Οι αρνητικές πρωτιές της Ελλάδας και ο κοινωνικός τους αντίκτυπος

Τελευταία ενημέρωση: 2018-12-07, 17:18:46
Οι αρνητικές πρωτιές της Ελλάδας και ο κοινωνικός τους αντίκτυπος

Απανωτά αρνητικά ρεκόρ συνεχίζει να καταγράφει η χώρα μας, που ενώ έχει βγει από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, εξακολουθεί να πορεύεται στον αδιέξοδο δρόμο της υπερφορολόγησης των πολιτών και της απουσίας επενδύσεων. Σε αυτούς τους κρίσιμους για την οικονομική ανάπτυξη τομείς, η Ελλάδα κατέχει τα αρνητικά πρωτεία μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στη χώρα μας εξακολουθούν και φορολογούνται άγρια οι πολίτες, ενώ σε ό,τι αφορά στις επενδύσεις κανένας εχέφρων επιχειρηματίας δεν πρόκειται να επενδύσει στην Ελλάδα από τη στιγμή που το φορολογικό καθεστώς λειτουργεί με ληστρικό τρόπο για την επιχειρηματικότητα.

Αυτές οι αρνητικές πρωτιές της χώρας μας στους τομείς της υπερφορολόγησης και των επενδύσεων είναι αλληλένδετες, καθώς όσο αυξάνουν οι φόροι, τόσο αποθαρρύνονται οι επίδοξοι επενδυτές. Ταυτόχρονα, όσο αυξάνονται οι φόροι, τόσο μειώνεται η κατανάλωση, καθώς αποδυναμώνεται η αγοραστική δύναμη των πολιτών. Οταν για παράδειγμα μια τετραμελής οικογένεια ξοδεύει κάθε μήνα το μισό της εισόδημα στους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, είναι απολύτως φυσιολογικό να περιορίσει τις αγορές της, έτσι ώστε να είναι σε θέση να καλύψει πέραν των φορολογικών της υποχρεώσεων και τα υπόλοιπα πάγια λειτουργικά έξοδα ενός νοικοκυριού.

Ο προϋπολογισμός του 2019, που είναι ο πρώτος μεταμνημονιακός προϋπολογισμός, περιλαμβάνει αυξήσεις φόρων κατά ένα δισεκατομμύριο ευρώ περίπου. Αυτά τα χρήματα θα αφαιρεθούν από την κατανάλωση, από την πραγματική οικονομία δηλαδή, που παραμένει εγκλωβισμένη στη μέγγενη της υπερφορολόγησης. Φυσιολογική συνέπεια του καθεστώτος άγριας φορολόγησης των πολιτών είναι η ραγδαία αύξηση του αριθμού των οφειλετών προς την Εφορία. Σχεδόν οι μισοί Ελληνες φορολογούμενοι χρωστούν στο Κράτος και οι υπόλοιποι καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, περικόπτοντας ακόμη και το φαγητό!

Κατά τα άλλα, ο πρωθυπουργός διατυμπανίζει ότι μετά την έξοδο από τα μνημόνια η κυβέρνησή του νομοθετεί για την αναπλήρωση των αδικιών της μεταμνημονιακής περιόδου, έτσι ώστε να βελτιωθεί η καθημερινότητα των πολιτών. Από τη στιγμή όμως που δεν νομοθετούνται μέτρα για τη μείωση της φορολογίας, πώς είναι δυνατόν να βελτιωθεί η καθημερινότητα, όταν μάλιστα η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να καρκινοβατεί και η κατανάλωση να συρρικνώνεται διαρκώς;

Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντησή του αυτονόητη. Τα κυβερνητικά στελέχη τη γνωρίζουν, ωστόσο οι υπογραφές τους στη συμφωνία για υπερπλεονάσματα δεν επιτρέπουν αλλαγή πολιτικής. Ετσι είναι ικανοποιημένοι οι δανειστές, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση μπορεί να ικανοποίει τους επικοινωνιακούς της στόχους, αναφορικά στη χορήγηση επιδομάτων κάθε Χριστούγεννα.

Μπορεί στο μυαλό του πρωθυπουργού αυτή η αδιέξοδη κατάσταση να ανταποκρίνεται στο δικό του όραμα για επιστροφή στην ανάπτυξη, ωστόσο στη συνείδηση των πολιτών, που τα φέρνουν βόλτα όλο και πιο δύσκολα, η εμμονή στην υπερφορολόγηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια καταστροφική επιλογή από ανεπαρκή, ιδεοληπτικά και επικίνδυνα για τον τόπο πολιτικά πρόσωπα.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
5
=