Γρηγόρης Καρταπάνης: Καλοκαίρια της θητείας

Τελευταία ενημέρωση: 2018-08-20, 20:48:48
Τα καλοκαίρια, στη διάρκεια των δρομολογίων, ενδυματολογικά αγνοούσαμε τους κανονισμούς
Γρηγόρης Καρταπάνης: Καλοκαίρια της θητείας

Στη διαδρομή του χρόνου, έπειτα από κάποια σχετική αφορμή, αναβιώνουν, κάμποσες φορές, οι μνήμες από τη θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό. Άλλοτε ένας συμπτωματικός συσχετισμός, άλλοτε μια έντονη υπενθύμιση, καθορίζουν τη ρότα της σκέψης στην περίοδο Οκτώβριος 1982 - Δεκέμβριος 1984, όταν και ο γράφων, όπως κάθε έλληνας πολίτης, κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα.

Την φετινή χρονιά, λίγους μήνες νωρίτερα, τον περασμένο Απρίλιο, προέκυψε η ισχυρότερη έως τώρα αιτία επιστροφής της θύμησης στα χρόνια της θητείας, με την κλήση για κατάταξη του παιδιού μου, επίσης στο Πολεμικό Ναυτικό, 36 ολόκληρα χρόνια μετά τον πατέρα. Ομολογώ πως τον αρχικό φυσιολογικό προβληματισμό ενόψει της νέας πραγματικότητας – όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις – ισοστάθμησε η συγκίνηση αυτής της «ναυτικής συνέχειας» σε γνώριμα, για τον γράφοντα, μέρη. Τόπος παρουσίασης την οριζόμενη ημερομηνία 7 Μαΐου, ο «Κανελλόπουλος», μόνο που τώρα δεν λέγεται Κέντρο Εκπαιδεύσεως (Κ. Ε. ΚΑΝ.) αλλά Ναυτική Βάση Κανελλόπουλος και αποτελεί το μοναδικό Κέντρο παρουσίασης και προπαίδευσης, αφού στο άλλοτε έτερο Κέντρο, τον Παλάσκα, φιλοξενούνται άλλες μονάδες και υπηρεσίες. Αναπόφευκτα λοιπόν οι μνήμες ξεχύθηκαν ασυγκράτητες, από εκείνο το Φθινόπωρο του 1982, όταν κατετάγη η 82 Δ’ κληρουχία, όπου εντάσσονταν και ο υποφαινόμενος, για ν’ ακολουθήσουν οι αναμενόμενες συγκρίσεις του τότε με το σήμερα. Τώρα οι σειρές (κληρουχίες) είναι σαφώς πιο ολιγάριθμες – γύρω στα 500 με 600 άτομα, ενώ τότε ήμασταν 2.000 – και η προπαίδευση ως την ορκωμοσία διαρκεί τρεις εβδομάδες σε αντίθεση με εμάς που τηρούνταν το παραδοσιακό 40ήμερο. Και το βασικότερο: η θητεία διαρκεί μόλις ένα χρόνο, όταν τότε υπηρετούσαμε 26 μήνες.

 ***

Η παρουσίαση του παιδιού μου στο Π.Ν. στις αρχές Μαΐου είχε μόνο ένα αρνητικό «timing», μιας και συνέβαινε λίγο πριν την έλευση του καλοκαιριού, δηλαδή της περιόδου αναψυχής και διακοπών. Ετούτη η ατυχής σύμπτωση βασάνιζε και μένα πριν 36 χρόνια για τον απλούστατο λόγο: Τις τρεις προηγούμενες χρονιές (1979-80-81), το Ναυτικό έπαιρνε άτομα από τη Μαγνησία με την Γ’ κληρουχία στις αρχές Ιουλίου (τότε ήταν 4 φορές το χρόνο) που μεταφράζονταν στην απώλεια τριών καλοκαιριών λόγω της 26μηνης θητείας. Ευτυχώς εκείνη τη χρονιά, άγνωστο για ποιο λόγο, οι κατατάξεις κατά νομούς διαφοροποιήθηκαν και κληθήκαμε να παρουσιαστούμε με την 82 Δ’, στις αρχές Οκτωβρίου, οπότε γλιτώναμε το ένα καλοκαίρι. Το ευχάριστο νέο είχε μαθευτεί από τα τέλη Μαΐου, όταν στη σχετική ανακοίνωση για παρουσίαση, από τη λίστα απουσίαζε η Μαγνησία.

