Πρωτοχρονιά στα Θείρα της Μικράς Ασίας

Τελευταία ενημέρωση: 2020-01-02, 12:13:41
Το φλουρί του Χουρσίτ και το φλουρί το κωνσταντινάτο
Πρωτοχρονιά στα Θείρα της Μικράς Ασίας

Σκόρπιες νοσταλγικές θύμησες από Πρωτοχρονιά στην πατρίδα, που μένει χαραγμένη στην ψυχή

Της Βασιλείας Γιασιράνη – Κυρίτση

Πόσες πρωτοχρονιάτικες νύχτες δεν κοιμηθήκαμε μ’ αυτές τις εικόνες… Πόσες παραμονές δεν με βρήκαν μισοκοιμισμένη να ακούω τη γλυκιά φωνή της γιαγιάς Αμερσώς να αφηγείται τέτοιες γιορτινές μέρες στην μακρινή της Πατρίδα, τα Θείρα. Για κείνη την πατρίδα, που όταν μιλούσε έκλαιγε και όταν αφηγούνταν ζωντάνευε με λεπτομέρεια τις εικόνες της. Και οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη και το κουβάρι των αναμνήσεών της ξετυλιγόταν σιγά - σιγά με μεγαλοπρέπεια και νοσταλγία.

 Στα Θείρα, κωμόπολη της Σμύρνης, οι μέρες αυτές της χριστιανοσύνης είχαν μια ιδιαίτερη λαμπρότητα και χάρη. Βαρείς οι χειμώνες μα στην ψυχή τους οι ελληνικές οικογένειες είχαν γιορτινή διάθεση, κινητικότητα που τη μετέφεραν και σε όλη την πόλη.

 Στο δίπατο πέτρινο σπίτι της γιαγιάς, κοντά στην αγορά, είχε χτυπήσει συναγερμός. Έπρεπε να ετοιμάσει τα φαγητά και τα γλυκά για την ημέρα της Πρωτοχρονιάς που όλοι μαζεύονταν στο σπίτι της. Υπήρχε και ένας ακόμη λόγος να γιορτάσει αφού τη μία κόρη της την έλεγαν Βασιλεία.

Στο διπλανό παράσπιτο που είχε αποθήκη και κουζίνα-πλυσταριό ανασκουμπώθηκε, έβαλε όλη της την τέχνη, ζύμωσε τα αητάκια με σαμόλαδο, έβαλε πάνω τη σφραγίδα του δικέφαλου αετού-ελπίδα και όνειρο της ριωμιοσύνης- πρόσθεσε και ένα μυρωδικό γαρύφαλλο στη μέση, τα βαλε στο μεγάλο σινί (ταψί αλουμινένιο) παρέα με τη δίδυμη αδελφή της τη Μαρία Τσελέπη, που έμενε κοντά και δεν είχε παιδιά.

Σε κείνο το χώρο υπήρχε μαρμάρινος νεροχύτης, αριστερά μεγάλος πάγκος και δεξιά κτιστός φούρνος επενδυμένος με ωραία πλακάκια γυαλιστερά με σχέδια μαιάνδρου. Τον είχε φτιάξει αριστοτεχνικά ο παππούς Αναστάσης Μαρμαράς με έναν Τούρκο φίλο του και κει ψήνονταν όλες οι νοστιμιές και τα γλυκά της οικογένειας αλλά και της γειτονιάς. Η γιαγιά ετοίμασε τη γαλοπούλα από τα δικά τους ζωντανά, ο παππούς την έφερνε πάντα σφαγμένη, τη ζεμάτισε, την έκαψε στο δέρμα της να μην έχει φτερά και ετοίμασε τη γέμιση. Έβαλε την πυροστιά στη φωτιά που λαμπάδιαζε και ακούμπησε το πλακερό (είδος κατσαρόλας με χαμηλό τοίχωμα) με λίγο λάδι πάνω στη φωτιά να σοτάρει τα κρεμμύδια, τα ψιλοκομμένα εντόσθια, το ρύζι έριξε τα ψημένα κάστανα κομμένα στη μέση, τις σταφίδες, τα αμύγδαλα, τα κουκουνάρια, αποξηραμένα φρούτα, σύκα, ένα μικρό ξύλο κανέλλας, αλάτι, πιπέρι, μπαχάρι, δεντρολίβανο, δυο φύλλα δάφνης, τα έσβησε με μυρωδάτο ημίγλυκο κρασί και έπειτα γέμισε με τέχνη την κοιλιά της γαλοπούλας, το λαιμό και τα έραψε σαν να κεντούσε.

Μετά πήρε τη γαλοπούλα, την έβαλε σε μια μεγάλη χάλκινη κατσαρόλα να βράσει για να ετοιμάσει τη σούπα. Η γαλοπούλα έβραζε ώρες, η γιαγιά εφοδίαζε τη φωτιά με χοντρά ξύλα και ύστερα έβγαλε προσεκτικά τη γαλοπούλα την περιέχυσε με λεμόνι, λίπος και μέλι και την έβαλε στο φούρνο με μικρές-μικρές πατάτες να ξεροψηθεί…

Μοσχοβολούσε το σπίτι, η γειτονιά… το σοκάκι και χαιρόταν η γιαγιά που αξιώθηκε για άλλη μια φορά να ετοιμάσει τραπέζι για τη δική της οικογένεια(τέσσερα παιδιά) και τις οικογένειες των επτά αδερφάδων της.

