Λιμενικά 1920 - 1925 ~ Προσπάθειες εκτέλεσης λιμενικών έργων (Μέρος Β’)

Τελευταία ενημέρωση: 2020-07-05, 20:45:12
Εορταστική άποψη της ιχθυαγοράς, τα γνωστά Παλιά Ψαράδικα, που κατασκευάστηκε το 1927, στη διάρκεια των λιμενικών έργων
Λιμενικά 1920 - 1925 ~ Προσπάθειες εκτέλεσης λιμενικών έργων (Μέρος Β’)

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗ, Μέλους της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών

Tα προγραμματισμένα λιμενικά έργα δεν προχώρησαν, μια και η δαπάνη τους θεωρούνταν υπερβολική και ήταν αδύνατο να καλυφτεί σε περίοδο, που προέκυπταν άλλες πιο επείγουσες προτεραιότητες με την εξέλιξη και κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η οδυνηρή ήττα με τη μαζική οπισθοχώρηση και την εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών από τις εστίες τους συνοδεύτηκε από το πρωτεύον πια ζήτημα της περίθαλψης και εγκατάστασης των προσφύγων, προσπάθεια που δεν άφηνε περιθώρια για την προώθηση άλλων, έστω και ήδη δρομολογημένων, έργων. Οι συγκυρίες πρόβαλαν απόλυτα απαγορευτικές και για τα λιμενικά έργα του Βόλου, σε πρωτοφανές κλίμα αλλαγών και ανακατατάξεων στην τοπική κοινωνία, που υποδεχόταν σημαντικό αριθμό συμπατριωτών της κυνηγημένων από τις πατρογονικές τους εστίες. Ατυχώς στο αρχείο της εφημερίδας ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ λείπει το σώμα με τα φύλλα του 1922, μιας τόσο σημαδιακής χρονιάς για τον τόπο κι έτσι δεν υπάρχει η δυνατότητα πληροφόρησης κάποιων λεπτομερειών για τα λιμενικά έργα, που πιθανόν να σημειώνονταν στον Τύπο. ***

Βέβαια η εκτέλεση των έργων είχε κριθεί απόλυτα απαραίτητη και με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα οξύνονταν. Επιβάλλονταν τουλάχιστον κάποιες βελτιωτικές παρεμβάσεις συντήρησης, μια και η κατάσταση, σε ορισμένα σημεία, των κρηπιδωμάτων χαρακτηριζόταν ως απελπιστική, με τις διάφορες φθορές να χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης. Στα τέλη Μαρτίου του 1923 δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ κείμενο – καταγγελία για την κατάσταση στο λιμάνι με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Διά να μην αχρηστευθή ο λιμήν του Βόλου», που περιγράφεται η ζοφερή πραγματικότητα.

Πέρα από την αδιαμφισβήτητη ανάγκη εκτέλεσης των έργων, που είχαν ματαιωθεί γι’ ακόμη μία φορά, χρειαζόταν η επιδιόρθωση σε βλάβες και φθορές, που με την πάροδο του χρόνου διευρύνονταν. Δυστυχώς δεν γίνονταν ούτε οι πιο απλές εργασίες συντήρησης, ακόμα και οι απαραίτητοι καθαρισμοί των χερσαίων, αλλά και θαλάσσιων χώρων του λιμανιού γι’ αυτό και αποδίδονται ευθύνες τόσο στη Λιμενική Επιτροπή ως υπεύθυνη, όσο και στο Λιμεναρχείο ως αρμόδιο αστυνομικό φορέα. Επισημαίνεται ακόμη στο δημοσίευμα η σπουδαιότητα του λιμανιού του Βόλου, που είναι άλλωστε το μοναδικό της Θεσσαλίας, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει σύγχρονο και λειτουργικό εξυπηρετώντας την αυξημένη κίνηση που παρουσιαζόταν. Οι καταστάσεις φαίνεται πως είχαν φθάσει σε οριακό σημείο:

«Ο λιμήν του Βόλου!

