Γρηγόρης Καρταπάνης: Φάροι, οι φωτεινοί σηματοδότες της θάλασσας

Τελευταία ενημέρωση: 2019-04-01, 18:35:47
Φάρος Τρίκερι
Γρηγόρης Καρταπάνης: Φάροι, οι φωτεινοί σηματοδότες της θάλασσας

Η αναγκαιότητα των φάρων για την ασφαλή ναυσιπλοΐα είναι δεδομένη. Καθοδηγούν τα πλεούμενα στους θαλασσινούς δρόμους, αποτρέποντας ναυάγια ή άλλες δυσάρεστες καταστάσεις. Για αυτό και η όψη ενός φάρου θεωρείται συνώνυμο της σιγουριάς και της ελπίδας. Θα επιχειρήσουμε μια καταγραφή γενικών πληροφοριακών στοιχείων, μαζί με ορισμένες, στατιστικής φύσης, επισημάνσεις, ώστε να δοθεί μια όσο το δυνατόν πληρέστερη, αλλά σύντομη παρουσίαση του θέματος.

Ονοματολογικά – Κατηγορίες φάρων

Στον «Φαροδείκτη Ελληνικών Ακτών», τον επίσημο κατάλογο με όλα τα στοιχεία των φάρων του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου, που εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από την Υδρογραφική Υπηρεσία και την Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, για ναυτιλιακή χρήση, σημειώνεται εξαρχής ότι «οποιοδήποτε ναυτιλιακό βοήθημα εκπέμπει διακριτικό φως και επισημαίνει προκαθορισμένο γεωγραφικό σημείο» ονομάζεται πυρσός. Η ονομασία φάρος οφείλεται στην ομώνυμη νησίδα της Αλεξάνδρειας, όπου υπήρχε ο μεγαλύτερος πυρσός της αρχαιότητας κι ένα από τα εφτά θαύματα του κόσμου. Οι πυρσοί διακρίνονται σε φάρους, με μεγαλύτερη φωτιστική εμβέλεια που χρησιμεύουν για την πελαγοδρομία και την ακτοπλοΐα και σε φανούς λιμένων, μικρότερης φωτοβολίας, σε διαύλους και εισόδους όρμων, αγκυροβολίων ή λιμανιών.

Επίσης υπάρχουν οι φωτοσημαντήρες (φανοί σε σημαδούρες), φανοί κατευθύνσεων κι ευθυγραμμίσεως, για ασφαλή διέλευση σε διαύλους και αβαθή. Παλιότερα υπήρχαν και τα καραβοφάναρα, δηλαδή αγκυροβολημένα καράβια με φωτεινή σήμανση, όπως χρησιμοποιούνται σήμερα οι πλωτές σχεδίες. Ως προς την μορφή του εκπεμπόμενου φωτιστικού σήματος τους διακρίνουμε σε σταθερούς, αναλάμποντες, σπινθηρίζοντες, σε μια ευρύτατη ποικιλία συνδυασμών, όπως αναλυτικά καταγράφονται και απεικονίζονται στη σελίδα XΙV του «Φαροδείκτη». Ενας άλλος διαχωρισμός, που δεν υφίσταται σήμερα, είναι εκείνος σε «τάξεις», ανάλογα με την απόσταση του οπτικού συστήματος από το φως (εστιακή απόσταση). Τους ξεχωρίζουμε ακόμη σε αυτόματους (ανεπιτήρητους) κι επιτηρούμενους, όταν στον φάρο διαμένει μόνιμα φαροφύλακας. Σήμερα, με τον εκσυγχρονισμό και την ηλιακή ενέργεια στους επιτηρούμενους φάρους ο υπεύθυνος φαροφύλακας τους επισκέπτεται σε καθορισμένα διαστήματα ή παρεμβαίνει σε περίπτωση προβλήματος. Μόνιμα επανδρωμένοι φάροι παραμένουν ελάχιστοι, κυρίως σε ακριτικές περιοχές.

