Γρηγόρης Καρταπάνης: Η βύθιση του Υ/Β Τρίτων (16 -11- 1942)

Τελευταία ενημέρωση: 2018-11-11, 22:15:35
Το Υ/Β Τρίτων που βυθίστηκε στον Κάβο Ντόρο
Γρηγόρης Καρταπάνης: Η βύθιση του Υ/Β Τρίτων (16 -11- 1942)

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΚΑΤΣΩΝΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ

Σπουδαίες υπηρεσίες προσέφεραν πράγματι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τα λιγοστά, μόλις 6 τον αριθμό και μάλλον ξεπερασμένης τεχνολογίας, υποβρύχια του Ελληνικού Πολεμικού (Βασιλικού τότε) Ναυτικού. Παρά τα συχνά προβλήματα που παρουσίαζαν λόγω παλαιότητας, γεγονός που διογκώθηκε και από την εμπλοκή των παραγγελμένων ανταλλακτικών στη Γαλλία, μετά την κατάληψή της, παρέμεναν πάντοτε ετοιμοπόλεμα και αξιόπλοα, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες και τις ευφυείς πρωτοβουλίες των τεχνικών και των πληρωμάτων τους.

Όμως υπήρξε ιδιαίτερα βαρύ και το τίμημα σε θυσίες, αφού από τα 6 που επιχειρούσαν στην αρχή του πολέμου, στην Ελλάδα επανέκαμψαν κατά την απελευθέρωση μόνο δύο, έχοντας απολεσθεί πάνω από 100 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και ναυτοδίοποι, που υπηρετούσαν σε αυτά.

Η αύτανδρη απώλεια του Υ/Β Πρωτεύς, στις 28/12/40, μετά την προσβολή ιταλικής νηοπομπής και τη βύθιση φορτηγού πλοίου από συνοδό ανθυποβρυχιακό, αποτελεί την πρώτη θυσία του στολίσκου των υποβρυχίων. Χάθηκαν και τα 48 μέλη του πληρώματος.

Μετά την αποδημία του στόλου στη Μ. Ανατολή, ακολούθησε η καταστροφή του Υ/Β Γλαύκος στον ναύσταθμο της Μάλτας, όπου βρίσκονταν για επισκευές, από αεροπορικό βομβαρδισμό στις 4/4/42. Επόμενη απώλεια, εκείνη του Υ/Β Τρίτων, την οποία θα μνημονεύσουμε στη συνέχεια, για να ολοκληρωθεί το καρέ, με το Υ/Β Κατσώνης στις 14/9/43 ανοιχτά των ακτών του Πηλίου και της Σκιάθου. Διασώθηκαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 μόνον ο Νηρέας και ο Παπανικολής, μαζί με τα Πιπίνος και Ματρώζος που παραχωρήθηκαν από τους συμμάχους στα χρόνια του πολέμου. Η συμβολή των ελληνικών υποβρυχίων υπήρξε τεράστια, με τη διενέργεια επιθετικών περιπολιών και την εκτέλεση διαφόρων αποστολών, κυρίως στο γερμανοκρατούμενο Αιγαίο.

***

Το Υ/Β Τρίτων (Υ 5), ήταν το τελευταίο που καθελκύστηκε, μαζί με το Γλαύκος το 1930, από τα γαλλικά ναυπηγεία, ολοκληρώνοντας την παραγγελία τεσσάρων ακόμη υποβρυχίων από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου προγράμματος εξοπλισμού για τα δεδομένα της εποχής. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ο Τρίτωνας εκτέλεσε συνολικά πέντε επιθετικές περιπολίες, στο Ιόνιο και την Αδριατική. Οι δύο πρώτες απέβησαν άκαρπες, αφού δεν σημειώθηκε κάποια επιτυχία. Αντίθετα στην τρίτη του εξόρμηση το ελληνικό υποβρύχιο προσέβαλε αντίστοιχο ιταλικό, δυστυχώς δίχως να επιβεβαιωθεί απόλυτα η καταβύθισή του, παρότι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του πληρώματος, δεν αμφισβητούνταν το γεγονός. Η υπόθεση έλαβε διαστάσεις, ακόμη και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με την ελληνική πλευρά να παραμένει αδικαίωτη, μιας και τα ιταλικά έγγραφα απωλειών δεν ανάφεραν κάτι σχετικό στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Η επόμενη περιπολία διεκόπη, λόγω ασθένειας του κυβερνήτη, αλλά η τελευταία (16 έως 25/3/41) υπήρξε επιτυχής με τη βύθιση του οπλιταγωγού Carnia κοντά στο Μπρίντεζι.

