Ο χορός της βροχής

Τελευταία ενημέρωση: 2019-09-23, 14:43:23
Ο χορός της βροχής

Της Εύας Λόλιου

 

Είμαι χορτασμένη, τόσα κατάπια όσα μου ’βρεξε ο θεός, όσα μου φανέρωσε. Μέσα στην ψυχή μου μεγαλώνει το λουλούδι, η γη ανθίζει από την σιγανή βροχούλα, το ξανθό χώμα της ακρογιαλιάς ξεσηκώνει αρώματα γιασεμιών.

Περπάτησα στην βροχή, δεν βράχηκα απλώς..

Την άκουσα να κυλά στις φάλαγγες των δαχτύλων μου, στο ασήμωμα των βοτσάλων, στις ρίζες του νησιού.

Την είδα, να κρέμεται σαν δεμένες κλωστές απ’ τον ουρανό να τον φέρνει πλάι μου, να χορέψει μαζί μου ένα απαλό βαλς. Με συνεχόμενες ρυθμικές μικρές κινήσεις οι στάλες έπεφταν στο γυμνό μου κορμί, με μια ευγενική υπόκλιση μου ζητούσαν να χορέψουμε.

Οι μαύρες σκέψεις μου ήσαν οι αφροί που χάθηκαν, ξεπλένοντας τα σκουπίδια που υπονόμευαν το ράγισμα του νου και δε μπορούσα αν μη τι άλλο, να δεχτώ την πρόσκληση για ένα συθέμελο χορό.

Αργό βαλς, απαλές κινήσεις, ευαίσθητες , ρομαντικές. περιστρεφόμενες σαν εκκρεμές βημάτιζαν το βλέμμα μου στα κύματα. Τούτα στροφιλίζονταν στην σονατίνα του Μότσαρτ, μέσα απ’ το βυθό των χρόνων.

Φυσούσε και η καρδιά μου τα όνειρα, την θάλασσα, τα καράβια..

Συθέμελα η ενορχηστρωμένη συμφωνία ουρανού και θάλασσας ξεδίπλωναν την μουσική στον πρώτο τόνο, στα πρώτα βήματα, συνέχιζαν τα δεύτερα το ίδιο απαλά, χαμηλώνοντας τα χέρια μου στη βροχή.

Να μαζέψουν δάκρυα ευγνωμοσύνης, που μόνο ο θεός μπορούσε να δει πίσω απ’ τις σταγόνες.

Σαν ένιωσα μια ανήσυχη σιωπή της πρότεινα να παίξουμε ένα παιχνίδι.

Εδεσα τα μάτια μου με ένα κατάλευκο μαντήλι, βηματίζοντας την ακοή μου στην ακτογραμμή.

Χάθηκε το κίτρινο μελαγχολικό της χρώμα, δεν μου θύμιζε πια τίποτα λυπητερό. Μόνο άκουγα τα όστρακα και τους ναυτίλους γλάρους να χορεύουν, τον άνεμο και τα πανιά να αφήνουν πίσω τους γυάλινα γράμματα.

Πλατς στο νερό, να θαμπώνουν τον ψεύτη ήλιο που χάραζε με τ’ ασημένιο ξίφος του την θάλασσα μόνο και μόνο για να την ξελογιάζει..

Εβαλα και μια κατάλευκη πέτρα στη κεφαλή μου σαν μάθημα χορού απαλής βροχής και όχι καταιγίδας. Σε μια γωνιά του καφενείου δίπλα στην ακρογιαλιά, άκουσα να χορεύει και μια σκλαβωμένη καρδιά μέσα απ’ το ολόχρυσο κλουβί της. Είδα που θάμπωσαν τα τζάμια απ’ τις γρήγορες ανάσες, τις αλμυρές ρανίδες που κυλούσαν...

Ολα στη ζωή αρχίζουν κάπως ξαφνικά, ακόμη και τα μαθήματα χορού μες στη βροχή. Δε μου χάλασαν χατίρι ουρανός και θάλασσα, ότι ζήτησα μου το ’δωσαν.

Ενα μικρό ποσοστό του σύμπαντος άκουσε τις προσευχές μου, να γεμίσει χρωματιστά σαπούνια η ζωή μου, να έλθει μια γλυκιά ξαστεριά στα όνειρά μου...

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
4
=