Το ναυάγιο του φορτηγού πλοίου Αίγλη

Τελευταία ενημέρωση: 2020-02-17, 19:59:16
Οι φαροφύλακες της Ψαθούρας διέσωσαν τον μοναδικό επιζώντα από το πλοίο Αίγλη
Το ναυάγιο του φορτηγού πλοίου Αίγλη

Στα χρονικά των σημαντικών ναυαγίων, που σημειώθηκαν στις θάλασσες του νομού Μαγνησίας, Παγασητικός, αιγαιοπελαγίτικες ακτές Πηλίου, Β. Σποράδες, και που συνοδεύτηκαν από ανθρώπινες απώλειες, καταγράφεται και πολύνεκρη τραγωδία στα νερά της νησίδας Ψαθούρα, τον Φεβρουάριο 1963. Ο λόγος για τη βύθιση του φορτηγού πλοίου μεταφοράς μεταλλεύματος Αίγλη, που είχε ως αποτέλεσμα να απολεσθεί όλο το πλήρωμα, με μοναδικό διασωθέντα τον ασυρματιστή του. Ας δούμε το οδυνηρό συμβάν στις λεπτομέρειές του, καθώς πρόκειται για πολύνεκρη τραγωδία, που συγκλόνισε τότε την κοινή γνώμη.

***

Το Αίγλη ήταν μάλλον παλιό καράβι, ηλικίας 42 χρόνων, ναυπηγημένο το 1921, ολικής χωρητικότητας 1.964 κόρων και ανήκε στη ναυτιλιακή εταιρεία Γαβριήλ Πατρικίου - Ιω. Σκούφαλου. Ξεκίνησε φορτωμένο γιουγκοσλαβικής προέλευσης σιδηροπυρίτη, από την ελευθέρα ζώνη του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, το απόγευμα της 24ης Φεβρουαρίου 1963, με προορισμό την Αίγυπτο, όπως πληροφορούμαστε σε αδρές γραμμές το γεγονός, από τις σελίδες του βιβλίου «Ναυάγια στις Ελληνικές Θάλασσες» του αντιναυάρχου Λ.Σ. Χρ. Ντούνη, εκδ. Finatec, 2001 (β΄ τόμος, σελ. 85 - 86). Το πλήρωμά του αποτελούνταν από 23 άτομα, οι μισοί περίπου από τη Χίο. Στις 8:30 περίπου εξέπεμψε το πρώτο SOS, καθώς είχε πέσει σε σφοδρή φουρτούνα και σημειώθηκε αυξανόμενη κλίση, που μπορεί να επέφερε ανατροπή. Στις 11:30 στάλθηκε το τελευταίο σήμα, κάτι που βεβαίωνε τη βύθιση του πλοίου. Τα παραπλέοντα πλοία έσπευσαν για βοήθεια, δυστυχώς δίχως να προφθάσουν. Οι σωσίβιες λέμβοι δεν καθαιρέθηκαν, λόγω της κλίσης που είχε πάρει το καράβι. Το Αίγλη ανετράπη, συμπαρασύροντας στον υγρό τάφο όλα τα μέλη του πληρώματός του, εκτός από τον ασυρματιστή του, Μιχάλη Κάκαρη, ο οποίος έπειτα από πολύωρη πάλη με τα κύματα έφθασε σε βραχώδη ακτή της Ψαθούρας, όπου τον περιμάζεψαν τραυματισμένο οι φαροφύλακες το επόμενο πρωί.

***

Τόσο σοβαρό γεγονός δεν ήταν δυνατόν να μην αποτελέσει για κάμποσες μέρες πρώτο θέμα στις τοπικές εφημερίδες. Το κεντρικό, εκτενέστατο πρωτοσέλιδο του ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ, δύο μέρες μετά το συμβάν (Τρίτη 26/2/63), καταδεικνύει το μέγεθος της τραγωδίας:

