Γρ. Καρταπάνης: Μνήμες του Νίκου Χριστόπουλου

Τελευταία ενημέρωση: 2017-05-15, 17:17:14
Γρ. Καρταπάνης: Μνήμες του Νίκου Χριστόπουλου

Μια εκτενή ενότητα αναμνήσεων από τα γεγονότα του πολέμου του 1897 καταθέτει στις βιωματικές του καταγραφές ο λαϊκός ζωγράφος του Βόλου, Νίκος Χριστόπουλος. Συνολικά, στα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του, περιλαμβάνονται δώδεκα αφηγήσεις από εκείνη την οδυνηρή οπωσδήποτε περίοδο που επέφερε τραυματικές μνήμες. Καλύπτεται ολόκληρο το διάστημα από τα συμβάντα της σύντομης πολεμικής εμπλοκής, έως το τέλος της διάρκειας 13 μηνών πρόσκαιρης τούρκικης κατοχής, που έληξε στις 25 Μαΐου του 1898. Τέτοια πυκνότητα καταγραφών σε τόσο μικρή χρονική διάρκεια (1897-98) δεν παρατηρείται πουθενά αλλού στα χειρόγραφα του ζωγράφου, ούτε ακόμη κατά την περίοδο του πολέμου του 1940 – 41 και της κατοπινής Κατοχής, όπου οι μνήμες ήταν περισσότερο νωπές. Ετούτο καταδείχνει προφανώς την βαθειά «εγγραφή» στη θύμηση του αφηγητή των κατατιθέμενων περιστατικών και καταστάσεων που παρέμειναν ολοζώντανα στο πέρασμα του χρόνου. Ο Χριστόπουλος αναθυμάται και αποτυπώνει ξεκάθαρα στο χαρτί τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής, εξίμισι δεκαετίες αργότερα όταν και κατέγραψε τα απομνημονεύματα του το 1962 – 63, στις δυσμές του βίου του.

***

Δεκαεφτά χρονών ήταν ο απομνημονευματογράφος όταν η Ελλάδα ενεπλάκη στο λεγόμενο «ατυχή» πόλεμο του 1897. Επρόκειτο, όπως γνωρίζουμε, για μια εντελώς άστοχη ενέργεια, μιας και το αδύναμο τότε ελληνικό κράτος σε καμία περίπτωση δεν είχε τη δυνατότητα να οργανώσει και να εκτελέσει επιτυχώς ένα τέτοιο, εθνικής σημασίας, εγχείρημα. Ο νεαρός Νίκος έζησε απολύτως άμεσα τα γεγονότα εκείνης της περιόδου με την κατάληψη του Βόλου, την αναγκαστική διαφυγή με την οικογένειά του στη Μιτζέλα, αλλά και όλες τις δύσκολες καταστάσεις που βίωσαν οι βολιώτες κατά τη διάρκεια της πρόσκαιρης τούρκικης κατάληψης. Οι αφηγούμενες ιστορίες της παραπάνω ενότητας μπορούν να διαχωριστούν χρονικά ως εξής: α) Το πρώτο επεισόδιο που αναφέρεται στις προετοιμασίες του πολέμου με την προώθηση του στρατού από το λιμάνι του Βόλου. β) Οι 2,3 και 4 όπου περιγράφεται η οπισθοχώρηση ή κατάληψη του Βόλου, η διαφυγή στη Μιτζέλα και η διαμονή των προσφύγων εκεί, όσο διαρκούσε ο πόλεμος. γ) Οι 5 έως 11 περιγράφουν πτυχές από τους 11 μήνες της τούρκικης παραμονής. Τέλος η 12η καταγραφή είναι ημιτελής και αναφέρεται στις τελευταίες μέρες των πολεμικών επιχειρήσεων κι αφότου ο Βόλος είχε καταληφθεί. Ακόμη υπάρχουν άλλες τρείς καταγραφές γεγονότων από τον πρώτο καιρό μετά την αποχώρηση των Τούρκων, όταν παρέμεναν για λόγους ασφάλειας στο Βόλο πολεμικά πλοία, ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην περίοδο 1897 – 98 εμπεριέχονται δίχως χρονολογική σειρά, διάσπαρτα στα χειρόγραφα τετράδια των βιωματικών καταθέσεων του ζωγράφου. Προσπαθήσαμε να τα διατάξουμε σε μια όσο το δυνατόν ακριβέστερη χρονική ακολουθία. Σε πρώτη φάση θα παρουσιάσουμε τις αφηγήσεις που αναφέρονται στις μέρες του πολέμου και τη φυγή στη Μιτζέλα, μέσα από τις οποίες δίνεται γλαφυρά το κλίμα εκείνων των ημερών με τον ανεπιτήδευτο λόγο του Ν. Χριστόπουλου.

