Αγγελική Δαρλάση: Η έμπνευση είναι μια στιγμή

Τελευταία ενημέρωση: 2018-11-19, 19:59:01
Αγγελική Δαρλάση: Η έμπνευση είναι μια στιγμή

Η γνωστή συγγραφέας μιλά στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ με αφορμή το καινούργιο της βιβλίο

Συνέντευξη στην ΕΛΕΝΑ ΝΤΑΒΛΑΜΑΝΟΥ, εκπαιδευτικό - συγγραφέα

Η Αγγελική Δαρλάση, πολυβραβευμένη συγγραφέας, ζει και δημιουργεί στο σήμερα. Έχει πάντα τον τρόπο να προσεγγίζει με τρυφερότητα, αλλά και αλήθεια την εφηβική ψυχή. Στο περίφημο βιβλίο της «Tο αγόρι στο θεωρείο», από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», μας δείχνει πώς η τέχνη μπορεί να παρηγορήσει και για μια ακόμη φορά μάς αποδεικνύει πως το καλό εφηβικό βιβλίο μπορεί να γίνει φάρος, πρότυπο, οδηγός ζωής, αλλά και να κάνει το παιδί να αγαπήσει το διάβασμα.

Το νέο σας βιβλίο, «Το αγόρι στο θεωρείο» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής και πιο συγκεκριμένα στην εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1922. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με αυτή την ιστορία; Έχετε κάποια μακρινή οικογενειακή ανάμνηση;

Ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου ήταν Μικρασιάτης πρόσφυγας. Κι όμως, δεν ήταν αυτό το έρεισμα. Στην οικογένειά μας δεν μιλούσαν ποτέ γι’ αυτά. Νομίζω πως περισσότερο ήταν τα όσα εμείς ζήσαμε με την πρόσφατη προσφυγική κρίση που με συγκλόνισαν περισσότερο. Αδυνατούσα να διαχειριστώ διανοητικά και συναισθηματικά το πώς συνεχίζεις να ζεις χωρίς να έχεις πλέον καμία από τις σταθερές που είχες μέχρι χτες. Πώς μπορείς να συνεχίσεις να ζεις χωρίς να έχεις τίποτε από αυτά που σε όριζαν ώς εχτές; Κάνοντας έρευνα για το προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα», ξανάπεσα στη φωτογραφία με τους πρόσφυγες στο Δημοτικό θέατρο Αθηνών. Κι εκεί ξεχώρισα τη μορφή ενός μικρού αγοριού που στεκόταν κάπως παράμερα. Ήταν λες και με προσκαλούσε να φανταστώ την ιστορία του και δεν με άφηνε σε ησυχία. Κι άρχισα να τη γράφω θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τακτοποιήσω μέσα μου όσα με βασάνιζαν.

Έχουμε τον Δρόσο, το αγόρι στο θεωρείο, τον πρωταγωνιστή του βιβλίου σας, ο οποίος έρχεται στην Ελλάδα μαζί με τη Δόμνα, τη θετή του μητέρα, που τον δηλώνει ως παιδί της, αλλά και, την κατά κάποιο τρόπο, φανταστική αδερφή του, την Αρετή. Ένα νεαρό παιδί πόσο δύσκολο είναι να αποδεχθεί τον θρήνο της απώλειας και του αβέβαιου;

Νομίζω πως για τον οποιονδήποτε είναι δύσκολο το να χάνει τους αγαπημένους του. Πόσο μάλλον για ένα παιδί, έναν άνθρωπο εκεί στο μεταίχμιο της εφηβείας που κανονικά θα έπρεπε να έχει άλλη ζωή. Πραγματικά δεν ήξερα κι ακόμη δεν ξέρω πόσο δύσκολο είναι, μόνο να το φανταστώ και να το συναισθανθώ μπορώ. Ο Δρόσος, βέβαια, το ξέρει – όπως ξέρουν κι όλα τα «ασυνόδευτα προσφυγόπουλα» και τα ορφανά ανά τους αιώνες. Εκείνος με οδήγησε στα βάθη της ψυχής του και πραγματικά συγκλονίστηκα. Υπήρχαν στιγμές που κυριολεκτικά πονούσα ψηλαφώντας τον μεγάλο του πόνο. Δεν είναι εύκολο ούτε καν το να θρηνήσεις.

Πώς μπορεί κάποιος να μιλήσει σε ένα παιδί για τον πόλεμο;

«[…] Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά» λέει ο Μ. Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Στο παιδί μου». Κι έχει δίκιο. Ο πόλεμος είναι μια αλήθεια, σκληρή μεν, αλλά πάντως αλήθεια.

