Πώς κατανοούν τα ζώα τον θάνατο

Τελευταία ενημέρωση: 2021-09-25, 23:15:30
Πώς κατανοούν τα ζώα τον θάνατο

Όταν το οπόσουμ της Βιρτζίνια αισθάνεται ότι απειλείται, παριστάνει το νεκρό. Ξαπλώνει στο έδαφος, κουλουριάζεται, ανοίγει τα μάτια και το στόμα, κρεμά τη γλώσσα του έξω και σταματά να ανταποκρίνεται. Η θερμοκρασία του σώματός του πέφτει. Η αναπνοή και ο καρδιακός της ρυθμός μειώνονται σημαντικά. Η γλώσσα του, που συνήθως είναι ροζ, παίρνει μια γαλαζωπή απόχρωση. Ουρεί, αφοδεύει και αποβάλλει ένα υγρό με σάπια μυρωδιά από τους πρωκτικούς αδένες του. Το οπόσουμ έχει επίγνωση του περιβάλλοντός του καθώς έχει εντοπίσει ένα πεινασμένο κογιότ που αναζητά τροφή. Το κογιότ όμως, θα προτιμούσε να γευτεί φρέσκο κρέας παρά ένα σάπιο πτώμα, γεμάτο παθογόνους μικροοργανισμούς κι έτσι αποφασίζει να φύγει. Τότε το οπόσουμ σηκώνεται αλώβητο και ατάραχο, και συνεχίζει τη μέρα του.

Ωστόσο, το οπόσουμ δεν ξέρει ότι παριστάνει το νεκρό και αυτή η συμπεριφορά είναι πιθανότατα αυτόματη. Στην πραγματικότητα, αυτή η μικρή «παράσταση» αποτελεί τρανή απόδειξη ότι η έννοια του θανάτου είναι ευρέως διαδεδομένη στη φύση.

Οι άνθρωποι θεωρούσαν επί μακρόν τους εαυτούς τους ως το μόνο ζώο που κατανοεί την έννοια της θνησιμότητας. Η αντίληψή μας για τον θάνατο είναι ένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά, όπως ο πολιτισμός, ο ορθολογισμός, η γλώσσα ή η ηθική, που παραδοσιακά θεωρούνταν καθοριστικά για το ανθρώπινο είδος. Ωστόσο, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι μόνο οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν τον θάνατο, πηγάζει από μια υπερβολικά πολύπλοκη θεώρηση αυτής της έννοιας. Η ανθρώπινη έννοια του θανάτου δεν είναι απαραίτητα η μόνη που υπάρχει.

Ένα ζώο, δεν χρειάζεται να κατανοήσει την αναπόφευκτη ή απρόβλεπτη φύση του θανάτου, ούτε το γεγονός ότι αφορά όλα τα έμβια όντα. Το μόνο που χρειάζεται να κατανοήσει, είναι ότι τα νεκρά όντα του είδους του, δεν κάνουν αυτά που κάνουν συνήθως τα ζωντανά (μη λειτουργικότητα) και ότι αυτή είναι μια μόνιμη κατάσταση (μη αναστρεψιμότητα). Αυτή η ελάχιστη έννοια του θανάτου απαιτεί πολύ μικρή γνωστική πολυπλοκότητα και είναι πιθανό να είναι πολύ διαδεδομένη στο ζωικό βασίλειο.

Πολλά ζώα, όταν αισθάνονται ότι απειλούνται, παθαίνουν ένα είδος παράλυσης με αποτέλεσμα να μειώνεται η πιθανότητα να γίνει θήραμα. Αυτό είναι γνωστό ως τονική ακινησία και απαντάται σε ένα ευρύ φάσμα ειδών, από τα έντομα μέχρι τους ανθρώπους. Ενώ η τονική ακινησία είναι μια απλή συμπεριφορά που λειτουργεί σε επιφανειακό επίπεδο – σε ορισμένα είδη μπορεί να συνοδεύεται ακόμη και από αύξηση του καρδιακού ρυθμού – ο φαινομενικός θάνατος, το ζώο όχι μόνο παραμένει ακίνητο αλλά μιμείται ενεργά τα χαρακτηριστικά ενός πτώματος. Παρόλο που μπορεί να έχει εξελιχθεί από την τονική ακινησία, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή παράλυση: το ζώο προσποιείται ότι είναι νεκρό.

