Για τη Νέα Ιωνία της καρδιάς μας...

Τελευταία ενημέρωση: 2019-01-21, 21:11:25
Για τη Νέα Ιωνία της καρδιάς μας...

Η γειτονιά μου (Αναπαύσεως – Μαιάνδρου)

 

Της Βασιλείας Γιασιράνη - Κυρίτση

Χειμαρρώδεις αναβλύζουν οι αναμνήσεις, μνήμες ιερές, εικόνες μακρινές ξεχύνονται δεμένες με το παρελθόν, με τα παιδικά και μαθητικά μου χρόνια… Εικόνες της νέας τότε και ερημικής Νέας Ιωνίας, με δυο - τρεις κεντρικούς χωματόδρομους, χωρίς άσφαλτο, με μεγάλα χωράφια, ελάχιστα σπίτια, κάποιες βρύσες στους δρόμους και με σημείο αναφοράς τον «Φαρδύ» και την Ευαγγελίστρια. Το πατρικό μου ήταν στην αρχή της Αναπαύσεως, από τα πρώτα σχεδόν της περιοχής του νεκροταφείου, αγορασμένο το 1934 από τον παππού μου Αναστάσιο Μαρμαρά, προίκα της μητέρας μου. Δίπλα μας ήταν το μεγάλο κτήμα του Αναστασίου Μπουμπουλίδη που είχε, σύμφωνα με μαρτυρίες, ένα πέτρινο κτίσμα διώροφο σαν πύργο με εξωτερική σιδερένια σκάλα, τουλούμπα και πηγάδι.

Πιο κάτω, στη γωνία, εκεί που ήταν το ζαχαροπλαστείο της Αγγέλας Γιουρέλη, σήμερα είναι ο φούρνος του Δημήτρη Γιαντζή, ήταν ένας πετρόκτιστος τοίχος, γύρω στα δυο μέτρα, προστάτευε το σπίτι των αδελφών Κοντομήτρου. Απέξω υπήρχε από το 1954 η πρώτη βρύση της γειτονιάς μου. Ακριβώς απέναντι, εκεί που είναι σήμερα κατάστημα με κουρτίνες και είδη ένδυσης χώρου, θυμάμαι πολύ αχνά, το μεγάλο καφενείο του Στυλιανού Λημνιού, με τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, τις μεγάλες πλάκες στρωμένες απέξω και τη μεγάλη ακακία, κάτω από την οποία έβγαζε τραπεζάκια. Αρχικά ήταν, όπως λέγανε, τα αποδυτήρια της βολιώτικης ομάδας Κένταυρος που έκανε προπονήσεις στην «αλάνα», δίπλα από το Γερμανικό. Στην πορεία του χρόνου το καφενείο μοιράστηκε και σε κουρείο.

Μεταξύ Αναπαύσεως και Πανόρμου, από το σημείο αυτό μέχρι τη γωνία που είναι το φαρμακείο του Κ. Τσαρνά, υπήρχε μια γούρνα, ίσως μεγαλύτερη από 80 τετραγωνικά και βάθος 3 έως 5 μέτρα. Τον χειμώνα γέμιζε νερό και τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς μετέτρεπαν τις σκάφες σε… σκάφη και «διέπλεαν τον… Παγασητικό».

Πολλές φορές τα …σκάφη αναποδογύριζαν και υπήρχαν ατυχήματα, μαλώματα και κλάματα.

Το καλοκαίρι ήταν κατάλληλος χώρος για κρυφτό.

Θρυλικά καφενεδάκια

Μέχρι το ποτάμι στην οδό Αναπαύσεως, από τη δεξιά πλευρά υπήρχε από παλιά, από την Κατοχή, το καφενεδάκι του Αδάμ και λίγο πιο κάτω ένα τετράγωνο, το καφενεδάκι του Γκιτζή. Λέγανε πως στον ένα πήγαιναν οι «αριστεροί» και στον άλλον οι «δεξιοί» και κάποια εποχή στον Εμφύλιο οι στρατιώτες ανάγκαζαν όλους να πηγαίνουν στου «δεξιού» το καφενεδάκι, που ήταν πάντα γεμάτο. Πιο πέρα ήταν το μεγάλο μπακάλικο του Αποστόλη – οι πόρτες του με τα ρολά κατεβασμένα είναι ακόμη - δίπλα από το μεταξουργείο του Ετμεκτζόγλου και μετά η γέφυρα και αριστερά της στην πλευρά του Βόλου το πέτρινο πολυβολείο.

Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου, εκεί που σήμερα είναι το Ιδρυμα Αγωγής Ανηλίκων και το Νηπιαγωγείο του άλλοτε 15ου Δημοτικού Σχολείου, ήταν το γερμανικό νεκροταφείο, άλλοτε ιδιοκτησία Στέφανου Παπαθανασίου.

Ο πέτρινος περίβολός του είχε χαλάσει σε μερικά σημεία, αλλά οι τετράγωνοι πεσσοί ήταν ανέπαφοι και καθισμένα πάνω τους τα πιτσιρίκια ονειρευόμασταν το αύριο.

Η είσοδος ήταν στη δυτική πλευρά. (Για το γερμανικό νεκροταφείο σε άλλο δημοσίευμα).

Είχε μια χαμηλή σιδερένια πόρτα, που έτριζε χαρακτηριστικά όταν την ανοίγαμε για να μπούμε μέσα και να παίξουμε. Ο χωμάτινος δρόμος της Αναπαύσεως είχε μόνο μαρμάρινα ρείθρα και μάλλον είχε υπερυψωθεί. Ετσι, έπρεπε να κατεβούμε μια κατηφόρα γεμάτη πικραγγουριές και κάπαρη για να φτάσουμε στην είσοδο.

Μέχρι το 1956 το «γερμανικό» ήταν τόπος συγκέντρωσης και παιχνιδιού των παιδιών της γειτονιάς, αλλά και των άλλων, μικρών και μεγάλων, που έρχονταν από την Ευαγγελίστρια και από κάτω από το ποτάμι, τον Βόλο. Ο χώρος ήταν το καλύτερο κρησφύγετο στο κρυφτό, αλλά και κατάλληλος για τα απλά ομαδικά μας παιχνίδια.

Εξω από τον πέτρινο περίβολο παλιότερα οι στρατιώτες έκαναν ασκήσεις και κουβαλούσαν καμιόνια και φορτηγά, αφού ο χώρος τούς επέτρεπε για κάτι τέτοιο. Πίσω από το γερμανικό νεκροταφείο ήταν το «Γιαλάδικο», που κτίστηκε το 1952 -΄53. Αφεντικά ήταν δυο Αθηναίοι και ένας αρχιτεχνίτης από τον Πειραιά. Προϊστάμενος ήταν ο Κεσμετζής.

Στο εργοστάσιο δούλευαν τεχνίτες από τον Πειραιά, γιατί εδώ δεν υπήρχαν κάποιοι να ξέρουν τη δουλειά και κατασκεύαζαν θαυμάσια χειροποίητα αντικείμενα οικιακής χρήσης και διακόσμησης. Πολλές φορές ξεστρατίζαμε από το γερμανικό και πηγαίναμε στο Γιαλάδικο.

Οι περισσότεροι τεχνίτες μάς γνώριζαν, γιατί έτρωγαν στο μαγαζί του Αντώνη Αντωνίου, σχεδόν δίπλα από το σπίτι μου στην Αναπαύσεως, και μας χάριζαν γυάλινα ζωάκια και κανάτες.

Από τους μεγάλους σεισμούς του 1955 έχω μόνο μια εικόνα. Τον πατέρα μου σκυμμένο πάνω από το κρεβάτι μου, ήμουν άρρωστη από κοιλιακό τύφο, χώματα και πέτρες να πέφτουν πάνω στο κεφάλι του και κλάματα δικά μου.

