Πολιτικός ορθολογισμός και αδιέξοδος λαϊκισμός

Τελευταία ενημέρωση: 2019-10-14, 16:54:04
Πολιτικός ορθολογισμός και αδιέξοδος λαϊκισμός

Με τη συμπλήρωση του πρώτου τριμήνου της πολιτικής περιόδου, που ξεκίνησε μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου, μπορούν να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα για τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία, τις προοπτικές και τα αδιέξοδα του πολιτικού προσωπικού τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης, όσο και από την αντίστοιχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι πολιτικοί συσχετισμοί, που διαμορφώθηκαν μετά τις πρόσφατες κάλπες, ξεκαθάρισαν το τοπίο και οριοθέτησαν τους ρόλους των πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να υπάρχουν αμφισβητήσεις για τη βιωσιμότητα του παρόντος κυβερνητικού σχήματος.

Ο προγραμματισμός, που είχε γίνει πριν αναλάβει τα ηνία της χώρας η ΝΔ, φαίνεται στην πράξη με τη γρήγορη απεμπλοκή κορυφαίων επενδυτικών εγχειρημάτων, τα οποία μετά από χρόνια παλινωδιών και γραφειοκρατικών εμποδίων μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης, με ρυθμούς ασυνήθιστα γρήγορους για τα ελληνικά δεδομένα. Ο πρωθυπουργός, που λειτουργεί με τεχνοκρατικούς όρους, δείχνει να διατηρεί την επαφή του με την πραγματικότητα και σε συνεργασία με τους αρμόδιους υπουργούς έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα θετικό υπόστρωμα για την προσέλκυση και την υλοποίηση νέων επενδυτικών προσπαθειών.

Ο πολύπαθος ιδιωτικός τομέας, που δεινοπάθησε από όλες ανεξαιρέτως τις μνημονιακές κυβερνήσεις, προσεγγίζεται από τη νέα κυβέρνηση με ρεαλισμό και θετική διάθεση, ενώ τα πρώτα νομοθετήματα για τη θέσπιση φοροελαφρύνσεων και για τη χορήγηση κινήτρων για την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας δημιουργούν αισιοδοξία και δικαιώνουν μέχρι στιγμής την επιλογή της μεσαίας, κυρίως, τάξης να στηρίξει το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αν μάλιστα η κυβέρνησή του καταφέρει να διορθώσει τα προβληματικά στοιχεία λειτουργίας του δημοσίου, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να απλοποιήσει την πολυνομία, τότε θα πρόκειται για ένα πραγματικό πολιτικό επίτευγμα, σε μια χώρα που οι ελπίδες των ψηφοφόρων συνήθως διαψεύδονται και οι παθογένειες του κομματισμού και του κρατισμού υπερισχύουν των αναγκών των πολλών.

Το εκλογικό σώμα έδωσε στο κυβερνών κόμμα ισχυρή και ξεκάθαρη πολιτική εντολή, ώστε να επαναφέρει στη χώρα την κανονικότητα σε όλα τα επίπεδα. Τα χρονοδιαγράμματα επίτευξης των στόχων, που έχουν τεθεί, είναι πιεστικά και τα πρόσωπα, που ανέλαβαν τα κρίσιμα υπουργικά χαρτοφυλάκια, έχουν περιορισμένο χρόνο, ώστε να παρουσιάσουν ουσιαστικά αποτελέσματα και να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στο δύσκολο έργο, το οποίο ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας.

Οι εποχές των επικίνδυνων πειραματισμών, των πολιτικών ψευδαισθήσεων, των εντυπωσιακών κυβιστήσεων και των λαϊκιστικών στρατηγικών έχουν παρέλθει οριστικά και αμετάκλητα. Οσοι δεν το έχουν αντιληφθεί, δεν μπορούν να προσφέρουν στη χώρα. Απλά βαυκαλίζονται ότι λειτουργούν υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, καμώνονται ότι αυτοί και μόνο έχουν σχέδιο για την κοινωνική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας και εθελοτυφλούν ενώπιων των νέων δεδομένων, που διαμόρφωσαν οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία.