 ***

Η εποχιακή ταύτιση λοιπόν οδηγεί αναπόφευκτα τη μνήμη στα δύο καλοκαίρια της θητείας (1983-84) που διαφοροποιούνταν ολοκληρωτικά απ’ ότι έως τότε γνωρίζαμε: διακοπές, εκδρομές, μπάνια, ανεμελιά, ξεγνοιασιά και ότι άπτεται της διασκέδασης και της αναψυχής έπρεπε προσωρινά να λησμονηθούν. Τις διακοπές, και μάλιστα διαρκείας, τις φρόντιζετώρα το Πολεμικό Ναυτικό!  Μοναδικές διέξοδοι διαφυγής κάποιες άδειες που οπωσδήποτε αποτελούσαν μικρά διαλείμματα επιστροφής στον «έξω κόσμο». Το πρόβλημα παρουσιάζονταν οχληρό και διατυπώνονταν χαρακτηριστικά στην ειλικρινή και εύστοχη πάντοτε «γλώσσα των τοίχων» του στρατού. Οι κρίσεις για τις 4 εποχές, με ιδιαίτερη έμφαση στο καλοκαίρι,  καταγράφονταν περίπου ως εξής: Φθινόπωρο: μελαγχολικό όπως οι καρδιές μας.  Χειμώνας: Βαρυχειμωνιά στην ψυχή μας. Άνοιξη: αυτή που σ’ εμάς δεν έρχεται. Καλοκαίρι: καλύτερα ας το ξεχάσουμε!

 ***

Πράγματι το καλοκαίρι, μαζί με τις μεγάλες γιορτές, αποτελούν τις πιεστικότερες στιγμές της θητείας όταν δεν διασφαλίζεται κάποια άδεια. Ειδικά για το πρώτο η αφόρητη ζέστη καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την διαβίωση στις διάφορες μονάδες, επιτείνοντας τα αρνητικά συναισθήματα. Επιβεβαίωση των παραπάνω υπήρξε για τον γράφοντα το πρώτο καλοκαίρι του 1983 που ήταν ιδιαίτερα θερμό κι επιπλέον δεν διαφαίνονταν δυνατότητα άδειας. Η δύναμη των ναυτών στην υπηρεσία μας, το Τμήμα Υφάλων Όπλων  στην Αμφιάλη, ήταν συνήθως «ελλειπής» οπότε εφαρμόζονταν περιορισμός αδειών, με προτιμώμενους του απολυόμενους και γενικά τους παλιότερους ναύτες. Υπήρχαν και οι προνομιούχοι των γραφείων με τα υψηλόβαθμα «βύσματα» που ευνοούνταν σε βάρος, εννοείται, των υπολοίπων. Μολαταύτα κατάφερα να εξασφαλίσω άδεια μιας εβδομάδας, νωρίς στα τέλη Ιουνίου, που ομολογώ, φάνταζε σαν τοπ διακοπές. Το ευτύχημα πάντως ήταν, για εμάς τους ναύτες που χειριζόμασταν τα πλωτά μέσα μεταφοράς τορπιλών, λόγω φόρτου εργασίας, η εξασφάλιση όλων των Σαββατοκύριακων σε έξοδο, οπότε με μια προσθήκη «εξ’ αναφοράς» Παρασκευή ή Δευτέρα, επιχειρούσα τακτικά μικρές αποδράσεις στο Βόλο. Δυστυχώς το προνόμιο αυτό απωλέστηκε στις αρχές του ’84.