Ο Τρίτωνας ακολούθησε τα διασωθέντα πλοία του Ελληνικού Στόλου, μετά τη γερμανική εισβολή, κατά τη διαφυγή τους στην Αλεξάνδρεια, όπου έπειτα από δεξαμενισμό για τις απαραίτητες επισκευές, ανέλαβε και πάλι δράση. Αρχικά εκτέλεσε δύο περιπολίες (Ιούνιος 1941) στην περιοχή Ρόδου – Καστελλόριζου δίχως κάτι σημαντικό. Έπειτα από νέες επισκευές, το ίδιο καλοκαίρι, εξέδραμε στη Νότια Κρήτη (Σεπτέμβρης 1941), πάλι χωρίς να σημειωθεί κάποια επιτυχία. Η επόμενη αποστολή στην Κρήτη (22 έως 30/11), είχε σκοπό την αποβίβαση τροφίμων, φαρμάκων και άλλου υλικού και την παραλαβή Ελλήνων και Βρετανών εγκλωβισμένων στρατιωτών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ταλαιπωρημένος Τρίτωνας από τον Ιούνιο ώς το τέλος του 1941 διήνυσε 5.274 μίλια (1.533 σε κατάδυση) με συνολικά 1.210 ώρες πλού (668 σε κατάδυση). Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες επισκευές ώς τον Μάρτιο του 1942, οπότε και ανέλαβε νέα επιθετική περιπολία στο Αιγαίο, δίχως κάποια επιτυχία. Τον Μάιο (1 έως 21/5) κατέπλευσε στη Μάλτα για ανεφοδιασμό της εκεί ναυτικής βάσης (μόνο με αυτό τον τρόπο ήταν δυνατή η επικοινωνία) και την παραλαβή του πληρώματος του Υ/Β Γλαύκος που καταστράφηκε από βομβαρδισμό ένα μήνα νωρίτερα. Τον Ιούνιο εκτέλεσε νέα περιπολία στο Αιγαίο, βυθίζοντας τρία μεγάλα ιστιοφόρα (ένα στη Σαντορίνη και δύο στον Κάβο - Ντόρο), ενώ πρωτύτερα είχε αποβιβάσει στην Κρήτη ομάδα κομάντος που επέτυχαν σημαντικές δολιοφθορές με σπουδαιότερη την πυρπόληση του αεροδρομίου του Ηρακλείου.

Σε μια δύσκολη για τους συμμάχους περίοδο, με την προέλαση του Άφρικα Κορπς προς την Αλεξάνδρεια, τα ελληνικά υποβρύχια μεταστάθμευσαν στο Πορτ - Σάιντ και τη Χάιφα, με τον Τρίτωνα να περιπολεί (Ιούνιος 1942) στις αφρικανικές ακτές. Έπειτα από δίμηνη ανάπαυλα για συντηρήσεις κι επισκευές (2/8 έως 2/10/42) επανέκαμψε το ελληνικό υποβρύχιο για μια ακόμη περιπολία στο Αιγαίο, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία. 