Σε αυτό ακριβώς το πολιτικό τέλμα βρίσκεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο, αφού αρνήθηκε να κάνει την αυτοκριτική του για τα αίτια της βαριάς ήττας στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, πορεύεται μετά το καλοκαίρι στο αδιέξοδο μονοπάτι της εσωστρέφειας, της προσωπολατρίας και της απέλπιδας κομματικής ανασύνταξης, με όρους της δεκαετίας του ‘80. Να επιχειρεί κόμμα εξουσίας να επανέλθει στο προσκήνιο αφομοιώνοντας με βίαιο τρόπο τις πολιτικές δυνάμεις του κέντρου, κλέβοντας τα συνθήματά τους και υιοθετώντας την ξεπερασμένη πολιτική ορολογία περί «δεξιάς», κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι διδάχθηκε από τα λάθη του και αναγνώρισε τις ευθύνες των στελεχών του, όχι τόσο για την ήττα στις πρόσφατες εκλογές, αλλά για την απομάκρυνσή του από τη μεγάλη δεξαμενή των ψηφοφόρων, οι οποίοι του χάρισαν τρεις διαδοχικές νίκες στις εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015.

Εγκλωβισμένοι σε ένα πραγματικό ιδεολογικό και πολιτικό βέρτιγκο, ο τέως πρωθυπουργός και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ «χαϊδεύουν» από τη μια τα αφτιά συνδικαλιστών, που αποφασίζουν και διοργανώνουν απεργίες, στις οποίες δεν μετέχουν ούτε οι ίδιοι και από την άλλη καλοπιάνουν τους συνταξιούχους που αφαίμαξαν με τις πολιτικές τους, η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για το «γκρέμισμα» του ασφαλιστικού τερατουργήματος Κατρούγκαλου δεν αποκαθιστά μόνο τη συνταγματική νομιμότητα, αλλά στιγματίζει την προηγούμενη κυβέρνηση για την επιλογή της να ψηφίσει ένα νομοσχέδιο, που θα μείνει στην ιστορία σαν μνημείο νομοθετικής προχειρότητας και αδιαφορίας για το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Παράλληλα, υιοθετούν στον ΣΥΡΙΖΑ ακραία πολιτική ρητορική, που πυροδοτεί κάθε τρεις και λίγο αχρείαστες εντάσεις και κόντρες εντός και εκτός Κοινοβουλίου. Οταν, για παράδειγμα, χαρακτηρίζεται ο πρωθυπουργός σαν «ακροδεξιός» και κατηγορείται ότι σχεδιάζει τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, τότε προκαλούνται αρνητικές εντυπώσεις για τη χώρα μας σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο επίπεδο.

Εκείνοι, δε, που εκτοξεύουν τις συγκεκριμένες κατηγορίες είναι γνωστό ότι με την πολιτική τους στο θέμα του προσφυγικού όχι μόνο δεν δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την άμβλυνση του προβλήματος, αλλά στην ουσία ευθύνονται για τις εικόνες ντροπής στους καταυλισμούς κολαστήρια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Σήμερα δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να λαϊκίζουν και να υιοθετούν πρακτικές υστερόβουλης πολιτικής σκέψης, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα και θεωρώντας ότι κάθε πρόσφυγας και μετανάστης είναι εξ ορισμού προστατευόμενος του ΣΥΡΙΖΑ. Αν είναι έτσι, τότε γιατί το κόμμα τους επέτρεψε και ανέχτηκε το καθεστώς των τριτοκοσμικών συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων και των μεταναστών στα κέντρα φιλοξενίας;

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, που πριν αναλάβει τα ηνία της χώρας παρουσιαζόταν σαν ένα κόμμα, που θα έσκιζε τα μνημόνια και θα αποκαθιστούσε τους μισθούς και τις συντάξεις με μαγικό τρόπο. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η πολιτική εξαπάτηση του εκλογικού σώματος και η εκτόξευση κατηγοριών κατά των πολιτικών τους αντιπάλων ακόμη και μέσα από στημένες υποθέσεις, που μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν σκευωρίες, αποτελούν θεμελιώδεις πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, στην προσπάθειά του να ετεροπροσδιοριστεί σαν «δημοκρατικός προοδευτικός και αντιδεξιός πολιτικός φορέας», οδηγείται σε ένα προδιαγεγραμμένο πολιτικό αδιέξοδο.

Το ζητούμενο είναι να μην παρασυρθεί σε αυτό το αδιέξοδο η κυβέρνηση της ΝΔ, που ανέλαβε από το καλοκαίρι να συμμαζέψει την κατάσταση και να ξαναστήσει τη χώρα στα πόδια της. Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη βιώσιμη, δίκαιη και ισόρροπη ανάπτυξη του τόπου και παράλληλα να διασφαλίσει συνθήκες για έναν γόνιμο, υγιή και πολιτισμένο διάλογο με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, που η αξιωματική αντιπολίτευση θα αντιμετωπίζεται με σεβασμό και θα έχει μείζονα ρόλο μέσα και έξω από το κοινοβούλιο.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
3
=