Η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι στο χέρι μας

Τελευταία ενημέρωση: 2020-02-24, 15:05:19
Η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι στο χέρι μας

Οσο περνά ο καιρός, τόσο συνειδητοποιούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο ότι η σκληρή πραγματικότητα της διαχείρισης των καθημερινών προβλημάτων σε μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με την περίοδο των προεκλογικών υποσχέσεων και της ανέξοδης αντιπολίτευσης. Οι προεκλογικές δεσμεύσεις σπανίως υλοποιούνται στη χώρα μας και όταν συμβαίνει συνήθως προκύπτουν νομοθετήματα, τα οποία είναι χαμηλότερα των περιστάσεων και τις περισσότερες φορές προσαρμοσμένα στα δεδομένα κυβερνητικής πολιτικής, που πρωτίστως εξαρτάται από συμφωνίες με πανίσχυρους θεσμικούς παράγοντες.

Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση της ΝΔ έχει υλοποιήσει σημαντικό, για τα δεδομένα των κυβερνητικών σχημάτων όχι μόνο της τελευταίας δεκαετίας, αλλά ίσως της μεταπολίτευσης, πακέτο μέτρων, με φοροελαφρύνσεις και αποφάσεις για την τόνωση της πραγματικής οικονομίας. Ωστόσο, ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την κρίση και τη διαμόρφωση συνθηκών κανονικότητας στην καθημερινότητα των πολιτών είναι μακρύς, ανηφορικός και δύσβατος. Οι αποφάσεις, που πρέπει να ληφθούν, ώστε να αποκατασταθεί η κανονικότητα, είναι δύσκολες, ενώ δεν εξαρτάται η λήψη τους αποκλειστικά και μόνο από την ελληνική κυβέρνηση.

Το ρεαλιστικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, όπως αρέσκεται να το χαρακτηρίζει ο πρωθυπουργός, βρίσκεται στα πρώτα στάδια υλοποίησής του και οι πολίτες δεν έχουν διαπιστώσει ουσιαστικές αλλαγές και βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους, με εξαίρεση κάποιες αποφάσεις για μειώσεις φόρων που προσφέρουν πρόσκαιρη στήριξη στα νοικοκυριά και διάθεση επιδομάτων σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, όπως τα ζευγάρια που τεκνοποιούν.

Η πραγματική οικονομία και οι άνθρωποι της αγοράς παραμένουν σε δεινή θέση και αναμένουν να υλοποιηθούν όλες εκείνες οι προεκλογικές δεσμεύσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και των υπουργών του για συνολικές μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο των επενδύσεων και της απλοποίησης των γραφειοκρατικών διαδικασιών, που επηρεάζουν σε καθοριστικό βαθμό την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Το μείζον θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα, ενώ το πλέον εμβληματικό επενδυτικό σχέδιο στην Ελλάδα, η ανάπλαση του Ελληνικού, όλο ξεκινά να υλοποιείται και όλο μετατίθεται η ημερομηνία, που θα μπουν στον χώρο του πρώην αεροδρομίου οι μπουλντόζες.

Ο συμβολισμός του επενδυτικού σχεδίου είναι τεράστιος. Μεγαλύτερος ίσως και από την προστιθέμενη αξία του συγκεκριμένου εγχειρήματος. Οι προεκλογικές υποσχέσεις για έναρξη των εργασιών πριν το τέλος του 2019 διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα, την οποία αντιμετώπισε το επιτελείο του αρμόδιου υπουργού. Τα εμπόδια της γραφειοκρατίας παραμένουν ανυπέρβλητα για κάθε επενδυτική πρωτοβουλία και τα μηνύματα, που συνεχίζει να εκπέμπει η χώρα μας, σε ό,τι αφορά στο μείζον ζήτημα της προσέλκυσης επενδύσεων, δεν είναι ενθαρρυντικά. Οι ξένοι επενδυτές, που εξακολουθούν να βλέπουν καθυστερήσεις και προσχώματα, δεν θα τολμήσουν να ρίξουν τα κεφάλαιά τους στην ελληνική οικονομία, όσο ευπρόσδεκτους και αν τους κάνουν να νιώθουν οι κυβερνώντες.