Το επίνειον της Θεσσαλίας διά του οποίου γίνεται η τεράστια εισαγωγή και εξαγωγή αυτής. Δεν κατορθώθηκε να γίνει τοιούτος, ώστε να ανταποκρίνεται εις τον προορισμό του, αλλά και δεν κατεβλήθη φροντίς διά την καλλιτέραν διατήρησιν αυτού. Από ετών αφεθείς εγκαταλελειμμένος, φθείρεται, καταστρέφεται και σιγά σιγά – αν εξακολουθήσει η παρατηρούμενη ήδη τακτική – θα αχρηστευθή τελείως. Δεν πρόκειται σήμερον να τονίσωμεν την ανάγκην κατασκευής λιμενικών έργων, μολονότι ταύτα, ως και άλλοτε ετονίσαμεν, είναι απαραίτητα, διότι αφ’ ενός μεν θα δώσουν τον αντάξιον λιμένα, αφ’ ετέρου θα παράσχουν εργασίαν εις πλείστας όσας αργούσας εργατικάς χείρας. Θεωρούμεν όμως καθήκον μας, υπακούοντες εις παράκλησιν πολλών, ενδιαφερομένων διά την πρόοδον και ευημερίαν του τόπου και πονούντων διά την παρατηρουμένην αθλιότητα, να συστήσωμεν όπως τουλάχιστον φροντίσουν οι αρμόδιοι διά την συντήρησιν του μοναδικού της Θεσσαλίας ολοκλήρου λιμένος, ο οποίος καθημερινώς γίνεται ελαττωματικώτερος και δι’ άλλους λόγους και διότι κατέστη ο δέκτης πάσης ακαθαρσίας. Ετσι τα διάφορα αντικείμενα, είτε εκ της παραλίας ρίπτονται ταύτα, είτε διά των υπονόμων διοχετεύονται, αποτελούν επίστρωμα του πυθμένος, το οποίον συν το χρόνω, μεγεθυνόμενον δεν θα επιτρέπει όχι μόνον εις τα ατμόπλοια, αλλ’ ούτε εις αυτά τα ιστιοφόρα να πλευρίζουν εις το κεφαλόσκαλον ή αλλαχού του κρηπιδώματος.

Η Λιμενική Επιτροπή ενδιαφερόμενη διά τον λιμένα του Βόλου, οφείλει πάραυτα να λάβη όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα διά την συντήρησιν αυτού και εν πρώτοις η συγκρότησις συνεργείου ειδικού είναι επιβεβλημένη, να παρασχεθούν δε εις αυτό τα μέσα διά των οποίων θα δυνηθή να καθαρισθή το λιμάνι. Τούτο πρέπει να γίνει το ταχύτερον, διότι άλλως ο λιμήν του Βόλου με την πάροδον του χρόνου και με την αδιαφορίαν των αρμοδίων, θα επιχωματωθή τόσον ώστε να δυσκολεύεται η κίνησις των πλοίων.

Εξ άλλου το Λιμεναρχείον πρέπει και δύναται να εμποδίση, όπως μη ρίπτονται ακαθαρσίες ες τον λιμένα, είτε παρά των κατοίκων, είτε εκ των ιστιοφόρων και πλοίων γενικώς» (30/3/1923).

