στ’ ανοιχτά δε φάνηκε άλλο, παρά μόνο ’κείνο το μαύρο τρικάταρτο μαντάτο που της μήνυσε τον χωρισμό του γιου της στην πόλη. Κάθισε αποκαμωμένη στο ντιβάνι, δίπλα στις πέτρες του δρόμου η μισή της καρδιά, κλείνοντας τα βλέφαρα με τα χέρια της. Θυμήθηκε τότε που πρωτοπέρασε το Λενιώ απ’ το κατώφλι κι έλαμψαν οι τοίχοι απ’ την μεγάλη φωτιά στο τζάκι, τα σκουριασμένα κηροπήγια γυάλισαν κι άναψαν τα κεριά στο σαλόνι.

Πολύχρωμο τραπεζομάντιλο στρώθηκε με τραγούδια στο τραπέζι, χαμόγελα γιόμισαν τα ραγισμένα πιάτα μ’ εύφορες πεταλούδες και μια Ανοιξη που νόμιζες ότι δε θα φύγει ποτέ ξανά απ’ το περιβόλι τους.. Βλέπεις το Λενιώ τ’ αγάπησε απ’ την πρώτη στιγμή που το ’φερε νύφη στο σπίτι ο γιος της. Κορίτσι δεν έκαμνε η γης, λουλούδι κρίνο να μοσχοβολήσει το σπιτικό της. Καημό το ’χε και ο συγχωρεμένος ο Πετρής , βόγγο ανέμου στους αγκαθωτούς θάμνους του λόφου πρωί και βράδυ.

«Αχ βρε γυναίκα, που θα σε αφήκω νύχτα μοναχή και θα φύγω για την άλλη χώρα του θεού.. Δυο χέρια λευκά ίδια της μάνας σου πού να βρω.. να σ’ αγαπούν και να σε φροντίζουν..», της έλεγε, μια με το λάλημα του πετεινού και μια που σκοτείνιαζε στο βουνό και μάζευε τ’ άλογα στον στάβλο. Αργότερα, όταν έσπασε το μεγάλο ξύλινο ρολόι στη σάλα και η κουκουβάγια κάθισε βαριά στη σκεπή κρώζοντας τον θάνατο, την άδεια καρέκλα στην κεφαλή του τραπεζιού την γιόμισαν παιδιά. Το πρώτο πήρε το όνομα του αντρός της. Ηταν κείνο το εγγόνι που ’χε πιότερο μέσα στην καρδιά, γιατί είχε τα μάτια του υιού της κι έστηνε ξόβεργες στα κλαδιά με μεγάλα φτερά για τις ορφανές και πεινασμένες ψυχές του κόσμου. Που και που ανάσαινε η μάνα βαριά και μονολογούσε... «Γιατί θεέ μου, γιατί να χωρίσουν τα τζιέρια μου, αχ τα εγγόνια μου τι θα απογίνουν; ..». ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον θεό απελπισμένη μα απάντηση δεν έπαιρνε. Μόνο τα δάκρυα της φέραν την βροχή, γλυκιά και τρυφερή χτυπούσε πάνω στα κόκκινα κεραμίδια. Που και που ανάσαινε η μάνα βαριά σαν να ξεψυχούσε.. Ξάπλωσε στον βρεγμένο δρόμο περιμένοντας και αποκοιμήθηκε. Έξω απ’ το παραθύρι ο άνεμος ήταν άγριος, σφύριζε, μαστίγωνε την κουρελιασμένη καρδιά του παιδιού της που ανηφόριζε..

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
5
=