Από τα καυσόξυλα στα φωτοβολταϊκά

Πραγματικά ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των υλικών τροφοδοσίας για τη λειτουργία των φάρων. Ως τα τέλη περίπου του 18ου αιώνα χρησιμοποιούνταν ξύλα, κάρβουνα ή ρετσίνι. Εννοείται ότι το φως ήταν πάντοτε σταθερό και ενίοτε προβληματικό. Η χρήση του λαδιού και κυρίως του πετρελαίου οπωσδήποτε αναβαθμίζει τις φωτιστικές δυνατότητες και τα υλικά αυτά αποτελούν τα αποκλειστικά καύσιμα στη συνέχεια. Παράλληλα κατά τον 19ο αιώνα παρατηρούνται βελτιώσεις στην ένταση και την κατεύθυνση του φωτός, με ειδικά περιστροφικά συστήματα κατόπτρων, ώστε να διακρίνονται οι φάροι μεταξύ τους.

Στα 1800 ο Καρσέλ εφαρμόζει τη μηχανική λυχνία, το 1819 ο Φρέσνελ το κατοδιοπτρικό σύστημα και το 1825 ο Λεπότ ρυθμίζει την ταχύτητα περιστροφής. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζεται το σύστημα πυράκτωσης ατμών πετρελαίου, που δίνει εντονότερο φως. Πρωτοποριακή θεωρείται η τροφοδοσία των φάρων με ασετιλίνη από τη σουηδική εταιρεία AGA, η οποία οδηγεί στην αυτοματοποίηση των φάρων δίχως την παρουσία φαροφύλακα. Δεν απαιτούνταν συχνός ανεφοδιασμός σε φιάλες αερίου και οι μηχανισμοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα αξιόπιστοι, ενώ παράλληλα βελτιώθηκε και η φωτοβολία. Την τελειοποίηση των φάρων ασετιλίνης ολοκλήρωσε ο μηχανικός της AGA Γκούσταφ Νταλέν το 1911.

Για πολλές δεκαετίες πετρέλαιο και ασετιλίνη αποτελούσαν το αποκλειστικό δίδυμο για τη λειτουργία των φάρων, έως ότου ξεκίνησε η ηλεκτροδότηση. Αρχικά καταργήθηκε το πετρέλαιο και αργότερα (στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80), με τη συστηματική εφαρμογή της ηλιακής ενέργειας αποσύρθηκε και η ασετιλίνη. Τώρα παρατηρούμε πως όλοι σχεδόν οι φάροι δίπλα στο φωτιστικό τους φέρουν φωτοβολταϊκές πλάκες, απλοποιώντας περισσότερο τα πράγματα κι εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα.

Στιγμές του ελληνικού φαρικού δικτύου

Στο νέο Ελληνικό Κράτος ο πρώτος φάρος (φανός λιμένος) λειτούργησε στην Αίγινα το 1827, για να ακολουθήσουν το 1831 άλλοι δύο στις Σπέτσες και την Κέα. Το 1834 χρονολογείται ο πρώτος μεγάλης εμβέλειας φάρος με ψηλό πέτρινο πύργο, στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου. Το δίκτυο αυξήθηκε στη δεκαετία του 1850 με τους φάρους Ψυτάλλειας και Φάσσας Ανδρου (1856) και Αγ. Σώστη Μεσολογγίου και Κραναής Γυθείου το 1859. Μάλιστα στην Ανδρο τοποθετήθηκε το πρώτο περιστροφικό μηχάνημα. Η ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων το 1864 προσέθεσε άλλους 15 φάρους κατασκευασμένους από τους Αγγλους (1822 - 1859). Η προσάρτηση της Θεσσαλίας ενέταξε ακόμη δύο, στον Παγασητικό, τον φάρο Σέσκλο στα Πευκάκια και εκείνον στο Τρίκερι, κατασκευής του 1864, από τη Γαλλική Εταιρεία Οθωμανικών Φάρων. Ετσι αισίως το 1887 μαζί με εκείνους που συνεχώς κατασκευάζονταν από το Ελληνικό Κράτος, το δίκτυο έφθασε τους 49. Η αύξηση ακολούθησε ραγδαία, καθώς το 1912 έγιναν 149 και δύο χρόνια αργότερα στον φαροδείκτη του 1914 απαριθμούνται στους 206. Σε αυτούς θα προστεθούν και οι 35 από τις εδαφικές ανακτήσεις των Βαλκανικών Πολέμων. Το 1940 φάροι και φανοί φθάνουν τους 388, αλλά στην Απελευθέρωση, το 1944, παραμένουν σε λειτουργία μόνο 28, από τους οποίους οι 19 ήταν επιτηρούμενοι. Ανάμεσά τους και ο φάρος Σέσκλο στα Πευκάκια Βόλου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανδρέα Καραχότζα, γιου φαροφύλακα. Η επανασυγκρότηση υπήρξε κοπιώδης και χρονοβόρα, έως ότου ολοκληρωθεί η αποκατάσταση με συνεχόμενη αύξηση, στις επόμενες δεκαετίες, του αριθμού των φάρων. Σήμερα (στοιχεία ώς το 2015) φάροι, φανοί, φωτοσημαντήρες κ.ά. φτάνουν τους 1.552.