Την επομένη ακολουθεί νέο δημοσίευμα, που μας πληροφορεί για τις εξελίξεις στο θέμα των λιμενικών έργων, που δρομολογούνται σε νέα βάση. Η Λιμενική Επιτροπή επαναλαμβάνει συγκροτημένα την προσπάθεια, γνωρίζοντας την αναγκαιότητά τους και ειδικότερα την εκβάθυνση της λιμενολεκάνης, τη διαπλάτυνση της προβλήτας, την οικοδόμηση αποθηκών λιμένος, τη σιδηροδρομική σύνδεση και όποια άλλη παρέμβαση κρινόταν απαραίτητη. Η κλήση ειδικού μηχανικού – λιμενολόγου, η υποβολή του αιτήματος στο αρμόδιο υπουργείο και οι πρώτοι οικονομικοί προϋπολογισμοί δείχνουν τη διάθεση για να προχωρήσουν τα πράγματα. Υπήρχαν βέβαια κάποια προβλήματα συναλλάγματος με τις αγορές του εξωτερικού, που φρέναραν τις εξελίξεις, αλλά ήδη προκρίνονταν ορισμένα ακόμη «περιφερειακά» λιμενικά έργα και αναζητούνταν ειδικό «βορβοροφάγο» πλωτό μέσον (φαγάνα) για την εκβάθυνση του λιμανιού. Ας δούμε το ενδιαφέρον δημοσίευμα:

«Διά τα λιμενικά έργα – Αι γενόμεναι εργασίαι

Σχετικώς με τα λιμενικά έργα με τα οποία κατ’ επανάληψιν ησχολήθημεν, έχομεν τας κάτωθι πληροφορίας, παρασχεθείσας ημίν υπό αρμοδίας πηγής.

Προ μηνών η λιμενική επιτροπή εκάλεσε ειδικόν λιμενολόγον – τον μόνον άλλως τε εν Ελλάδι – και ανέθεσεν εις αυτόν την σύνταξιν σχεδίου επί τη βάσει του οποίου θα ανεκαινίζετο ο λιμήν μας. Το καταρτισθέν σχέδιον υπεβλήθη εις το υπουργείον προς έγκρισιν και εφαρμογήν εν ευθέτω καιρώ, σύγκειται δε εκ των εξής: Διαπλάτυνσις του προβλήτος (Κεφαλόσκαλον) εις το διπλάσιον τουλάχιστον και εκσκαφή του πυθμένος ένθεν κακείθεν τούτου. Επί του προβλήτος θα οικοδομηθούν αποθήκαι και θα στρωθή σιδηροδρομική γραμμή, ήτις θα ενούται μ τον θεσσαλικόν, διά την ευκολωτέραν μεταφοράν των εμπορευμάτων. Το σχέδιον περιέχει και άλλας τεχνικάς λεπτομερείας, διά της εφαρμογής δε τούτου εξ ολοκλήρου ο λιμήν του Βόλου θα γίνη αντάξιος του προορισμού του. Η κίνησις εντός αυτού πλοίων θα είναι άνετος εις το τριπλάσιον της σημερινής. Η όλη δαπάνη, σύμφωνα προς το συνταχθέν σχέδιον και κατά την προ επταμήνου αξίαν της λίρας, υπελογίσθη εις 12 εκατομμύρια δραχμών, με την σημερινήν όμως συναλλαγματικήν διαφοράν θα υπερβαίνη τα 20 εκατομμύρια δραχμών. Η έναρξις κατασκευής σοβαρών λιμενικών έργων δεν εγένετο λόγω της ανωμαλίας την οποίαν παρουσιάζει το συνάλλαγμα επί τη βάσει του οποίου δεν κρίνεται σήμερον σκόπιμος η παραγγελία υλικών εις το εξωτερικόν. Εις το μεταξύ η Λιμενική Επιτροπή προέβη εις ενεργείας διά την κατασκευή εξωτερικών έργων του λιμένος. Ταύτα είναι η επέκτασις του λιμενικού κρηπιδώματος πέραν του Αγίου Κωνσταντίνου, η ανακρηπίδωσις της παραλίας Γεωργίου Α’ και κατασκευή πάρκου επ’ αυτής και τέλος η ασφαλτόστρωσις της παρά το Δημοτικόν Θέατρον παραλιακής πλατείας. Το υπουργείον ενέκρινε προς το παρόν την ασφαλτόστρωσιν της ανωτέρω πλατείας ήτις ήρχισεν ήδη και της οποίας η δαπάνη θα ανέλθη εις 800 χιλιάδας δραχμών.