Το οπόσουμ της Βιρτζίνια είναι πιθανώς το ζώο με την πιο περίτεχνη επίδειξη θανάτου αλλά δεν είναι το μόνο. Ορισμένοι βάτραχοι σταματούν να ανταποκρίνονται, παραμένουν ακίνητοι, με τα μάτια τους ανοιχτά και τα άκρα τους απλωμένα και χαλαρά. Η γλώσσα τους  κρέμεται από το στόμα τους και η αναπνοή τους αναδίδει μια μυρωδιά που σαν αμμωνία. Το φίδι του είδους Hognose, προσποιείται έναν δραματικό «θάνατο», σπαρταρώντας με ακανόνιστο και βίαιο τρόπο, μέχρι που τελικά ξαπλώνει ακίνητο με την κοιλιά του στραμμένη προς τα πάνω, το στόμα του ανοιχτό, τη γλώσσα του κρεμασμένη έξω, σταματά να αναπνέει και μπορεί και να εκκρίνει ακόμη και αίμα από το στόμα του.

Τόσο η τονική ακινησία όσο και ο φαινομενικός θάνατος είναι αμυντικοί μηχανισμοί που προστατεύουν το θήραμα από τους θηρευτές. Ωστόσο, είναι διαφορετικοί, όχι μόνο επειδή η τονική ακινησία είναι πολύ πιο απλή, αλλά επειδή τείνει να δρα κατά του θηρευτή με διαφορετικό τρόπο. Για να το δείτε αυτό, εξετάστε πώς λειτουργούν οι δύο αυτοί μηχανισμοί σε διαφορετικά στάδια του κυνηγιού. Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα στάδια στο κυνήγι: τον εντοπισμό του θηράματος (1), την αναγνώριση του θηράματος ως κατάλληλου (2), την υποταγή του (3) και την κατανάλωσή του (4). Ενώ η τονική ακινησία θα λειτουργούσε κυρίως στα στάδια (1) και (4), ανίχνευση και κατανάλωση, ο φαινομενικός θάνατος λειτουργεί στα στάδια (2) και (3), δηλαδή αναγνώριση και υποταγή.

Η τονική ακινησία λειτουργεί, πρώτον, ως μηχανισμός κατά του εντοπισμού. Το θήραμα μπορεί να εναρμονιστεί με το περιβάλλον και να περάσει απαρατήρητο, ιδίως αν η εμφάνισή του ευνοεί το καμουφλάζ. Αν το υποψήφιο θήραμα είναι μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, τότε η ακινησία βοηθάει στο να στοχεύσει ένα άλλο ζώο ο θηρευτής.

Ορισμένα τοξικά είδη βατράχων αναδιπλώνουν τα άκρα τους και μειώνουν το μέγεθος του. Έτσι, ο βάτραχος δεν πληγώνεται όταν τον καταναλώνει ο θηρευτής και είναι πιο πιθανό να τον φτύσει ολόκληρο αφού τον καταπιεί και επαληθεύσει ότι δεν είναι κατάλληλος για κατανάλωση. Ορισμένες ακρίδες, υιοθετουν μια πολύ άκαμπτη στάση με τα άκρα τους τεντωμένα, κάνοντας τα σώματά τους μεγαλύτερα και όχι μικρότερα.

Οι βιολόγοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματά της τονικής ακινησίας και τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε από ορισμένα ζώα. Γιατί ένα ζώο που θέλει να αποφύγει να το φάνε, να προσποιείται ότι είναι ήδη νεκρό; Το πρόβλημα είναι ότι ο φαινομενικός θάνατος είναι μια ασυνήθιστα πολύπλοκη συμπεριφορά και πρέπει  να υπάρχει ένας καλός εξελικτικός λόγος για τον οποίον την επέλεξαν τα ζώα.