«Θαλάσσια τραγωδία βορείως της Σκοπέλου. Επνίγησαν 21 ναυτικοί βυθισθέντος πλοίου. Εις μόνον διεσώθη. Μεταφέρεται σήμερον πρωί εις Βόλον. Θαλασσοταραχή και ανατροπή του πλοίου. Αι γνωσθείσαι μέχρι της νυκτός λεπτομέρειαι του δραματικού ναυαγίου. Ακαρποι όλαι αι έρευναι υπό σκαφών και αεροπλάνων». Αναφέρονται στη συνέχεια τα στοιχεία του καραβιού και οι πιθανές αιτίες του ναυαγίου, όπως και τα ονόματα των μελών του πληρώματος. Οι έρευνες για τυχόν ανεύρεση επιζώντων ή υπολειμμάτων του ναυαγίου συνεχίζονταν από σκάφη και αεροπλάνα, αν και οι καιρικές συνθήκες ήταν τέτοιες, που δυσχέραιναν αφάνταστα τις προσπάθειες. Σφοδρή κακοκαιρία μαινόταν εκείνες τις μέρες σε ολόκληρη τη χώρα, με αποτέλεσμα να προκύψουν και άλλες περιπτώσεις ναυαγίων με ή δίχως ανθρώπινες απώλειες σε πολλά σημεία του Αιγαίου. Ο χειμώνας του 1962 –‘63, άλλωστε, υπήρξε ιδιαίτερα βαρύς.

Οι πρώτες πληροφορίες για το συμβάν ήταν συχνά ασαφείς ή αντικρουόμενες και έφθαναν με καθυστέρηση λόγω της απομακρυσμένης περιοχής της βύθισης. Οι ελπίδες για ανεύρεση επιζώντων, όσο περνούσαν οι ώρες, ελαχιστοποιούνταν, όπως και το θετικό ενδεχόμενο το πλοίο να πόδισε σε κάποιον απάνεμο όρμο των ερημονήσων, κάτι που σχεδόν αποκλείστηκε εξαρχής. Ο ναυαγός, αφού δέχτηκε τις πρώτες περιποιήσεις από τους φαροφύλακες, μεταφέρθηκε στο πλοίο Ελένη Μ. για την παροχή καλύτερης βοήθειας, αφού ήταν τραυματισμένος και αναμενόταν ελικόπτερο του στρατού να τον παραλάβει, το οποίο, όμως, υπέστη βλάβη και κινδύνευσε να καταπέσει στη Σκιάθο, γυρίζοντας τελικά άπρακτο στη βάση του. Ετσι, ο διασωθείς διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Βόλου με το πολεμικό σκάφος Μαχητής, που συμμετείχε στις έρευνες.

Αλλά και τις επόμενες ημέρες το θέμα του ναυαγίου ήταν πρωτοσέλιδο στον τοπικό Τύπο. Πιθανολογούνται κάποια αίτια της βύθισης και βγαίνει στο φως άλλη παράμετρος, που ίσως να συνέβαλε στο γεγονός. Το Αίγλη, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε προσαράξει στα αβαθή του Κερατσινίου και στη συνέχεια είχε ανελκυσθεί και επισκευαστεί, αλλά εκφράζονταν φόβοι μήπως προκλήθηκε νέο ρήγμα από τη βιαστική εκτέλεση των επισκευών, αφού έπρεπε να εκτελέσει το μοιραίο ταξίδι. Η παλαιότητα του πλοίου και η πιθανή κακή φόρτωση του σιδηροπυρίτη, που ως χύδην φορτίο απαιτούσε ιδιαίτερες συνθήκες φόρτωσης και στοιβασίας με μπουλμέδες κ.λπ., αποτελούν τις πιθανότερες αιτίες του ναυαγίου. Ερώτημα σοβαρό υπήρξε και η μη καθαίρεση των σωσίβιων λέμβων, είτε λόγω κλίσης του καραβιού, είτε αναμένοντας τη διάσωση από τα παραπλέοντα πλοία. Η έλευση του διασωθέντα ασυρματιστή στον Βόλο και η συνακόλουθη κατάθεσή του αναμένονταν να δώσουν φως στα γεγονότα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν κατέστη άμεσα δυνατό, αφού ο τραυματίας είχε υποστεί διάσειση και σοκ και δεν ήταν σε θέση να δώσει κατατοπιστική μαρτυρία. Στο δημοσίευμα του ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ (27 - 2 - 63) επισημαίνεται επίσης «η έλλειψις οργανωμένου δικτύου διασώσεως» σε περιοχές με αυξημένη επικινδυνότητα ναυαγίων, όπως είναι οι Β. Σποράδες.

