Γρηγόρης Καρταπάνης: Ποιήματα από τους Βαλκανικούς πολέμους του λαϊκού ζωγράφου Νίκου Χριστόποπουλου

Τελευταία ενημέρωση: 2013-07-09, 23:15:21
Γρηγόρης Καρταπάνης: Ποιήματα από τους Βαλκανικούς πολέμους του λαϊκού ζωγράφου Νίκου Χριστόποπουλου

Προλεγόμενα  

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι ενέπνευσαν και λαϊκό ζωγράφο Νίκο Χριστόπουλο -που τα κατάφερνε εξίσου καλά και ως λαϊκός ποιητής- για να συνθέσει κάπου δέκα στιχουργήματα, με θέματα παρμένα από τα γεγονότα εκείνης της γεμάτης ενθουσιασμό και εθνική ανάταση, εποχής.

Με πηγή έμπνευσης είτε τις επιστολές και τις αφηγήσεις του στρατιώτη αδερφού του Κωνσταντή, είτε την πληροφόρηση από την πυκνή σχετική ειδησεογραφία του τύπου, δημιούργησε ενδιαφέροντα έμμετρα πονήματα, χαρακτηριστικά δείγματα ανόθευτης και προσεγμένης λαϊκής ποίησης.

Σε αυτά αποτυπώνονται στιγμές των νικηφόρων μαχών και άλλες καταστάσεις της περιόδου 1912 - 1913, με λαϊκό, απλοϊκό και ανεπιτήδευτο λόγο, αλλά και τις συνηθισμένες, σε τέτοια έργα, πομπώδεις εκφράσεις που εξάρουν τα κατορθώματα των μαχητών και των ηγετών τους.

Στο προηγούμενο δημοσίευμά μας παρουσιάσαμε δυο από τα ποιήματα του Χριστόπουλου, εκείνα που αναφέρονται στον σύντομο και φονικό β’ Βαλκανικό (Ελληνοβουλγαρικό) πόλεμο, με αφορμή τη συμπλήρωση ακριβώς 100 χρόνων από τη διεξαγωγή του. Συνεχίζοντας στο ίδιο κλίμα ας μνημονεύσουμε σήμερα άλλα τρία ποιήματα της ίδιας περιόδου, με κάπως διαφορετική θεματολογία, πάντοτε όμως παρμένη από τα γεγονότα του 1912 - 13.

Τα δύο απευθύνονται σε κάποιον φίλο του ποιητή,που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό, ενώ το τρίτο ίσως μπορεί να χαρακτηριστεί ως το τελευταίο της σειράς των στιχουργημάτων που αναφέρονται στους Βαλκανικούς πολέμους, αφού αναφέρεται στην αποστράτευση και επιστροφή των βολιωτών και πηλιορειτών στρατιωτών μετά το πέρας των πολεμικών γεγονότων.

 

«Γεια σου βρε Κώστα…»

Τα δύο ποιήματα έχουν ως αποδέκτη κάποιο φίλο του λαϊκού ζωγράφου - ποιητή, ονόματι Κώστα, αγνώστων λοιπών στοιχείων που υπηρετούσε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους στο Ναυτικό.

Το πρώτο αποτελείται από 16 ομοιοκατάληκτους ανά δύο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Εδώ ο ποιητής εξάρει αρχικά την προθυμία του φίλου του -αποδέκτη του ποιήματος- που έτρεξε άμεσα να καταταγεί, αφότου κηρύχτηκε η επιστράτευση, γεγονός που εντυπωσίασε όλους όσοι τον γνώριζαν, γιατί, όπως σημειώνεται στη συνέχεια, αυτός ταλαιπωρούνταν από σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια δεν αποκαλύπτονται κι επιπλέον υπήρξαν μάλλον άγνωστα στην παρέα του.

Κατόπιν αυτών ο δημιουργός δίνει κουράγιο στο φίλο του επισημαίνοντας την διαφορά που έχει η ναυτική θητεία -εννοείται προς το καλύτερο- σε σύγκριση, προφανώς, με το στρατό ξηράς. Και καταλήγει το στιχούργημα με τις γνωστές κι απαραίτητες σε τέτοια είδους κείμενα, επευφημίες και φιλοφρονήσεις προς το ναυτικό και τους ηγέτες στρατιωτικούς και πολιτικούς.