Σ’ αυτόν τον χώρο στήθηκαν οι πρώτες σκηνές από τους στρατιώτες του στρατοπέδου για τους σεισμόπληκτους. Σαν όνειρο θυμάμαι τη διαμονή μας μαζί με άλλες οικογένειες. Εμείς μείναμε λίγο, γιατί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα μου Δημήτριος Δεληκούρας ήταν οικοδόμος και μαζί με τον πατέρα μου άρχισαν αμέσως την επισκευή και μετά λίγο καιρό την ανοικοδόμηση μιας καινούργιας πτέρυγας του σπιτιού μας. Το 1957 άρχισε η λειτουργία του ιδρύματος της «Βασιλικής Πρόνοιας».

Εμείς δεν είχαμε βιβλία και εγκυκλοπαίδειες, αργότερα έγινε η Βασιλική Πρόνοια «Βασιλεύς Παύλος» που «άνοιξε τα μάτια» των παιδιών του συνοικισμού, βοήθησε και στήριξε όσους αγαπούσαν τα γράμματα. Κάθε πρωί ακουγόταν το εγερτήριο με τη σάλπιγγα να ξεσηκώνει όλη τη Νέα Ιωνία. «Πρίμο - σεγκόντο» έκανε με τη σάλπιγγα της σχολής ανηλίκων παραπέρα.

Το 1960 λειτούργησε το πρώτο κτίσμα του σχολείου, εκεί που είναι σήμερα το Νηπιαγωγείο, με πρώτους μαθητές την έκτη τάξη και με διευθυντή τον Γεώργιο Σουλιμιώτη. Ο χώρος άλλαζε, εμείς μεγαλώναμε, στεγαστήκαμε στο σχολείο που φαινόταν πως άνοιγε την αγκαλιά του να μας δεχτεί, ύστερα από τόσες περιπλανήσεις σε διάφορα σχολεία. Από το 1960 πλέον και πέρα άρχισε και η ανοικοδόμηση της Νέας Ιωνίας. Η γούρνα μπαζώθηκε και έγινε οικόπεδο, όπου εκεί κτίστηκε το μεγάλο εμπορικό του Θανάση Κλείτσα. Το καφενείο του Λημνιού έκλεισε και έγινε σπίτι, όπου έμενε ο Στέλιος με την οικογένειά του. Το 1964 το γυαλάδικο έκλεισε και η Εμπορική Τράπεζα λόγω χρεών κατάσχεσε το οικόπεδο, το οποίο αργότερα πούλησε.

Απέναντι στην άλλη πλευρά της Αναπαύσεως, εκεί που ήταν χωράφια, άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα σπίτια. Το ποδηλατάδικο, εκεί που σήμερα είναι το βενζινάδικο του Κόπανου, γειτόνεψε με οικογένειες. Τα κοτέτσια και οι κήποι χάλασαν και στη θέση τους άρχισαν να ορθώνονται οι πρώτες οικοδομές. Αυτή την εποχή κτίστηκε και το εμπορικό κατάστημα του Αναστασίου Κρούσου και η γειτονιά γέμισε κίνηση. Εμείς όμως συνεχίζαμε να νοικιάζουμε ποδήλατα και να χανόμαστε στους έρημους από αυτοκίνητα και χωμάτινους δρόμους του «συνοικισμού». Ηταν από τις «φθηνές» μας απολαύσεις. Κόστιζε 50 λεπτά της δραχμής η μισή ώρα. Πολλές φορές γυρίζαμε με σκισμένα τα ρούχα από τις ακτίνες της ρόδας ή γεμάτοι ασβέστη και χώματα από τα πεσίματα. Λίγο πιο κάτω ήταν το μαγαζάκι του «Μάμουνα». Νικολός ήταν το επίθετο του καλοσυνάτου και ήρεμου εκείνου ανθρώπου που εμείς του δώσαμε αυτό το παρατσούκλι. Μέσα σε λίγα τετραγωνικά είχε στοιβάξει τα πάντα, ζαχαρωτά, τετράδια, μολύβια, ξηρούς καρπούς, παιχνιδάκια, ξύλινες σβούρες, χάρτινα αγγελάκια, κλωστές και περιοδικά. Πιο κάτω ήταν το μεγάλο μπακάλικο του Βασιλούδη, από τα πρώτα της Νέας Ιωνίας.