***

Οι πρώτες αφηγήσεις του ναυαγού στο Νοσοκομείο εμπεριέχουν έντονη συγκινησιακή φόρτιση και ελάχιστα διαφωτιστικές υπήρξαν για το συμβάν. Οι ανακρίσεις, που έγιναν στη συνέχεια, τόσο από τους άνδρες του Λιμεναρχείου Βόλου, όσο και από τον ειδικό ανακριτή του Ναυτικού, που κατέφθασε, πάλι δεν έδωσαν τις απαιτούμενες εξηγήσεις, μια και δεν προέκυψαν απόλυτα κατατοπιστικές. Η κατάθεση του ασυρματιστή παρουσίασε κενά και μάλλον εξακολουθούσε να τελεί σε σύγχυση και κατάσταση σοκ, ως αποτέλεσμα της περιπέτειάς του. Δήλωσε, μάλιστα, ότι έστειλε και σήμα εγκατάλειψης του πλοίου, το οποίο, όμως, ουδέποτε ελήφθη από κάποιο άλλο καράβι ή σταθμό.

Ακόμη, ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός πώς μόνον εκείνος, που έπεσε τελευταίος στη θάλασσα, όπως ισχυρίστηκε, κατάφερε να φθάσει στην Ψαθούρα, δεν απείχε πάνω από δύο μίλια, καθώς γύρω του κολυμπούσαν όλοι οι συνάδελφοί του. Ειπώθηκε τότε ότι παρουσιαζόταν στα λεγόμενά του το συνηθισμένο φαινόμενο της αναφοράς αναληθών καταστάσεων, υπό την επήρεια του σοκ από το ναυάγιο.

Παράλληλα, εντοπίστηκαν και τα πρώτα ευρήματα του ναυαγίου (28 - 2) κοντά στον κάβο Γουρούνι της Σκοπέλου, από παραπλέον σκάφος, αλλά δεν ήταν δυνατή η περισυλλογή, λόγω της θαλασσοταραχής που επικρατούσε, ώστε να εξακριβωθεί η προέλευσή τους.

Την 1η Μαρτίου δημοσιεύεται και η επίσημη ανακοίνωση του Υ.Ε.Ν., πως το βυθισθέν πλοίο πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις αξιοπλοΐας, διέθετε κανονική σύνθεση πληρώματος και είχε επιθεωρηθεί πρόσφατα. Ακόμη και η φόρτωση εκτελέστηκε σύμφωνα με τους κανονισμούς, η φορτωθείσα ποσότητα υπολειπόταν του πλήρους φόρτου και η γραμμή φορτώσεως βρισκόταν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο σιδηροπυρίτης ήταν στεγνός και δεν υπήρχε κίνδυνος μετατόπισής του. Ο ασυρματιστής Κάκαρης διακομίστηκε σε κλινική του Πειραιά, αφού έδωσε πρόσθετη κατάθεση στον λιμενάρχη Βόλου και ο τελευταίος θα μετέβαινε κατόπιν στην Ψαθούρα για να πάρει καταθέσεις και από τους φαροφύλακες του νησιού. Η κακοκαιρία, όμως, τον ανάγκασε να παραμείνει για 5 μέρες αποκλεισμένος στη Στενή Βάλα Αλοννήσου.

***

Τα μακάβρια ευρήματα δεν άργησαν να παρουσιαστούν τις επόμενες μέρες. Συνολικά περισυλλέγησαν 12 σοροί μελών του πληρώματος του Αίγλη από 3 έως 7 Μαρτίου. Οι περισσότεροι βρέθηκαν στις ακτές της Β - ΒΑ Εύβοιας, στο Μαντούδι, την Αγ. Αννα και το Πευκί, ενώ 4 ανασύρθηκαν από παραλίες της Σκιάθου (Καστρί, Ξάνεμο) ή της Σκοπέλου. Στις 5/3/63, στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, εκτός του ρεπορτάζ για τις έρευνες του ναυαγίου, δημοσιεύεται και επιστολή του δικηγόρου Γανωτή για εγκατάσταση κέντρου διάσωσης ναυτικών και ναυτικού παρατηρητηρίου στην Κυρά Παναγιά, δεδομένου ότι η περιοχή είναι επικίνδυνη και απομακρυσμένη. Μάλιστα, ο επιστολογράφος αναφέρεται στο ναυάγιο του τρικεριώτικου σπογγαλιευτικού Δόξα, έξι χρόνια πρωτύτερα, στα Γιούρα.