Ο πρωθυπουργός ολοκλήρωσε το προηγούμενο διάστημα κύκλο ταξιδιών με επενδυτική στόχευση σε ΗΠΑ, Κίνα και Αραβική Χερσόνησο, απευθύνοντας κάλεσμα στα ξένα κεφάλαια και παράλληλα συνδέοντας τις επενδύσεις με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ας μην ξεχνάμε ότι το δίπτυχο αποτέλεσε βασικό προεκλογικό όπλο της ΝΔ και του αρχηγού της, που υποσχέθηκε ότι θα επικεντρώσει την κυβερνητική του στρατηγική στην προσέλκυση επενδύσεων, από τις οποίες θα προκύψουν νέες δουλειές με αξιοπρεπείς μισθούς.

Προς το παρόν δεν έχει συμβεί ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Οι νέες επενδύσεις αναζητούνται, οι επενδύσεις που καρκινοβατούσαν για χρόνια εξαιτίας των επιλογών προηγούμενων κυβερνήσεων, οι οποίες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να απλοποιήσουν το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και να κόψουν τον γόρδιο δεσμό της γραφειοκρατίας, εξακολουθούν να «σέρνονται», ενώ οι αξιοπρεπείς μισθοί, που διακήρυττε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παραμένουν στο φάσμα των υποσχέσεων.

Οι μισθοί είναι καθηλωμένοι σε απογοητευτικά επίπεδα. Οι Ελληνες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, μαζί με τους εργαζόμενους χωρών όπως Βουλγαρία, Ρουμανία και Λιθουανία, είναι οι χειρότερα αμειβόμενοι σε όλη την Ευρώπη. Η διαβούλευση, που πρόκειται να αρχίσει για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, ήδη προκαλεί αντιδράσεις από την πλευρά των εργοδοτών, ενώ το ποσοστό της αύξησης, την οποία θέλει να νομοθετήσει η κυβέρνηση, είναι σταγόνα στον ωκεανό των συρρικνωμένων εισοδημάτων εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων.

Τα 20 και 25 ευρώ της αύξησης, που σχεδιάζονται να δοθούν, αν συμφωνήσουν οι εργοδότες, δεν μπορούν να καλύψουν τις απώλειες, τις οποίες υπέστησαν την τελευταία δεκαετία οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Αν, μάλιστα, δεν αλλάξει δραστικά το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων, που οι ελαστικές μορφές απασχόλησης κυριαρχούν και η ανασφάλιστη εργασία σαρώνει την αγορά, οι όποιες συζητήσεις και αποφάσεις για αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι άνευ ουσιαστικού αντικειμένου.

Επειδή η κυβέρνηση τα γνωρίζει όλα αυτά, έχει επικεντρώσει στις μειώσεις των φόρων. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλοι αστερίσκοι, καθώς ο κυβερνητικός σχεδιασμός για φοροελαφρύνσεις εξαρτάται κυρίως από τη μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα. Αν δεν αποδεχτούν οι δανειστές την ελληνική πρόταση, τότε πολύ δύσκολα θα δημιουργηθεί ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος για την υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων της ΝΔ, αναφορικά με τις μειώσεις του ΕΝΦΙΑ και της εισφοράς αλληλεγγύης.

Ο πρωθυπουργός αναζητεί συμμάχους στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων και προσπαθεί με προσεκτικές κινήσεις να οικοδομήσει όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό αφήγημα, που θα παρουσιάσει στη συνέχεια ο Ελληνας υπουργός Οικονομικών σε κάποιο από τα επόμενα Eurogroup, αναφορικά με την επίσημη ελληνική διεκδίκηση για μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021.

Το αν θα αποδεχτούν οι Ευρωπαίοι εταίροι το ελληνικό αίτημα εξαρτάται και από τη δική μας πλευρά. Αν, δηλαδή, το κυβερνητικό σχέδιο για την ανάταξη της οικονομίας, με την προσέλκυση επενδύσεων, την έναρξη υλοποίησης υφιστάμενων επενδυτικών σχεδίων και την τόνωση της πραγματικής οικονομίας με μέτρα ανάσα για το επιχειρείν, αρχίσει να αποδίδει ουσιαστικά αποτελέσματα, τότε η επιχειρηματολογία μας αποκτά περισσότερες πιθανότητες να βρει ευήκοα ώτα και υποστηρικτές. Σε αντίθετη περίπτωση, η κορυφαία διεκδίκηση της κυβέρνησης της ΝΔ για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων θα πέσει στο κενό και η πραγματικότητα, που θα διαμορφωθεί τόσο για τους πολίτες, όσο και για την ίδια την κυβέρνηση, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
8
+
6
=