Ο πόλεμος και η προσφυγιά είναι θέματα που επανέρχονται σταθερά στην εργογραφία μου: ήδη στο πρώτο μου μυθιστόρημα «Οι Ονειροφύλακες», μετά στο «Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο», όπως άλλωστε και στο «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» και σε πολλά από τα θεατρικά μου έργα για ενηλίκους. Δεν τα φοβήθηκα ποτέ μου τα πιο δύσκολα ή σκληρά θέματα και η αγάπη των αναγνωστών μου αποδεικνύει ότι καλά κάνω. Ξέρετε, τα παιδιά έχουν μεγάλη αντιληπτική ικανότητα, εμπειρίες δεν έχουν. Μπορούν και προσλαμβάνουν τα ερεθίσματα με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι ενήλικες. Όταν λοιπόν τους λες την αλήθεια (σου) με θάρρος και γενναιότητα βρίσκοντας όμως, στην περίπτωση των παιδιών, έναν τρόπο που, ακόμα κι αν στεναχωρεί, ταυτόχρονα να προβληματίζει, να ευαισθητοποιεί και να παρηγορεί, εκείνα μπορούν και το αξιολογούν συναισθηματικά και διανοητικά με τον ανάλογο δικό τους τρόπο. Συναισθάνονται χωρίς να πονάνε. Κι αυτό είναι κάτι που το επιτυγχάνει διαχρονικά η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα. Κι έτσι, ως συγγραφέας, δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να τους προσφέρεις την καλύτερη λογοτεχνία που μπορείς να δημιουργήσεις.

Σε κάποιο σημείο της ιστορίας, όταν ο Δρόσος αποκαλείται υποτιμητικά πρόσφυγας από έναν ανθοπώλη, εκείνος αποδέχεται τον χαρακτηρισμό υψώνοντας το ανάστημά του, δηλώνοντας περήφανος που έχει αυτή την ιδιότητα. Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να αποδεχθεί αυτή την ιδιότητα και να μπορέσει να ζήσει αυτή τη δεύτερη ζωή, όπως δηλώνει και ο ίδιος ότι ζει;

Την πρώτη φορά συγκλονίζεται και μόνο στο άκουσμα της λέξης. Αλλά είναι η πρώτη φορά που αυτή η λέξη τον κάνει να συνειδητοποιήσει τη νέα πραγματικότητα την οποία καλείται πλέον να διαχειριστεί και να ζήσει. Η λέξη πρόσφυγας σημαίνει ότι πλέον δεν έχει κάτι από τα πιο βασικά που ταυτόχρονα ορίζουν και την ταυτότητά του: δεν έχει σπίτι και πατρίδα. Η έννοια του σπιτιού, ιδιαιτέρως για τα παιδιά, είναι συνώνυμο της ασφάλειας, της αγάπης, της δύναμης. Κι όταν ο ήρωάς μου την ακούει είναι σαν να συνειδητοποιεί και να αποδέχεται όλα αυτά που πλέον δεν έχει, όλα όσα στερείται κι όλα όσα τον κάνουν να πονάει. Τη δεύτερη φορά, ενήλικος πλέον, είναι που ορθώνει περήφανος το ανάστημά του – το αισθάνεται ως τίτλο τιμής, γιατί, ναι, μπορεί πλέον να παραδεχτεί ότι τα κατάφερε, επιβίωσε μέσα από τόσο δύσκολες συνθήκες και ξαναέστησε τη ζωή του με αξιοπρέπεια και θάρρος. Αναμετρήθηκε με τη ζωή και βγήκε νικητής.

Είναι επικίνδυνο για έναν συγγραφέα να τολμήσει να συνδυάσει το κομμάτι της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα της Ιστορίας, το στοιχείο του πραγματικού σε σχέση με το φαντασιακό;

Σίγουρα κρύβει κινδύνους κάθε παρόμοιο εγχείρημα. Προσωπικά το αντιμετωπίζω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και σε βάθος έρευνα. Ψάχνω ακόμα και τις παραμικρές λεπτομέρειες. Όμως ταυτόχρονα η έρευνα με βοηθάει σημαντικά στο να στήσω, κάθε φορά, τον κόσμο του βιβλίου μου -τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρωδιές-, που χωρίς όλες αυτές τις λεπτομέρειες δεν θα ήταν το ίδιο πειστικός κι αληθοφανής. Επιπλέον η έρευνα είναι που μου δίνει συχνά την έμπνευση ή και τη λύση σε θέματα δραματουργίας. Για παράδειγμα, η έρευνα ήταν που με οδήγησε στην «Τρικυμία» του Σαίξπηρ – βλέπετε, ήθελα να χρησιμοποιήσω στο βιβλίο μου ένα θεατρικό έργο ήδη μεταφρασμένο τότε, το 1922 δηλαδή, κι ερευνώντας βρήκα πως υπήρχε η μετάφραση του Πολυλά ήδη από το 1913. Στην πορεία αποδείχτηκε ότι πιο ταιριαστό έργο δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Ο Άριελ, το αιθέριο ξωτικό του συγκεκριμένου έργου, λειτούργησε σαν καταλύτης τόσο για την εξέλιξη της δικής μου πλοκής όσο και για ν’ αποκαλυφθεί το μυστικό του βασικού μου ήρωα, του Δρόσου.