Ως προς την μεταφοράν ενταύθα βορβοροφάγου διά την καθαριότητα του πυθμένος του λιμένος μας εδόθη η πληροφορία ότι τοιούτον μηχάνημα διαθέσιμον εις Πειραιά δεν υπάρχει και ότι η εργασία αυτή – της καθαριότητος του λιμένος – θα απαιτήση περί τα 7 εκατομμύρια δραχμών» (ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 1/4/ 1923).

Είναι προφανές πως η Λιμενική Επιτροπή, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, επανέρχεται για την υλοποίηση των αναγκαίων λιμενικών έργων, που ήδη μετρούν τρεις ματαιώσεις. Το ζήτημα δείχνει να παίρνει τον δρόμο του σε μια νέα αντιμετώπισή του που να γίνεται εφικτή στα δεδομένα της εποχής. Βέβαια οι εξελίξεις πηγαίνουν με βραδείς ρυθμούς, καθώς προχωρούμε πια στα 1924 και όλα βρίσκονται ακόμη στο στάδιο των συζητήσεων και των προτάσεων. Σημειώνει χαρακτηριστικά η Β. Χαστάογλου: «Ομως λίγο μετά το 1924, μια πιο μετριοπαθής μελέτη συντάσσεται από τον Αγγελο Γκίνη, καθηγητή της Εδρας Λιμενικών Εργων στο ΕΜΠ, ο οποίος σχεδίασε την περίοδο εκείνη τα περισσότερα λιμάνια της χώρας, όπως της Θεσσαλονίκης. της Καβάλας, της Μυτιλήνης, του Ναυπλίου κ.ά.

Με βάση τη μελέτη αυτή η Λιμενική Επιτροπή αποφάσισε τον Μάιο του 1924 την εκσκαφή του λιμένος σε βάθος 9μ. και τη διαπλάτυνση της κεντρικής προβλήτας από 60 σε 110 μ. ώστε να παραλάβει στο μέλλον όλες τις λιμενικές και τελωνιακές εγκαταστάσεις, την επισκευή και συμπλήρωση του κυματοθραύστη, την επισκευή των ξύλινων υποστέγων της μεγάλης προβλήτας και των υποστέγων στο παλιό τελωνείο. Επίσης αποφάσισε την επισκευή των κρηπιδωμάτων της πλατείας Γεωργίου Α’, τη συντήρηση της παραλιακής οδού, τη συντήρηση των χειμάρρων Κραυσίνδωνα και Αναύρου και την ισοπέδωση της πλατείας Γεωργίου Α’». (8)

Ανάλογο είναι και το δημοσίευμα στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ στις 6/5/1924, που εκτός από τα έργα που σημειώθηκαν πιο πάνω αναφέρεται και η κατασκευή οργανωμένης ιχθυαγοράς (9), αφού έως τότε υπήρχαν μόνο άθλια παραπήγματα που χαλούσαν την εικόνα της παραλίας, της «βιτρίνας» δηλαδή του λιμανιού.

Διαβάζουμε σχετικά:

«Μελετάται η εκτέλεσις λιμενικών έργων

Κατά την προχθεσινήν συνεδρίασιν της Λιμενικής Επιτροπής συνεζητήθη η παραχώρησις της πλατείας Γεωργίου του Α’ εις την εξωραϊστικήν εταιρείαν προς δενδροφύτευσιν. Επίσης συνεζητήθη κατόπιν σχετικών αιτήσεων η κατασκευή ιχθυαγοράς, προεκτεινομένου του προ των νυν ιχθυοπωλείων κρηπιδώματος εντός της θαλάσσης κατά σύστημα ευρωπαϊκόν. Επί αμφοτέρων των ζητημάτων ουδεμία ελήφθη απόφασις προκειμένου ταύτα να συζητηθώσιν ευρύτερον εις νέαν συνεδρίασιν εις ην θα κληθούν και ειδικοί μηχανικοί. Μετ’ ολίγας ημέρας συνέρχεται εκ νέου η λιμενική επιτροπή, όπως λάβη οριστικάς αποφάσεις επί της επεκτάσεως του κρηπιδώματος προς Αναυρον, συμπληρώσεως του λιμενοβραχίονος και εκβαθύνσεως του λιμένος μας. Πιθανόν να συζητηθή και η εκβάθυνσις των χειμάρρων Αναύρου και Κραυσίνδωνος» (ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 6/5/1924).