Η αναφορά - ζητωκραυγή προς τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο είναι η μοναδική στα ποιήματα αυτής της ενότητας, του Χριστόπουλου. Επίσης δεν ήταν δυνατόν να μην εγκωμιάσει και τον ναύαρχο Κουντουριώτη, που με το Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ υπήρξε ο κυρίαρχος στο Αιγαίο.

 

«Γεια σου βρε Κόστα σταβραϊτέ, για σου παλιά ασπίδα

που απ’ τον πρότον έτρεξες για την γλυκιάν πατρίδα

που έτρεξες χαρούμενος και πρότος απ τον πρότον

και θάμαξαν η φίλη σου τον εβγενί σου τρόπον.

Γιατήχες βάσανα πολλά και να τα λησμονήσης

έτρεξες με όλη την καρδιά για (να) υπιρετήσης.

Και πρότος πρότος έτρεξες, αϊντε λεβέντη για σου

σιγνόμη και δεν ξέραμε τα πάθη τα δικά σου.

Γι αυτό λιπόν βρε Κόστα μας σιγνόμη σου ζητούμε

αφού θα πης τα βάσανα όταν ανταμοθούμε.

Για βάσανα να μη μας λες πος έχουν τα ναυτάκια

αλά να λες πος βρίσκονται μαζή με ταϊδονακια.

Να λες μοναχα με καρδιά ζίτο το Ναυτικό μας

κι ο ένδοξος ο ναυαρχος που είνε αρχιγός μας.

Ζίτο του Βενιζέλου μας ζίτο του Κουντουριώτη

που αγαπούνε σαν πεδιά το κάθε στρατιότη».

Διαφέρει, ως προς τη μορφή του εντελώς, το επόμενο ποίημα, απ’ όλα τα υπόλοιπα της σειράς των στιχουργημάτων που αναφέρονται στους Βαλκανικούς πολέμους. Είναι το μοναδικό που δεν ακολουθεί τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, καθώς αποτελείται από πέντε τετράστιχες στροφές εννέα συλλαβών με τους στίχους 2 και 4 να ομοιοκαταληκτούν (πλεκτή).

Προφανώς αποτελεί μοναδική απόπειρα του Χριστόπουλου (σε όλη την ποιητική του δημιουργία) να γράψει και σε άλλη μορφή, ίσως κάποιων ποιημάτων που είχε διαβάσει. Το καταφέρνει, νομίζω, καλά, ως επιβεβαίωση της γνήσιας ποιητικής φλέβας που διέθετε.

Σε τούτο το ποίημα λοιπόν ο λαϊκός ποιητής δίνει αρχικά κουράγιο στο στρατευμένο φίλο του, επισημαίνοντας τη βέβαιοι επιστροφή του. Πιθανότατα αυτός ο Κώστας να εργάζονταν στο ναυπηγείο (ταρσανά) των Χριστόπουλων, κι επιπλέον, όπως σημειώνεται στην τελευταία στροφή, ασχολούνταν και ως πλανόδιος ιχθυοπώλης.

Αναφέρεται στη συνέχεια ο Χριστόπουλος στο ενδιαφέρον που δείχνουν οι φίλοι και οι γνωστοί του και ρωτούν συνέχεια γι’ αυτόν, ενώ η υποδοχή θα είναι αντάξια ενός πραγματικού αγωνιστή. Στις δύο τελευταίες στροφές σημειώνεται και κάποια αισθηματική ιστορία του επιστρατευμένου ναύτη, με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ρωτάει συνεχώς για την επιστροφή του αγαπημένου της…

 

«Εχε θάρος βρε Κόστα λεβέντη

και θα λάμψη ο ήλιος ξανά

που θαρθής στον ορέο μας Βόλο

που θαρθής στον παλιό ταρσανά.

Να σεϊδούνε η φίλι σου όλη

να σου σφίξουν το χέρι καθης

να σουϊπούνε καλοσόρισες Κόστα

γιατή ήσε και ση αγονιστής.

Γιατή τόρα που λίπης στα ξένα

όλη η φίλι σου Κόστα ροτούν

και μας λεν τα ορέα ναυτάκια

με χαρές και με γλέντια περνούν.

Μας ρωτούσε προχθές Κοσταντή μου

μια δουλίτσα μικρή πεταχτή

αν έλθης στο Βόλο μας ήπε

για να τρέξει κι αυτή να σεϊδη.

Τώρα ξέρης πια ήνε Κοστή μου

την γνορίζης πιστέβο πολή

όταν πίγενες ψάρια στα σπίτια

σ’ αγαπούσε σα νάταν τρελή.