Η Άλκη Ζέη είπε για εσάς ότι δεν γράφετε απλώς αλλά «κεντάτε λέξη λέξη». Τι μπορεί να αποτελεί έμπνευση για εσάς;

Όταν έγραψε αυτά τα τόσο τιμητικά λόγια η κ. Ζέη, θυμήθηκα τη συμβουλή ενός άλλου αγαπημένου μου συγγραφέα, του Τσέχοφ, προς τη συγγραφέα Λ.Α Αβίλοβα: «Μια γυναίκα συγγραφέας οφείλει όχι να γράφει, αλλά να κεντάει πάνω στο χαρτί, η δουλειά πρέπει να είναι επίπονη, να είναι αργή, όπως το κέντημα». Κι ίσως επειδή δεν άντεχα το κέντημα, νομίζω πως υιοθέτησα τη συμβουλή του στα κείμενά μου – ακόμα κι αν, στο σήμερα, ακούγεται κάπως σεξιστική. Η έμπνευση, πιστέψτε με, είναι υπερεκτιμημένη έννοια. Χρειάζεται μελέτη, σκληρή δουλειά, ευαισθησία, ευφυΐα, ενσυναίσθηση και, σίγουρα, ταλέντο. Η έμπνευση αργά ή γρήγορα σε βρίσκει και μπορεί να είναι τα πάντα: στίχοι τραγουδιών, μια φράση που θα διαβάσεις, μια εξομολόγηση, μια φωτογραφία ή μια μουσική. Η έμπνευση είναι μια στιγμή: η στιγμή της σύλληψης. Το τι θα «γεννήσεις», ο τρόπος που θα το δημιουργήσεις είναι, κάθε φορά, το ζητούμενο κι αυτό απαιτεί να φέρεις μέσα σου το γόνιμο έδαφος και από εκεί και πέρα πειθαρχία και πολλή δουλειά: γράψιμο, σβήσιμο και ξαναγράψιμο. Σημαίνει να… κεντάς στο χαρτί, χωρίς να φαίνεται το πόσο πολύ εσύ έχεις βασανιστεί για να τα καταφέρεις.

Είναι το διάβασμα και το γράψιμο βάλσαμο για την ψυχή; Πώς γιατρεύονται οι ψυχές;

Από προσωπική μου εμπειρία θα σας πω πως είναι. Ξεπέρασα δύσκολες καταστάσεις σε διάφορες φάσεις της ζωής μου τόσο με το διάβασμα όσο και με τη συγγραφή. Λένε πως ο χρόνος γιατρεύει τις ψυχές. Νομίζω πως ούτε αυτός δεν τις γιατρεύει σε βάθος – τις κλείνει για να μπορείς να συνεχίσεις να ζεις, ν’ αντέχεις. Οι ψυχές θέλουν το βάλσαμό τους, έχουμε ανάγκη οι άνθρωποι την παρηγοριά, τη συμπόνια, την αλληλεγγύη, την κατανόηση, τη συμπαράσταση, την ελπίδα, την ανθρωπιά. Και τόσο η ανθρώπινη επαφή όσο και η τέχνη με τους δικούς της μυστικούς κώδικες μπορούν να τα προσφέρουν αυτά σε μια ψυχή που πονάει.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Στα άμεσα σχέδιά μου είναι οι παρουσιάσεις του χριστουγεννιάτικου βιβλίου μου «Το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο στολίδι» βασισμένο στην αληθινή ιστορία της εκεχειρίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα Χριστούγεννα του 1914, βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Από εκεί και πέρα… νέα βιβλία πάνω στα οποία ήδη δουλεύω, παρουσιάσεις για «Το αγόρι στο θεωρείο» σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, διαλέξεις και εργαστήρια δημιουργικής γραφής (σε Ελλάδα κι εξωτερικό) και κάτι θεατρικό για την επόμενη χρονιά. Πάνω απ’ όλα, καλά να είμαστε, να έχουμε υγεία και δύναμη και μετά… σχέδια πολλά.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
8
=