***

 Ο Τρίτωνας ξεκίνησε από το Σουέζ στις 10 Νοεμβρίου με σκοπό αρχικά την αποβίβαση ομάδας δολιοφθορέων στις ακτές της Ν.Α. Εύβοιας και κατόπιν την ανάληψη επιθετικής περιπολίας στην περιοχή. Οι κακές καιρικές συνθήκες ανέβαλαν την προσόρμιση για την επόμενη νύχτα, 16 προς 17 Νοεμβρίου, όταν το απόγευμα το υποβρύχιο εντόπισε εχθρική νηοπομπή, αποτελούμενη από ένα φορτηγό κι ένα πετρελαιοφόρο πλοίο, αλλά και ισχυρή συνοδεία αντιτορπιλικού και δύο ειδικών ανθυποβρυχιακών σκαφών. Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω νηοπομπή υπήρχαν το γερμανικό πλέον αντιτορπιλικό Hermes που ήταν το ελληνικό Β. Γεώργιος και το ανθυποβρυχιακό UJ2102, η πρώην θαλαμηγός Μπριγκίτα του Ευγενίδη. Διατάχθηκε άμεση προετοιμασία για τορπιλική προσβολή, παρά το γεγονός ότι τα συνοδά πλοία είχαν αντιληφθεί την παρουσία του υποβρυχίου.

Αλλά και τα προβλήματα στον ίδιο τον Τρίτωνα δεν ήταν λίγα. Από τις 6 πλωριές τορπίλες, οι 4 είχαν ρυθμιστεί για κοντινές αποστάσεις, ενώ η 5 παρουσίασε απώλεια ατμού, αφήνοντας μόνο μια διαθέσιμη για την επίθεση, όπως κι έγινε. Η επιτυχία όμως αμφισβητείται παρά την πεποίθηση της ελληνικής πλευράς ότι μάλλον βρήκε στόχο. Αλλά πλέον άρχισε το ανελέητο κυνηγητό από το ανθυποβρυχιακό UJ2102. Η πρώτη δέσμη βομβών βάθους, ρυθμισμένων για μεγαλύτερα βάθη, δεν επηρέασε το υποβρύχιο, όπως και η δεύτερη λίγο αργότερα. Η βλάβη των συσκευών εντοπισμού του διώκτη έδωσε ελπίδες για μια επιτυχή διαφυγή του Τρίτωνα, παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί επίμονα συνέχιζαν με τα υδρόφωνα την αναζήτηση. Πιθανότατα υπήρξε και δεύτερη ανεπιτυχής τορπιλική προσβολή στις 19:35, αλλά ήδη η επιδιόρθωση της βλάβης στο γερμανικό πλοίο προκάλεσε εκ νέου τον εντοπισμό του υποβρυχίου. Λίγο μετά τις 20:00 η τρίτη δέσμη βομβών βάθους επέφερε σημαντικές βλάβες, δυσκολεύοντας αφόρητα την κατάσταση. Χάρη στην άμεση παρέμβαση του πληρώματος υπήρξε μερική επιδιόρθωση των ζημιών και η προσπάθεια διαφυγής συνεχίστηκε.