 

Η επιστροφή των πολεμιστών  

 

Το τρίτο ποίημα που παρουσιάζουμε σήμερα φέρει τίτλο «Στον ερχομό του 4ου Συντάγματος» και αποτελείται από 24 δεκαπεντασύλλαβους με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, κατά την προσφιλή συνήθεια του Χριστόπουλου ως λαϊκού ποιητή.

 

 Αναφέρεται στην επιστροφή στα σπίτια τους των Θεσσαλών στρατιωτών, μετά τη λήξη των πολέμων και την αποστράτευσή τους. Το 4ο Σύνταγμα Πεζικού (της Α΄ Μεραρχίας) αποτελούνταν κυρίως από Βολιώτες και πηλιορείτες, ενώ και τα υπόλοιπα συντάγματα της ίδιας μεραρχίας επανδρώνονταν από Θεσσαλούς, κατά κύριο λόγο, στρατιώτες.

 

Το στιχούργημα τούτο πιθανότατα είναι το τελευταίο της ενότητας και η συγγραφή του προσδιορίζεται βέβαια μετά την οριστική σύναψη ειρήνης με την Τουρκία, το Νοέμβριο του 1913. Εδώ ο λαϊκός ποιητής (που και ο αδερφός του υπηρετούσε στο 4ο σύνταγμα) απευθύνεται αρχικά στους συγγενείς και κυρίως τις μητέρες των πολεμιστών που επιτέλους τελειώνουν τα βάσανά τους και η αγωνία, με την επιστροφή των αγαπημένων προσώπων.

 

 Η υποδοχή τους στο λιμάνι, όταν θα κατέπλεε το πλοίο που τους μετέφερε, έπρεπε οπωσδήποτε να είναι πανηγυρική, αντάξια ηρώων και με κάθε επισημότητα. Σύντομες αναφορές σε νικηφόρες πτυχές του πολέμου και οι απαραίτητες ζητωκραυγές ολοκληρώνουν το στιχούργημα.

.

Στον ερχομό του 4ρτου Σιντάγματος

Σιμπατριότε Θεσαλή κι αδέλφια Πιλιορίτε

έρχοντε τ’ αδερφάκια μας κι από καρδιά χαρίτε.

Χαρίτε πρότο γέροντες δεύτερο η αδελφάδες

και τρίτο με διπλή χαρά η δόλιες η μανάδες.

Για να στρέψουν τώρα πιά τα τόσα δακριά σας

που χίσανε τα μάτια σας για τα γλικά πεδιά σας.

Πόσες φορές μανούλες μου τα μάτια σας εκλάψαν

κε ι καρδιές σας η χρισές βαριά αναστενάξαν.

Πόσες φορές στην εκλισιά μπροστά στην Παναγία

δεν κάνατε παράκλισες και θία λιτουργεία.

Τόρα λιπόν μανούλες μου πετάξτετα στη λίθη

τα βάσανα και τους καιμούς πουίχατε στα στήθη.

Κε τρέξατε στη θάλασα μπροστά στη μπροκιμέα

ναιδίτε τα πεδάκια σας μαζί με τη σιμαία.

Ναιδίτε τι σιμαία μας την πολιδοξαζμένη

πουν΄ απ΄τις σφέρες τον εχθρόν σαν κόσκινο φκιαζμένη.

Μ΄ αυτή στο Σαραντάπορο σκορπίσανε τον τρόμο

κι ανίξανε στ΄αδέλφια μας της λεφτεριάς τον δρόμο.

Μ΄αυτή σκορπίστικε ο εχθρός και πίραμε τι νίκη

και φτάσαμε σαν αετή μες στη θεσσαλονίκη.

Και τόρα πλέον ήσιχη θα πάνε στα χοριά τους

θα πάψουν κε τα βάσανα πουίχαν στην καρδιά τους.

Τώρα ας φονάξουμε μαζί, ζίτο η τιμιμένη

Η γαλανή σιμαία μας η κοσζμοξακουσζένη.

Μέσα και από τα ποιήματα του Ν. Χριστόπουλου παρατηρούμε πως ο πατριωτικός ενθουσιασμός και η εθνική ανάταση, αποτυπώνονταν με κάθε τρόπο στις δημιουργίες της λαϊκής μούσας.

 

 

Λαϊκή απεικόνιση από τις μάχες των βαλκανικών πολέμων

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
8
=