Τελικά τα λιμενικά έργα αρχίζουν το 1925 με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης ανάμεσα στη Λιμενική Επιτροπή και την εργολήπτρια εταιρεία, αλλά και την έλευση των πλωτών μέσων για την εκβάθυνση της λιμενολεκάνης. Στη στήλη «μικραί ειδήσεις» της εφημερίδας ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ διαβάζουμε:

«Τα λιμενικά έργα

Κατέπλευσεν χθές εις τον λιμένα μας εκ Πειραιώς, βορβοροφάγος μετά δύο βοηθητικών πλοιαρίων, προκειμένου να αρχίσουν κατ’ αυτάς αι εργασίαι διά την εκβάθυνσιν του λιμένος» (14/5/1925).

Για την ολοκλήρωση των έργων υπολογίστηκε ότι θα χρειάζονταν δύο χρόνια, αλλά σύντομα δόθηκε παράταση ενός χρόνου. Τελικά περατώθηκαν στα 1930 – ‘31 με αρκετές καθυστερήσεις και διαφωνίες ανάμεσα στη Λιμενική Επιτροπή και την ανάδοχο εταιρεία, που αναγκαστικά επιμήκυναν τον χρόνο εκτέλεσής τους. Σημειώνει πάλι η Β. Χαστάογλου:

«Το 1925 υπογράφτηκε σύμβαση για την εκβάθυνση του λιμένος και την διαπλάτυνση της προβλήτος με τον εργολάβο Αριστοτέλη Σακελλαρόπουλο, εκπρόσωπο της εταιρείας ΕΡΘΑ, γνωστής για τα έργα της στα λιμάνια της Καλαμάτας (1930), της Καβάλας (1929), της Μυτιλήνης (1927-31), το Κατάκωλο και το Ναύπλιο.

Για τον σκοπό αυτό η Λιμενική Επιτροπή αποφάσισε το 1926 η σύναψη δανείου 10.000.000 δρχ. από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1931, αφού όμως μεσολάβησαν οξύτατες διαφορές ανάμεσα στην εταιρεία και το Λιμενικό Ταμείο για την επίλυση των οποίων το υπουργείο Συγκοινωνίας μετακάλεσε τον Ιταλό λιμενολόγο Γκάλι, να αποφανθεί για τη διαφορά…» (10).

Επειτα από περιπέτειες και διαδοχικές αναβολές, που κράτησαν πάνω από μια δεκαετία, τα απαραίτητα λιμενικά έργα, έστω και με καθυστέρηση, ολοκληρώθηκαν στην αρχή της δεκαετίας του ’30. Το λιμάνι του Βόλου απόκτησε σύγχρονη, λειτουργική όψη, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών, εξυπηρετώντας πλέον ικανοποιητικά τις αυξανόμενες ανάγκες της ναυτιλίας και του εμπορίου. Βελτιωμένο πορεύτηκε στην τελευταία προπολεμική δεκαετία, έως ότου το ισοπεδωτικό πέρασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επέφερε, όπως και σε άλλα λιμάνια, ολοκληρωτική καταστροφή, με επακόλουθο τη ριζική ανασυγκρότησή του μετά την απελευθέρωση της χώρας και με έργα που κράτησαν για μια περίπου δεκαετία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(8) Β. Χαστάογλου οπ. π. σελ. 89.

(9) Για την κατασκευή της νέας σύγχρονης για την εποχή ιχθυαγοράς έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε παλιότερα σημειώματά μας στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ στις 10 και 17/2/2013.

(10) Β. Χαστάογλου οπ. π. σελ. 89-90.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
3
=