Όμως η διαρροή καυσίμου στην επιφάνεια της θάλασσας δεν άφηνε περιθώρια επιτυχίας και η τελευταία, τέταρτη δέσμη βομβών προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στο ήδη λαβωμένο υποβρύχιο. Η κατάσταση στο εσωτερικό του περιγράφεται ως τραγική με απώλεια φωτισμού, βραχυκυκλώματα και διαρροή χλωρίου που καθιστούσε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Παρόλα αυτά πάλι κατορθώθηκε κάποια αποκατάσταση, ενώ υπήρξε και η τελευταία εκτόξευση τορπίλης πάλι χωρίς επιτυχία. Η ελληνική ψυχή, σε συνδυασμό με την ποιοτική ανωτερότητα του πληρώματος, δεν σκόπευε να καταθέσει τα όπλα. Διατάχθηκε πλέον η μοναδική λύση που απέμενε, πέρα από την έντιμη παράδοση, ανάδυση και επίθεση διά του πυροβόλου, ακριβώς όπως συνέβη δέκα μήνες αργότερα και με τον Κατσώνη. Πρώτος πετάχτηκε έξω ο κυβερνήτης, προτού το σκάφος αναδυθεί πλήρως και τα νερά που εισήλθαν στην κάθοδο, αναγκάζοντας τους άλλους που ακολουθούσαν να υποχωρήσουν προς στιγμήν. Μην έχοντας τη δυνατότητα να χειριστεί μόνος του το πυροβόλο ο κυβερνήτης υποπλοίαρχος Επαμεινώντας Κοντογιάννης, πάνω στην απελπισία του, άδειασε το ατομικό του πιστόλι πάνω στο ανθυποβρυχιακό που εκτελούσε κίνηση εμβολισμού, ενώ έβαλε με όλο του τον οπλισμό. Βρήκε τον Τρίτωνα στην πλώρη συγκλονίζοντάς τον και ο κυβερνήτης βρέθηκε στη θάλασσα. Η ομοχειρία του πυροβόλου ήρθε στη θέση της, αλλά προτού προλάβει να βάλλει, δέχτηκε, όπως και στην περίπτωση του Κατσώνη, καταιγισμό πυρών και αφανίστηκε. Η κατάσταση πλέον ήταν τραγική. Ένα βλήμα που έσκασε στον πυργίσκο σκότωσε μεταξύ των άλλων τον ύπαρχο Δανιόλο και τον α΄ μηχανικό Σταράκη. Κι όμως η μάχη συνεχιζόταν ακόμη, αφού όσοι έβγαιναν από το υποβρύχιο έβαλαν με φορητό οπλισμό στον πάνοπλο διώκτη. Στο εσωτερικό με ψυχραιμία ο υποπλοίαρχος Σολιώτης, αλλά και με κίνδυνο της ζωής του, εγκατέλειψε τελευταίος το πόστο του, αφού προηγουμένως άνοιξε τα εξαεριστικά για να επισπεύσει τη βύθιση του υποβρυχίου, προτού προλάβουν να το «ψάξουν» κατόπιν οι Γερμανοί. Μιας και δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα αντίστασης, καθώς υπήρξε και δεύτερος εμβολισμός, η άνιση ναυμαχία έλαβε τέλος. Ο απολογισμός τραγικός, 19 μέλη του πληρώματος απωλέσθηκαν, όπως και τα 5 μέλη της αποστολής που θ΄ αποβιβάζονταν. Οι υπόλοιποι 30 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ υπήρξαν και οι δύο που διέφυγαν κολυμπώντας, ο αρχικελευστής Μαρουλάς και ο δίοπος Παπαδημητρίου. Κατάφεραν να κολυμπήσουν ώς την ακτή της Εύβοιας και να φθάσουν κατόπιν στο χωριό Θυμιανή. Από κει με τη βοήθεια των ντόπιων και των αντιστασιακών οργανώσεων προωθήθηκαν στην Αθήνα, έως ότου καταστεί δυνατή η διαφυγή τους στη Μέση Ανατολή. Η βύθιση του Τρίτωνα σημειώθηκε στις 22:35 της 16ης Νοεμβρίου 1942 τρία περίπου μίλια από την ακτή της Ν.Α. Εύβοιας, στην περιοχή του Κάβο - Ντόρο, έπειτα από πολύωρη ναυμαχία η οποία αποτελεί τη διαρκέστερη συμπλοκή μεμονωμένου ελληνικού πλοίου, αφού κράτησε συνολικά πάνω από έξι ώρες. Οι νεκροί αξιωματικοί, πέρα από τις μετά θάνατο προαγωγές, τιμήθηκαν αργότερα και με την ονοματοθεσία πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού. Το όνομα του ύπαρχου Δανιόλου δόθηκε σε οχηματαγωγό το 1958 και σε πυραυλάκατο το 2001, ενώ του ανθ/χου Άννινου και του σημ/ρου Σταράκη σε πυραυλακάτους το 1976 και το 1981 αντίστοιχα.

Το νέο, γερμανικής κατασκευής, υποβρύχιο Τρίτων (S112) εντάχθηκε στον ελληνικό στόλο τον Αύγουστο του 1972 και εκσυγχρονισμένο προσφέρει τις υπηρεσίες του ώς σήμερα.

Η απώλεια του Υ/Β Τρίτων, όπως και εκείνη, η σχεδόν πανομοιότυπη του Κατσώνη, δέκα μήνες αργότερα, αποτελούν τις ηρωικότερες στιγμές της δράσης των ελληνικών υποβρυχίων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
9
+
8
=