Στους πρώτους φάρους και σε όλο το 19ο αιώνα χρησιμοποιούνταν για τη λειτουργία τους το πετρέλαιο, αν και ώς τα 1885 μάλλον υπήρχαν και ορισμένοι που έκαιγαν λάδι. Στα 1912 παραγγέλθηκαν πιλοτικά 9 αυτόματοι AGA, ασετιλίνης, αλλά τοποθετήθηκαν, λόγω του πολέμου, αργότερα ώς τον Νοέμβριο του 1914. Η αξιοπιστία τους οδήγησε στην αγορά και άλλων τα επόμενα δύο χρόνια κι έφτασαν τους 25. Να σημειώσουμε ότι φάροι πετρελαίου υπήρχαν ώς το 1995(!) και ασετιλίνης ώς το 2002. Μεταπολεμικά άρχισε και η ηλεκτροδότηση φάρων, κυρίως σε φανούς λιμένων, όπου ήταν εύκολη η πρόσβαση του δικτύου, ενώ από το 1980 εφαρμόστηκε η παροχή ηλιακής ενέργειας για τη λειτουργία τους, που στα 1998 είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Σήμερα από τους 1.552 φάρους, φανούς κλ.π. περίπου το 80% είναι ηλιακοί και οι υπόλοιποι ηλεκτρικοί.

Φωτοβολία – Εστιακό ύψος

Φωτοβολία είναι η απόσταση, από την οποία γίνεται ορατό το χαρακτηριστικό φωτεινό σήμα του φάρου. Η καθαρότητα της ατμόσφαιρας και το μάτι του παρατηρητή αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες. Συνήθως λαμβάνονται υπόψη οι μέσες συνθήκες.

Εστιακό ύψος είναι η απόσταση του φωτιστικού του φάρου από το επίπεδο της θάλασσας. Και τα δύο αποτελούν πρωταρχικά στοιχεία (μετά το χαρακτηριστικό φωτιστικό σήμα) κάθε φάρου κι επισημαίνονται στον «φαροδείκτη». Μέσα από τις σελίδες του τελευταίου ανιχνεύσαμε εκείνους με τη μεγαλύτερη φωτοβολία, αλλά και το υψηλότερο εστιακό ύψος.

Φωτοβολία 25 μιλίων: Φάσσα Ανδρου, Γρηά Ανδρου, Κοκκινόπουλο Ψαρών, Παπάς Ικαρίας, Ψυτάλλεια.

24 μίλια: Δουκάτο Λευκάδας, Γερογόμπος Κεφαλονιάς, Κασσάνδρα Χαλκιδικής, Αλεξανδρούπολη, Ακρωτήρι Θήρας.

23 μίλια: Κάβο Σίδερος Κρήτης.

22 μίλια: Αρμενιστής Μυκόνου, Παραπόλα, Σαπιένζα, Ταίναρο, Σκινάρι Ζακύνθου, Δρέπανο, Πλάκα Λήμνου.

21 μίλια: Οθωνοί, Ψαρομύτα Κορινθιακού.

20 μίλια: Γουρούνι Σκοπέλου, Τρίκερι, Λάκκα Παξών, Δρέπανο Κρήτης, Σπαθί Κυθήρων.

