Η αγάπη ζωγράφιζε Ανατολές

Τελευταία ενημέρωση: 2019-08-26, 13:53:23
Η αγάπη ζωγράφιζε Ανατολές

Της Εύας Λόλιου

 

Η αγάπη μου χτυπούσε την πόρτα χρόνια, μα ’γω άπλωνα τραχανά με την γιαγιά μου στην ταράτσα, σαν έφταναν τα καλοκαίρια.

Τότε γύριζε ο Γιώργης απ’ τα καράβια, μου ’φερνε ένα βιβλίο φρεγάτα και τ’ άφηνε κρυφά στο παραθύρι της κάμαρής μου.

Ένα ταξίδι τα λόγια του, η εξομολόγηση του έρωτά του.

Άλλοτε έγραφε στα αμπάρια, άλλοτε στην πλώρη και ξεσκισμένη η ψυχή του από πόνο σαν μου ’γραφε απ’ τα κατάρτια.

Που χρόνια ζητούσε μια ματιά μου, μα πάντα περνούσα έρημη τους δρόμους που στόλιζε με ροδοπέταλα για μένα.

«Να ’χεις αντρίκια μάτια, να με κοιτάξεις βαθιά και τότε να μου πεις πως δε μ’ αγαπάς..», μου έγραφε.

Κι εκεί μύριζα στο χαρτί το αλμυρό του δάκρυ και το φιλούσα με λατρεία. Στην ταράτσα είχαμε βάψει γαλάζιους τους τοίχους και το πάτωμα νησιώτικο πλακόστρωτο.

Δεξιά προς την θάλασσα, ο παππούς είχε ζωγραφίσει μια μεγάλη πυξίδα που έδειχνε προς τον βορρά. Γι’ αυτό δεν τον κοιτούσα τον Γιώργη μου, την όμορφη Ανατολή της καρδιάς του..

Ένας τσομπάνης καρτερούσε να με παντρευτεί, να φιλήσει τα πρησμένα χέρια της γιαγιάς μου απ’ τα πλυσίματα, να σφάξει ένα κόκορα και να ματώσει την σιχαμερή από γιδίλα παστάδα του οντά του, στην πλαγιά του βουνού.

Είχα χάσει πια τον προσανατολισμό της ζωής μου, μέχρι που μπέρδευα τους τραχανάδες στο άπλωμα, τους ξινούς με τους γλυκούς.

Ακόμη και στις σούπες μπερδευόμουν, τραχανάς με ντομάτα, αυγολέμονο και τυρί.. Ενας αχταρμάς η ζωή μου στα χέρια των παππούδων μου.

«Μα δεν τον θέλω τον τσομπάνη», έλεγα δειλά στην γιαγιά σαν κόβαμε τα ζυμάρια στα λιόλουστα τραπέζια.

«Να αρνείσαι λίγο», μ’ απαντούσε, «και μετά να ενδίδεις».

«Έτσι κάνουν τα τίμια κορίτσια».

«Και το βρακί σου να το κατεβάσεις μετά τον γάμο, ακούς;»

«Να γιομίσει αίματα το άσπρο τ’ ουρανού, να δούνε όλοι τι κορίτσι αναθρέψαμε! Κι η μάνα σου περήφανη θα ’ναι, διάβασε το όνομα της δίπλα στ’ άστρα, η πούλια είναι και ο πατέρας σου ο αυγερινός!»

Τι να κάνω κι εγώ που δεν είχα άλλους δρόμους; Με τα κάρβουνα στα μάτια ασπαζόμουν τα σκοτεινά μονοπάτια μου και ’κρυβα τα γράμματα του Γιώργη στο πηγάδι.

Μα αυτός ο έρμος που ’χε καταλάβει τη λάθος πυξίδα ανέβαινε κρυφά τις νύχτες στην ταράτσα, σβήνοντας τον βορρά, ζωγραφίζοντας στα ασβεστωμένα ντουβάρια άλικα χρυσάνθεμα και ήλιους..

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
6
+
5
=