 ***

Το καλοκαίρι του 1984 πέρασε μάλλον πιο «εύκολα» έπειτα από την πρωτόγνωρη εμπειρία του προηγούμενου. Άλλωστε ήμουν πια παρασειρά απολύσεως με 22 μήνες θητεία στην πλάτη, αλλά πάλι προέκυπτε η ατυχία να προηγούνται αρκετά άτομα της προηγουμένης κληρουχίας που απολύονταν αρχές Σεπτεμβρίου και δικαιωματικά είχαν τον πρώτο λόγο στην εξασφάλιση αδειών λόγω «επικειμένης απολύσεως». Μεταξύ μας όμως υπήρχε καλή συνεννόηση και συνεργασία και πραγματοποιήθηκε μια άτυπη συγκέντρωση – συζήτηση για τον καθορισμό των αδειών. Συμμετέχοντας και εγώ τους είπα τους απολυόμενους να κανονίσουν όπως νομίζουν και όπου υπάρχει δυνατότητα, χωρίς καμιά δέσμευση ημερομηνιών, να πάρω κι εγώ άδεια. Μάλιστα ένας καλός συνάδελφος, ο Αποστόλης Πέρρος, που δεν μασούσε τα λόγια του – καλή του ώρα – έβαλε κι εμένα κανονικά ανάμεσα στους απολυόμενους της προηγούμενης σειράς, και εξασφάλισα ένα ωραιότατο δεκαήμερο το Δεκαπενταύγουστο – καλύτερα δεν γίνονταν: μια βδομάδα άδεια κανονική συν το σαββατοκύριακο εξόδου στη λήξη της, συν την αρχική Παρασκευή που έφυγα από το πρωί ως εξοδούχος. Ωραίες μέρες στο Βόλο στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού, που έμειναν αξέχαστες. Μόνο που δεν θέλω να θυμάμαι – ακόμη και σήμερα – την πίκρα της αναχώρησης και επιστροφής Κυριακή μεσημέρι , κάπου στις 20 Αυγούστου.

 ***

Ένα σημαντικό πρόβλημα που παρουσιάζεται τα καλοκαίρια σ’ όσους υπηρετούν τη θητεία τους στο Π.Ν. είναι τα λευκά ρούχα της στολής εξόδου ( ή επιθεωρήσεως) που λερώνουν με το παραμικρό, ακόμη και με τον ιδρώτα. Χρειάζονταν μεγάλη προσοχή, γιατί κι ένας μικρός λεκές αρκούσε τότε να σου δημιουργήσει προβλήματα στην εξόδου, όπου κάποιος περίεργος οπλονόμος υπηρεσίας δεν σου έδινε το τρίπτυχο, λέγοντας πως είσαι «ρυπαρός». Δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή τα διάφορα στιγμιαία καθαριστικά που σήμερα αφαιρούν άμεσα και με στεγνό τρίψιμο την οποιαδήποτε βρομιά. Παίρναμε κάθε δυνατό μέσον προστασίας και αποτροπής λεκιάσματος, προσέχαμε που θ’ ακουμπήσουμε, που θα καθίσουμε για να μην χαλάσουμε την… απαστράπτουσα λευκότητα της στολής. Κάποιες φορές που χάναμε κατά την έξοδο το λεωφορείο της γραμμής Παλάσκα, αναγκαζόμασταν να επιβιβαστούμε στην καμιονέτα που έβγαινε στο Πέραμα, μεταφέροντας κυρίως πολιτικό προσωπικό. Επρόκειτο για μικρό φορτηγό με καθίσματα στην καρότσα όπου η καθαριότητά τους ήταν μάλλον ανύπαρκτη και προτιμούσαμε να παραμένουμε όρθιοι αντιμετωπίζοντας άμεσο κίνδυνο πτώσης, αρκεί να μην λερώναμε. Συχνά στρώναμε κάποια πετσέτα που είχαμε μαζί μας ή καμιά σακούλα αποτρέποντας το… κακό. Μια φορά ένας ναύτης όπως επιβιβάστηκε είδε μια έγχρωμη αθλητική εφημερίδα και την έστρωσε για να καθίσει στο καναπεδάκι της καμιονέτας. Όταν όμως κατέβηκε στο Πέραμα από την ζέστη και τον ιδρώτα, τα πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ είχαν αποτυπωθεί στα… οπίσθια του ναύτη! Οπότε ενώ εκείνος, βλαστήμαγε την ατυχία του, άρχισαν από άλλους και τα σχετικά πειράγματα. Έλεγε ο ένας: «Κράτα ρε τον κ… σου ίσιο να διαβάσω τι έγινε χθες στο ματς».Άλλος αποφαινόταν δογματικά: «Δε λέει τίποτε η αθλητική ενημέρωση σήμερα, είναι του κ…»!

Πράγματι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να μην δεχθείς επίπληξη ως «ρυπαρός» με την καλοκαιρινή στολή.

