Το νέο επιτελικό κράτος και ο ρόλος της αντιπολίτευσης

Τελευταία ενημέρωση: 2019-08-04, 17:00:09
Το νέο επιτελικό κράτος και ο ρόλος της αντιπολίτευσης

Σχεδόν ένα μήνα μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου και το νικηφόρο για τη ΝΔ αποτέλεσμα της κάλπης, οι πολιτικές εξελίξεις διαμορφώνονται με εντελώς προβλέψιμο τρόπο. Χωρίς εκπλήξεις, εντάσεις και ανατροπές, η νέα κυβέρνηση προχωρά ακάθεκτη στην υλοποίηση του προγράμματός της, με τη νομοθέτηση μέτρων τα οποία μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα. Η κατάθεση του νομοσχεδίου για το επιτελικό κράτος θέτει τις βάσεις για έναν πιο αποτελεσματικό μηχανισμό διοίκησης, χωρίς τις αγκυλώσεις της γραφειοκρατίας και δίχως εξαρτήσεις από κομματικούς μηχανισμούς και συμφέροντα για την εξυπηρέτηση υμετέρων.

Στόχος του συγκεκριμένου σχεδιασμού είναι να δημιουργηθεί ένα αξιοκρατικό σύστημα λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, που η επιλογή γενικών και ειδικών γραμματέων θα γίνεται με βάση τα προσόντα και τις ικανότητές τους και όχι την κομματική επετηρίδα. Ο δε περιορισμός του αριθμού των μετακλητών υπαλλήλων κατά 30% αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα για την περιστολή δαπανών και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του απλού πολίτη προς το εκάστοτε σύστημα διακυβέρνησης του τόπου.

Αν μάλιστα το σχέδιο για το επιτελικό κράτος εφαρμοστεί σύμφωνα με τις επιδιώξεις και τη στόχευση εκείνων που το εμπνεύστηκαν, αν δεν θέσουν προσκόμματα διάφορες συνδικαλιστικές συντεχνίες του δημόσιου τομέα και αν δεν προκύψουν στο όλο εγχείρημα μικροκομματικές και μικροπολιτικές επιδιώξεις, τότε πολύ σύντομα η χώρα θα διαθέτει έναν μηχανισμό διοίκησης με σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα διακυβέρνησης, που θα είναι απαλλαγμένο από τα γνωστά προβλήματα πολυνομίας και οι αρμοδιότητες των υπουργείων δεν θα αλληλοκαλύπτονται.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει ένα σύστημα διακυβέρνησης και έναν μηχανισμό στη δημόσια διοίκηση, που ο κάθε κυβερνητικός και κρατικός λειτουργός θα έχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες, δεν θα αναιρούνται, ούτε θα ακυρώνονται αυτές οι αρμοδιότητες από τη γραφειοκρατία και δεν θα ψηφίζονται νομοθετικές ρυθμίσεις που ποτέ δεν θα υλοποιούνται.

Το υφιστάμενο κλίμα δυσπιστίας απέναντι στα στελέχη της δημόσιας διοίκησης και των πολιτικών τους προϊσταμένων μπορεί να μεταστραφεί αν μαζί με την εφαρμογή του σχεδιασμού για το επιτελικό κράτος αλλάξουν νοοτροπία οι υπουργοί και οι υφυπουργοί σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα υπουργεία τους. Αν δηλαδή πάψουν να τα θεωρούν «φέουδα» και θύλακες εξυπηρέτησης κομματικών εκλεκτών, αν καταπολεμήσουν τη διαφθορά και το «φακελάκι» και αν οι στενοί τους συνεργάτες προσλαμβάνονται με διαφανείς διαδικασίες, τότε η προσπάθεια μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης θα έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό.

Τα πρώτα σημάδια αναφορικά στις προθέσεις της νέας κυβέρνησης είναι άκρως ενθαρρυντικά, καθώς προκύπτει διάθεση ταχείας νομοθέτησης σημαντικών νομοσχεδίων και πάντα με βάση τις προεκλογικές υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κυρίαρχη είναι η αντίληψη για ένα πιο τεχνοκρατικό, αποτελεσματικό, με μετρήσιμους στόχους και με ικανότητες προσαρμογής στα νέα δεδομένα υπουργικό συμβούλιο, που άπαντες αξιολογούνται και λειτουργούν υπό συνθήκες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

Αν ο πολίτης δει γρήγορα χειροπιαστά αποτελέσματα ως προς τη λειτουργία του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, μέσα από την απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών, τότε η νέα κυβέρνηση θα έχει κερδίσει το πιο σημαντικό, ίσως, στοίχημα της θητείας της. Το άλλο στοίχημα αφορά στη στάση των θεσμών, που μπορεί να επιδεικνύουν προς το παρόν ανεκτικότητα απέναντι στη νέα κυβέρνηση, ωστόσο οι θέσεις τους για απαρέγκλιτη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των όσων έχουν συμφωνηθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση δεν έχουν αλλάξει ούτε κατ’ ελάχιστο.