Είναι αλήθεια ότι πολλά, αν όχι τα περισσότερα, ζώα έχουν μια έμφυτη τάση προς τη νεκροφοβία, δηλαδή μια στερεοτυπική αποστροφή προς τα πτώματα, που δεν οφείλεται στην έννοια του θανάτου. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα ζώα αηδιάζουν από τη μυρωδιά ή την εμφάνιση των πτωμάτων, ακόμη και αν δεν καταλαβαίνουν τι είναι ένα πτώμα. Αυτή η αποστροφή εξυπηρετεί μια σημαντική προστατευτική λειτουργία για τον οργανισμό, καθώς τα πτώματα αποτελούν παράδεισο για τους παθογόνους μικροοργανισμούς.

Η νεκροφοβία συνδέεται συνήθως με συγκεκριμένα αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως η πτωματίνη ή η πουτρεσκίνη (δύο χημικά συστατικά που εκλύονται από τα πτώματα που σαπίζουν). Ένα ζώο χρειάζεται συνήθως μόνο να αντιληφθεί αυτά τα ερεθίσματα για να νιώσει νεκροφοβία. Στους ανθρώπους, η μυρωδιά της πουτρεσκίνης και μόνο, είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς μάχης ή φυγής. Έτσι, τα θηράματα που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τη νεκροφοβία των θηρευτών δεν χρειάζεται παρά να εμφανίσουν μερικά από αυτά τα συγκεκριμένα αισθητηριακά ερεθίσματα. Ωστόσο, αυτό και πάλι θα καθιστούσε άσχετη την πλειονότητα των χαρακτηριστικών του φαινομενικού θανάτου και ιδίως εκείνων που έχουν να κάνουν με τη μείωση των ζωτικών λειτουργιών.

Το τέχνασμα του οπόσουμ θα λειτουργούσε όχι μόνο επειδή φαίνεται αηδιαστικό, αλλά επειδή φαίνεται αηδιαστικό γιατί μοιάζει νεκρό, και το αρπακτικό έχει μάθει ότι το νεκρό θήραμα έχει κακή γεύση ή πειράζει στο στομάχι. Ορισμένοι επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι ο φαινομενικός θάνατος δεν λειτουργεί ως μηχανισμός κατά της αναγνώρισης, αλλά κατά της υποταγής, εμποδίζοντας το αρπακτικό να σκοτώσει το ζώο. Ο θηρευτής πιστεύει ότι το ζώο έχει ήδη πεθάνει, με αποτέλεσμα να χαλαρώνει την προσοχή του, δίνοντας μια ευκαιρία διαφυγής στο θήραμα. Ορισμένα αρπακτικά αντιμετωπίζουν τα θηράματά τους σχετικά ήπια ή τα αφήνουν ελεύθερα για μερικά λεπτά πριν τα καταναλώσουν, ειδικά αν προσπαθούν να σκοτώσουν περισσότερα από ένα ζώο με τη μία. Άλλα θα κρύψουν το θήραμά τους για κάποιο χρονικό διάστημα αφού το σκοτώσουν. Έτσι, ίσως η προσποίηση του θανάτου μπορεί να επιτρέψει σε ένα ζώο να διαφύγει σώο από τέτοιες καταστάσεις.

Ο μηχανισμός του φαινομενικού θανάτου είναι μια γενετικά κληρονομημένη συμπεριφορά που δεν απαιτεί εκμάθηση και που ενεργοποιείται αυτόματα με την ανίχνευση ορισμένων ερεθισμάτων. Ωστόσο, η αντίληψη των θηρευτών για τον θάνατο  πιθανώς διαμόρφωσε αυτές τις συμπεριφορές των θηραμάτων.

Πίσω από πολλές από τις συμπεριφορές που επιδεικνύουν τα ζώα υπάρχει τουλάχιστον μία πίεση επιλογής, η οποία και ευνόησε την εξέλιξή τους. Ενίοτε, αυτές οι πιέσεις επιλογής έχουν να κάνουν με τον τρόπο με τον οποίο τα αρπακτικά αυτών των ζώων αντιλαμβάνονται τον κόσμο τους, διότι αυτό θα καθορίσει τις πιθανότητες που έχει ένα θήραμα να επιβιώσει αρκετά για να μεταδώσει τα γονίδιά του.

Ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη εξελικτική ιστορία που οδήγησε στην εμφάνιση του φαινομενικού θανάτου, η συμπεριφορά αυτή μας δίνει μια ιδέα για το συμβαίνει στο μυαλό των θηρευτών. Κι αυτό είναι ότι τα αρπακτικά είναι λιγότερο πιθανό να φάνε ζώα που  θεωρούν ότι είναι νεκρά. Κατά τη διάρκεια της εξελικτικής τους ιστορίας, εκείνα τα οπόσουμ που μπορούσαν να μιμηθούν καλύτερα το πτώμα, και να ξεγελάσουν τα αρπακτικά, είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσουν μέχρι την αναπαραγωγή, ευνοώντας έτσι υψηλότερα επίπεδα πολυπλοκότητας αυτής της συμπεριφοράς στις επόμενες γενιές. 

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που εξηγούν γιατί πολλά αρπακτικά κατανοούν μια έννοια του θανάτου. Εκείνα που θα φτάσουν στην ωριμότητα, θα έχουν έρθει αντιμέτωπα με τον θάνατο εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες φορές ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο.

Τέλος, πολλά μεγάλα αρπακτικά παρακολουθούν τη λεία τους, ώστε να στοχεύουν ζώα που είναι ηλικιωμένα, άρρωστα, νεαρά, ανάπηρα ή παρουσιάζουν οποιαδήποτε άλλα σημάδια μερικής μη λειτουργικότητας. Ορισμένα θηρευόμενα ζώα εκμεταλλεύονται αυτή την τάση προς όφελός τους. Ωστόσο αυτός ο μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει εναντίον θηρευτών οι οποίοι δεν συναντούν συχνά αυτό το θήραμα και δεν είναι εξοικειωμένοι με το κόλπο τους.

Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποδεικνύει πόσο διαδεδομένη είναι πιθανόν η έννοια του θανάτου στη φύση. Βρίσκουμε περίτεχνες μορφές του σε ορισμένα είδη αμφιβίων, ερπετών, πτηνών και θηλαστικών. Η ευρέως εκτεταμένη αλλά αποσπασματική παρουσία της στο φυλογενετικό δέντρο υποδηλώνει ότι εμφανίστηκε σε αυτά τα διαφορετικά είδη μέσω συγκλίνουσας εξέλιξης. Καθώς πρόκειται για είδη που δεν είναι στενά συγγενικά, δεν κληρονόμησαν την ικανότητά τους από έναν κοινό πρόγονο. Αντίθετα, η παρουσία παρόμοιων πιέσεων επιλογής στα διαφορετικά ενδιαιτήματά τους, ίσως συνέβαλε στην εμφάνιση της συμπεριφοράς αυτής.

Εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως ένα μοναδικό είδος. Ωστόσο, σιγά-σιγά, όλα αυτά τα γνωρίσματα στα οποία βασιζόμασταν για να θεμελιώσουμε αυτή τη μοναδικότητα καταρρίπτονται, καθώς η επιστήμη προχωρά και αποκαλύπτει την εκπληκτική ποικιλομορφία και πολυπλοκότητα του νου και της συμπεριφοράς των ζώων. Έχουμε πλέον αδιάσειστα στοιχεία για τον πολιτισμό, την ηθική, τον ορθολογισμό, ακόμη και για στοιχειώδεις μορφές γλωσσικής επικοινωνίας. Η έννοια του θανάτου θα πρέπει επίσης να συγκαταλέγεται στα χαρακτηριστικά εκείνα στα οποία δεν μπορούμε πλέον να καταφεύγουμε για να μας πείσουν για το πόσο ξεχωριστοί είμαστε.

ΠΗΓΗ: Aeon

Σύνταξη Εύη Τσιριγωτάκη
ertnews.gr

 

Ακολουθήστε τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στο GOOGLE NEWS για άμεση ενημέρωση.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τον Βόλο, την Μαγνησία, την Ελλάδα και τον κόσμο
απο τον
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ
Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
9
=