Από τους φάρους της Μαγνησίας (εκτός από Γουρούνι και Τρίκερι) ιδιαίτερα ισχυροί είναι: Ψαθούρα 17 μίλια, Αργυρόνησος 16, Ρέπι Σκιάθου 12, Σηπιάδα 10, Λευτέρης 9 μίλια.

Οι δέκα φάροι που διαθέτουν το μεγαλύτερο εστιακό ύψος είναι: Φάσσα Ανδρου 201μ., Κερί Ζακύνθου 194μ., Αρμενιστής Μυκόνου 184μ., Φαλκονέρα 152μ., Αγ. Γεώργιος 145μ., Πολύαιγος Μήλου 138μ., Δία (Κρήτη) 131μ., Φαρμακονήσι 118μ., Σαπιέτζα 116μ., Σπαθί Κυθήρων 114μ.

Υπάρχουν ακόμη εννέα φάροι με εστιακό ύψος πάνω από 100 μέτρα.

Στη 16η θέση βρίσκεται ο φάρος της Σηπιάδας με 105 μέτρα.

Οι πέτρινοι φάροι

Στο Λεύκωμα του Γήση Παπαγεωργίου «Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι» απαριθμούνται 110 συνολικά φάροι με πέτρινους πύργους, οι οποίοι αποτελούν μνημεία αρχιτεκτονικής, χάρη στην περίτεχνη και στιβαρή κατασκευή τους, συνήθως σε δυσπρόσιτες περιοχές. Αρκετοί έχουν χαρακτηριστεί από τις κατά τόπους Εφορείες Νεωτέρων Μνημείων διατηρητέοι. Τα τελευταία χρόνια εκπονούνται προγράμματα αναπαλαίωσης – συντήρησης, ιδιαίτερα δαπανηρά, προκειμένου να μην επέλθει κατάρρευση. Στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Φάρων στο διαδίκτυο μνημονεύονται 120 πέτρινοι φάροι. Ομως και στις δύο περιπτώσεις περιλαμβάνονται κι εκείνοι που έχουν καταστραφεί ή παραμένουν ερειπωμένοι και δίπλα τους τοποθετήθηκαν νέες μεταλλικές φαρικές κατασκευές (Πάτρα, Βερδούγι Ευβοϊκού, Γαύδος, Ηράκλειο κ.ά.). Από μία έρευνα στον «Φαροδείκτη» (2000) οι εν λειτουργία πέτρινοι φάροι φαίνεται πως είναι γύρω στους 90. Από αυτούς στους 52 οι πύργοι τους είναι, ως προς τη διατομή τους, κυλινδρικοί, οι 30 τετράγωνοι και οι 8 οκταγωνικοί. Το κάθε είδος υπαγορεύεται από το ύψος του πύργου και τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες σε κάθε τόπο. Σταχυολογήσαμε τους 10 φάρους με τους ψηλότερους πέτρινους πύργους: Γαϊδουρονήσι Σύρου 30,1 μ., Ψαθούρα 28,9 μ., Αλεξανδρούπολη 27μ., Σπαθί Κυθήρων 25μ., Κρανάη Γυθείου 23μ., Πλάκα Λήμνου 21μ., Αρμενιστής Μυκόνου 19μ., Κασσάνδρα Χαλκιδικής 18,4 μ., Χανιά 18,2μ., Πρασούδα Κύμης 18μ.

Παρατηρούμε ότι ο φάρος της Ψαθούρας είναι ο δεύτερος ψηλότερος στην Ελλάδα. Αλλά στην εικοσάδα περιλαμβάνονται και οι φάροι Γουρούνι Σκοπέλου στη θέση 12 με 17,8μ. ύψος πύργου, Ρέπι Σκιάθου 17ος με 15 μέτρα και Τρίκερι 20ός με 14,2 μέτρα.

Αυτά τα ολίγα ενδιαφέροντα ιστορικά και στατιστικά στο πλαίσιο της ενασχόλησής μας με τους φάρους.

Υπάρχει η δυνατότητα να παραθέσουμε πλήθος ιστορικών και τεχνικών στοιχείων για τους φάρους, αλλά παραπέμπουμε τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται στα υπάρχοντα κατατοπιστικά λευκώματα. Ας παραμείνουμε εδώ στα όρια ενός απλά πληροφοριακού σημειώματος.

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
5
+
3
=