Ο λιμενάρχης Βόλου Σκιαδάς κατάφερε επιτέλους να μεταβεί στην Ψαθούρα και να πάρει καταθέσεις από τους φαροφύλακες, οι οποίοι, όμως, δεν είχαν καταλάβει τίποτε από το ναυάγιο, παρά μόνο είδαν τους προβολείς των πλοίων, που ερευνούσαν την περιοχή μετά τα μεσάνυχτα, σε μικρή σχετικά απόσταση, περί τα 500 – 1.000 μέτρα.

Το πρωί βρήκαν τραυματισμένο τον μοναδικό διασωθέντα και τον περιμάζεψαν. Η μικρή απόσταση του ναυαγίου από την Ψαθούρα, μόνο 500 – 1.000 μέτρα και όχι δύο - τρία μίλια όπως αρχικά αναφέρθηκε, βεβαιώνει πως τα περισσότερα μέλη του πληρώματος του Αίγλη παρασύρθηκαν από τη δίνη της βύθισης, γιατί λόγω της μικρής απόστασης από τη νησίδα θα μπορούσαν και άλλοι κολυμπώντας να είχαν διασωθεί.

***

Τα αίτια του ναυαγίου προσδιορίζονταν, πέρα από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, σε δύο σημεία: Στην κακή φόρτωση του μεταλλεύματος και σε πιθανή ρωγμή των υφάλων του πλοίου. Το χύδην φορτίο απαιτούσε, όπως προαναφέραμε, τοποθέτηση διαφραγμάτων (μπουλμέδων) στα αμπάρια, ώστε να συγκρατείται η μετατόπισή του στη φουρτούνα, κάτι που δεν είχε γίνει, ενώ η έκθεση του σιδηροπυρίτη σε υπαίθριο χώρο της ελευθέρας ζώνης του λιμανιού της Θεσσαλονίκης και η διαβροχή του αύξησαν την ρευστότητά του. Ακόμη, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, το Αίγλη είχε προσαράξει στον Πειραιά, όπου είχε υποστεί κάποιες ζημιές γι’ αυτό και πραγματοποιήθηκε δεξαμενισμός για την επισκευή τους, αλλά ίσως οι εργασίες δεν εκτελέστηκαν με την απαιτούμενη προσοχή, λόγω των μεταφορικών υποχρεώσεων του πλοίου και ολοκληρώθηκαν βιαστικά.

Σύμφωνα με δημοσίευμα στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ του Βόλου στις 6/6/1964, μετά από την περάτωση των ανακρίσεων, απαγγέλθηκαν κατηγορίες για το ναυάγιο σε βαθμό πλημμελήματος στην πλοιοκτήτρια εταιρεία, στον λιμενάρχη και άλλους λιμενικούς του Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, στον υπεύθυνο φόρτωσης, σε Γιουγκοσλάβους υπαλλήλους της ελευθέρας ζώνης και σε όσους ακόμη εμπλέκονταν, με την υπόθεση να εκδικάζεται στον Βόλο, αφού το τραγικό συμβάν σημειώθηκε στα διοικητικά όρια, έστω και στα απώτερα, του νομού Μαγνησίας και της δικαιοδοσίας του τοπικού Λιμεναρχείου. Οπως φαίνεται, οι κατηγορούμενοι είτε αθωώθηκαν, είτε έπεσαν στα «μαλακά», γεγονός που προκάλεσε την αναψηλάφηση της υπόθεσης με διεξαγωγή περαιτέρω ανακρίσεων και κλήση επιπλέον μαρτύρων, έπειτα από έφεση κατά της αρχικής απόφασης από τη σύζυγο του απολεσθέντος ναύκληρου του πλοίου, όπως αναφέρεται σε εκτενές δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ στις 21/1/1967, κοντά τέσσερα χρόνια μετά το τραγικό συμβάν.

Οποια και αν υπήρξε η τελική απόφαση των δικαστηρίων, με την απονομή της δικαιοσύνης, δεν έχει, θαρρώ, ιδιαίτερη σημασία, άλλωστε οι κατηγορίες αφορούσαν σε πλημμελήματα. Σίγουρα αν είχαν αποφευχθεί παραλείψεις και λάθη, πιθανότατα να μην είχε σημειωθεί ετούτο το τραγικό ναυάγιο, το πιο πολύνεκρο στις θάλασσες της Μαγνησίας.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
4
+
8
=