Από τη δημόσια διοίκηση οι εκπρόσωποι των θεσμών έχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά στην ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας και τη θεσμοθέτηση κοινοτικών ελεγκτικών μηχανισμών επιτήρησης, είτε η χώρα βρίσκεται εντός, είτε εκτός μνημονίων. Ετσι μπορεί να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων εταίρων και να γίνει ακόμη πιο εύκολη η προσπάθεια διαπραγμάτευσης για μείζονα ζητήματα, όπως τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού.

Αν οι θεσμοί διαπιστώσουν ότι έχουν απέναντί τους μια ώριμη και υπεύθυνη κυβέρνηση, που ήδη υλοποιεί ή έχει ισχυρή βούληση υλοποίησης των συμφωνηθέντων, από το θέμα των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, μέχρι τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, τότε η στάση τους έναντι των Ελλήνων συνομιλητών τους θα είναι διαφορετική. Αν πάλι διαπιστώσουν ότι και η νέα κυβέρνηση λέει περισσότερα από όσα πράττει και δεσμεύεται για ζητήματα, που δεν έχει ούτε τη διάθεση, ούτε τον σχεδιασμό να υλοποιήσει, τότε θα επιστρέψουμε στο δυσάρεστο παρελθόν της καχυποψίας, της αμφισβήτησης και της ασφυκτικής επιτήρησης.

Σε όλο αυτό το σκηνικό ο ρόλος της αντιπολίτευσης μπορεί και πρέπει να είναι καθοριστικός. Η υπεύθυνη στάση του ΣΥΡΙΖΑ εντός και εκτός Βουλής σηματοδοτεί την οριστική αλλαγή πλεύσης της χώρας. Η υπερψήφιση νομοθετημάτων, που στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του κράτους και κατ’ επέκταση στην καλυτέρευση της καθημερινότητας των πολιτών, θα στείλει τα κατάλληλα μηνύματα στους κατάλληλους αποδέκτες.

Αν, ωστόσο, επικρατήσουν οι τακτικές της στείρας αντιπολίτευσης και του πολιτικού αντίλογου χωρίς επιχειρήματα και αυτοσκοπό την ικανοποίηση του κομματικού ακροατηρίου, οι υπέρμαχοι ανάλογων αντιλήψεων θα απομονωθούν και θα αναγκαστούν να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις. Οπως συμβαίνει τον τελευταίο μήνα, που η νέα κυβέρνηση νομοθετεί με πυρετώδεις ρυθμούς και ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έχει κάνει ακόμη την αυτοκριτική του για τα αίτια της ξεκάθαρης ήττας της 7ης Ιουλίου, εξακολουθεί να ομφαλοσκοπεί και να αναζητά αξιόπιστο αντιπολιτευτικό αφήγημα.

Η κομματική ανασυγκρότηση που έχει εξαγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι διόλου σίγουρο ότι θα οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική ωριμότητα, που πρέπει να έχει ένα κόμμα το οποίο διεκδικεί την εξουσία. Οι πρώτες ενδείξεις αντιπολιτευτικής τακτικής δεν δημιουργούν θετικές προσδοκίες. Οι προσπάθειες να χαρακτηριστούν κομματικοί ή ακόμη και φιλοχουντικοί κάποιοι από τους νέους γενικούς γραμματείς των υπουργείων δείχνει έλλειψη αντιπολιτευτικής έμπνευσης, ενώ οι υπαινιγμοί για ρεβανσιστικές πρακτικές από τη νέα κυβέρνηση μόνο χαμόγελα προκαλούν, ιδίως όταν εκφράζονται από τα στελέχη ενός κόμματος, που έφτασε στο σημείο να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης, προκειμένου να στηθούν υποθέσεις στο όνομα της «κάθαρσης».

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
9
=