Πλούσια τα «ελέη» τους, είχαν δυνατότητες. Εξ άλλου και η κάθε αδερφή έφερνε και το «κάτι τις της», ρεβυθοκεφτέδες, ελιές τηγανητές με ντομάτα, σαρμαδάκια τυλιγμένα με λαχανόφυλλα, γαλατόπιτα και σε κείνο το μεγάλο ξύλινο απλό τραπέζι της αποθήκης του παππού στο κάτω πάτωμα, συγκεντρωνόταν του «Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά».

Πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο με το μονόγραμμα κεντημένο στις τέσσερις γωνίες φαινόταν η αξιοσύνη της οικοδέσποινας.

Από τη μια τα φαγητά, το φρεσκοζυμωμένο ψωμί, το κρασί, μια γυάλινη κανάτα με νερό, και από την άλλη η βασιλόπιτα με ο φλουρί το κωνσταντινάτο που είχε από τη μια όψη τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη και από την άλλη τον Παντοκράτορα, ή το φλουρί του Χουρσίτ πασά, τα φοινίκια, τα αητάκια, τα ξεροτήγανα, οι λαχταριστές δίπλες και το πάνινο σακουλάκι με τους «παράδες» να έρθει να τα ευλογήσει ο Αη-Βασίλης.

Στα μεγάλα χάλκινα μαγκάλια έκαιγαν τα αναμμένα κάρβουνα, φώτιζαν και ζέσταιναν τον χώρο. Στους τοίχους δεξιά αριστερά πάνω σε ράφια πρόβαλαν τα μικρά αγαλματάκια, κτερίσματα από τους αρχαίους τάφους που ανακάλυπτε ο παππούς θαμμένους στα σπλάχνα της περιοχής. Φανατικός λάτρης και συλλέκτης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, γνώστης της τοπικής ιστορίας της περιοχής έκανε τον ξεναγό στους ευρωπαίους αρχαιολόγους που επισκέπτονταν τα Θείρα, επιδεικνύοντας τους θησαυρούς του.

Υπήρχε εθιμοτυπικό για τη θέση που καθόταν ο καθένας. Ο παππούς, άρχοντας του σπιτιού στη μια άκρη και η γιαγιά στην άλλη, να έχει ευκολότερη πρόσβαση στην κουζίνα. Ο παππούς σηκωνόταν έκανε προσευχή, έπαιρνε το ποτήρι με το κατακόκκινο κρασί από τα αμπέλια του και έκανε μια πρόποση. Ακολουθούσε η γιαγιά, κι ύστερα οι αδερφάδες, αρχοντογυναίκες, μία – μία κατά σειρά ηλικίας οι οποίες, όντας μορφωμένες, συναγωνίζονταν ποια θα κάνει την καλύτερη ευχή με ομοιοκαταληξία. Τη βασιλόπιτα την έκοβε πάλι ο παππούς με τις υποδείξεις της γιαγιάς: Της Παναγίας, του Αη Βασίλη, του σπιτιού, των ζώων κι ύστερα τα ονόματα του ζευγαριού, των παιδιών και των επισκεπτών.

Το φλουρί το τοποθετούσαν στα εικονίσματα και δεν το χαλούσαν παρά μόνο αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη.

Έπειτα άρχιζε το φαγητό που συνεχιζόταν για ώρες, με επιπλέον επισκέψεις φίλων Ελλήνων και Τούρκων. Οι σχέσεις τους ήταν αληθινές, εγκάρδιες και φιλικές χωρίς σκοπιμότητες και υστεροβουλίες.

Φεύγοντας, αν οι επισκέπτες δεν έτρωγαν γλυκό, έπρεπε, σύμφωνα με το έθιμο, να το πάρουν μαζί τους, να φύγουν από το σπιτικό του Αναστάση γλυκαμένοι.

Σαν νύχτωσε, τα μεγάλα τζαμωτά παράθυρα και τα καντηλέρια δεν έφταναν να φωτίσουν το χώρο. Τότε ο παππούς άναψε και τα αρχαία λυχνάρια να δώσουν στην ατμόσφαιρα ελληνική αρχαία γεύση. Το τραγούδι τους « Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος» «σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία» αντηχούσε δροσερό και ανάλαφρο στα σοκάκια και ο μικρός-μεγάλος τους κόσμος γινόταν μοναδικός, ελληνικός πέρα για πέρα.

Πόσες εικόνες ζωής και ευημερίας σε κείνα τα μέρη. Πόσες εικόνες κράτησα και πόσες χάθηκαν από την παιδική μου μνήμη γιατί κουρασμένο και νυσταγμένο, μισοκοιμισμένο στο προσκεφάλι της αδυνατούσα να συγκρατήσω. Αρχοντες ήταν στην Πατρίδα τους. Και δω τι ήταν; Κακόμοιροι εργάτες που ζούσαν για το μεροκάματο και αναπολούσαν τη μεγάλη ζωή που έχασαν, τα «έχει» τους, το βιος τους.

Σε ευχαριστώ καλή μου φίλη που μου ζήτησες να γράψω για αυτά τα ακούσματα από την Πατρίδα. Ηταν θαμμένα για χρόνια, θα τα ξεχνούσα και τώρα που τα ξανάφερα στο φως ένιωσα την ικανοποίηση πως το παρελθόν, οι ρίζες της οικογένειας, μας ακολουθούν ως το τέλος. Συνυπάρχουν κρυφά και φανερά μαζί μας… Τη βιτρίνα μου στολίζουν, μεταξύ άλλων, το φλουρί του Χουρσίτ πασά και ένα κομμάτι με το μονόγραμμα της γιαγιάς από εκείνο το μεγάλο τραπεζομάντηλο που τύλιξε τις εικόνες της για να τις σώσει…

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
4
=