 Εικόνα νοσταλγίας

Κάτω από το σχολείο, το 1962 περίπου κτίστηκε και λειτούργησε η «Νέα Αργώ», ένα από τα θερινά σινεμά της Νέας Ιωνίας. Αποτελούσε τη διασκέδαση της φτωχολογιάς με το φτηνό εισιτήριο που τις μέρες του παζαριού, τον Αύγουστο, η τιμή κατέβαινε στα 50 λεπτά…

Η ύπαρξη της «Αργούς» κράτησε ζωντανή τη συνοικία και το συνοικισμό. Το τελευταίο καλοκαίρι που λειτούργησε ήταν του 1974 -΄75. Το 1988 ο χώρος της σκηνής γκρεμίστηκε, αλλά έμενε το άλλο μέρος ώς το 2001. Υστερα πάνω της κτίστηκαν οι δυο νέες πολυκατοικίες και ο χώρος έχασε τη γραφικότητά του.

Τη γνωριμία με τον θάνατο δεν την είχαμε μόνο από το γερμανικό νεκροταφείο, αλλά και από το απέραντο τότε νεκροταφείο των Ταξιαρχών με τα πυκνά και πανύψηλα κυπαρίσσια που «τραγουδούσαν» και αυτά αγριεμένα μαζί με τους αέρηδες για να πνίξουν τον πόνο που βασίλευε στην πολιτεία της σιωπής. Εξω από την κεντρική σιδερένια πόρτα, κοντά στο στόμιο του πηγαδιού, στεκόμασταν να πάρουμε τα καλούδια που έδιναν οι άνθρωποι για να συγχωρέσουν τις αμαρτίες των δικών τους.

Απέναντι από την είσοδο ήταν το μαρμαράδικο των αδελφών Σταφυλά. Από πολύ παλιά είχαν το εργαστήριο τους εκεί. Καλοί επαγγελματίες, δούλεψαν όλοι χωρίς να φοβηθούν τη δουλειά και δημιουργήθηκαν. Υστερα άνοιξαν και άλλα μαρμαράδικα του Πάτση, των αδελφών Βαλτσιώτη.

Στον δρόμο της Μαιάνδρου ήταν το γήπεδο της Νίκης. Μεγάλο κομμάτι της ζωής των κατοίκων, σημείο αναφοράς των παιδικών χρόνων ήταν τα καφενεία «Ο Πέτρος» του Πέτρου Τσουμαλή και «Ο κρίνος» του Κακουλίδη.

Μόλις άνοιξε ο δρόμος της Μαιάνδρου, το 1938, ο Πέτρος έκτισε ένα μεγάλο για την εποχή οικοδόμημα, που στέγασε το καφενείο και τα όνειρα, τα δικά του και τα ντέρτια της προσφυγιάς του συνοικισμού.

Απέναντι ακριβώς ήταν το κέντρο του Κακουλίδη. Αυτό είχε… άλλη γεύση προσφυγιάς. Ο χώρος ήταν κλειστός, με πόρτες ξύλινες που άνοιγαν το καλοκαίρι, χαλίκια απέξω και ένα μεγάφωνο στη «διαπασών». Η διασκέδαση αυτή ήταν η μόνη πολυτέλεια των κατοίκων της Νέας Ιωνίας, που δούλευαν για να ζήσουν, αλλά είχαν αγάπη για τη ζωή, για τον διπλανό, για τον ξένο…

Οι εικόνες… χίλιες εικόνες μιας ζωής σε τούτη τη γειτονιά της Αναπαύσεως με έπνιξαν. Πόσο χώρο άραγε χρειαζόμουν να γράψω για τις αναμνήσεις μου από εκείνη την ξεχωριστή και μακρινή πια Νέα Ιωνία! Ποια καλοκαιρινά απογεύματα με πλατωνικούς έρωτες, πολύωρη μελέτη, αγώνα να ξεφύγουμε από τη ζωή των δικών μας μπορούσαν να καταχωνιαστούν και να κρυφτούν στη λήθη. Πώς να τσουβαλιάσω τις θύμισες σε λίγες αράδες! Πώς να χωρέσει εκείνη η Νέα Ιωνία σε ένα… αφιέρωμα;

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
5
=