 ***

Καθημερινές δυσκολίες αντιμετωπίζαμε και με τις σκοπιές στη διάρκεια της καλοκαιρινής θέρμης. Τόσο στον «Προβολέα» , όσο και στην «Τορπιλαποθήκη», στις δυτικές απολήξεις του Σχιστού, ο ήλιος το μεσημέρι και το απόγευμα χτυπούσε ανυπόφορα και δεν στεκόσουν με τίποτε. Πιάναμε εξωτερικά το σκιερό μέρος του φυλακίου αλλά συνήθως έβραζε ο τόπος και η κατάσταση δεν βελτιώνονταν αισθητά. Ο «Προβολέας» που ήταν ψηλότερα δέχονταν ίσως κάποιες πνοές ανέμου, αλλά ο καθαρά δυτικός του προσανατολισμός καθιστούσε περίπου αδύνατη την παραμονή. Αντίθετα η «Τορπιλαποθήκη» βρίσκονταν σε μικρή χαράδρα που όταν φυσούσε νοτιάς κατέβαζε αέρα από το Σχιστό, αλλά δυστυχώς μετέφερε μαζί και τις έντονες οσμές από την «χαβούζα» του Κερατσινίου, τον σκουπιδότοπο που λειτουργούσε τότε. Αργά το απόγευμα, σαν έπεφτε ο ήλιος, το φυλάκιο καλύπτονταν κάπως και το πρόβλημα υποχωρούσε αρκετά. Το κακό με τις σκοπιές επιδεινώθηκε κατά την Άνοιξη του 1984, όταν καταργήθηκε ο «Προβολέας» και αντικαταστάθηκε με την «Μπάρα», ένα μικρό ξύλινο φυλάκιο χαμηλά στην είσοδο της περιοχής όπου βρίσκονταν οι υπόγειες και ημιυπόγειες (ημίχωστοι) αποθήκες ναρκών και τορπιλών. Εκεί η ζέστη ήταν αφόρητη και επιπλέον, επειδή το φυλάκιο ήταν τοποθετημένο σε κεντρικό σημείο απ’ όπου διέρχονταν βαθμοφόροι, δεν υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα καταφυγής σε σκιερό μέρος. Η βάρδια: Μπάρα 12-4 ήταν σωστό μαρτύριο.

 ***

Η εκτέλεση δρομολογίων προς τον Ναύσταθμο για την μεταφορά τορπιλών (κυρίως) και ναρκών, κατά τους θερινούς μήνες, άλλοτε αποτελούσαν διέξοδο και άλλοτε βάσανο. Σε περίπτωση άπνοιας ψηνόμασταν στις λαμαρίνες των σκαφών και περιμέναμε να φυσήξει λίγο για να δροσιστούμε κατά τον πλου. Ευτυχής συγκυρία η έλευση νοτιά από την Ψυτάλλεια, ή τον Αύγουστο με τα μελτέμια, το αντίστοιχο φύσημα από την πλευρά της Ελευσίνας, όταν εκτελούσαμε δρομολόγιο. Το μπουγάζι της Σαλαμίνας μας δρόσιζε αλλά τον ζυγώναμε στον Ναύσταθμο τα ξεροβούνια που τον επιστέφουν, εξέπεμπαν την δική τους θερμότητα, ως φυσικοί γιγάντιοι θερμοσυσσωρευτές!

Το ευτύχημα ήταν ότι μέσα στα σκάφη η περιβολή μας γίνονταν αναγκαστικά αλλά και αυθαίρετα  «ισχυρού καύσωνος» καθόλου συμβατή με τους υπηρεσιακούς κανονισμούς. Ημίγυμνοι, με φανελάκια και σορτς, φροντίζοντας βέβαια για την αποφυγή δυσάρεστων συναντήσεων με τίποτε περίεργους και τυπολάτρες βαθμοφόρους. Συνήθως λαμβάνονταν υπόψη οι ειδικές συνθήκες εργασίας με τον καύσωνα και δεν υπήρχαν παρατηρήσεις σχετικά με την αμφίεση των πληρωμάτων. Πάντως προτιμούσαμε τις πιο δροσερές εποχές για την διεξαγωγή των δρομολογίων. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, φουρτούνες κλπ μας προβλημάτιζαν λιγότερο από το καύμα του καλοκαιριού.

Όπως και να το δει κανείς το ζήτημα τα καλοκαίρια της θητείας προβληματίζουν περισσότερο από τις άλλες εποχές.

 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΤΑΠΑΝΗΣ

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
1
+
3
=