***

Η πρώτη σχετική καταγραφή του ζωγράφου αναφέρεται στις παραμονές του πολέμου με την προώθηση στρατού από τη λεγόμενη «παλιά Ελλάδα». Ενδιαφέρον παρουσιάζεται το φαινόμενο της διαρπαγής από τους στρατιώτες των φεσιών των ντόπιων, κάτι που πιθανώς, εφαρμόζονταν στο πλαίσιο της εξάλειψης κάθε οθωμανικού κατάλοιπου:

«Στις παραμονές του πολέμου του 1897 ήρθε στο Βόλο ένα σίνταγμα ρουμελιότες που μόλις βγήκανε απ’ το παπόρη ηδαν ένα παράξενο πράμα. Η περισότερη άνδρες φορούσαν φέσια τούρκικα, προπαντός η πηλιορίτες. Προπαντός η γέρη τάχαν για γουρλίδικα ούτε τα πλέναν, ούτε τα σιδερόναν για να μη φίγη το τυχερό. Τότε άρχισαν η στρατιότες, τα πέρναν και τα σχίζαν, όση ήταν φτοχή τους πέρναν καινούργια σκουφιά όπου κατάντισε να μη βλέπης κανέναν με φέση. Μόνον ο Περικλής ο Τσαλαπάτας δεν το βγαλε μέχρη τελευταία στιγμή της ζοής του. Ήταν αρχικαροτσέρης καθός και ο Σπύρος ο Τσαλαπάτας, τραβούσε το κάρο εος ότου έφιγαν η Τούρκη αλλά αυτός δεν φορούσε φέση ούτε βράκες».

***

Το επόμενο επεισόδιο που μνημονεύει ο Χριστόπουλος είναι το πρώτο που συναντούμε στα χειρόγραφά του (2ο τετράδιο) ενώ προτάσσεται η επισήμανση «Διάφορα επισόδια της ζοϊς μου». Προφανώς αναφέρεται στη πολυάριθμη άφιξη προσφύγων στο Βόλο από τη θεσσαλική ενδοχώρα, λόγω της υποχώρησης του ελληνικού στρατού και της προέλασης του εχθρού, προσπαθώντας να διεκπεραιωθούν για ασφάλεια, νοτιότερα. Η αφήγηση του περίεργου περιστατικού που ακολούθησε δείχνει την ανεμελιά του δεκαεφτάχρονου Νίκου, προτού ακόμη επιδεινωθεί δραματικά η κατάσταση.

«Στα 1897 μπάρκαραν οι Γκαραγκούνιδες τα πράματά τους με μαούνες από του σιδιρόδρομου τη σκάλα. Ένα βουβάλη δεν έμπενε στη μαούνα και έπεσε στη θάλασσα και κολιμπούσε και έρχονταν προς τα Πευκάκια. Το βλέπο εγώ, πέρνο το βαρκάρη και πήγα και τόδεσα από τα κερατα και με τραβούσε μια χαρά. Κάθισα κι εγώ στη στην πρύμη κι έκανα γούστο που με τραβούσε. Τέλος με πίγε από πίσο από τα Πευκάκια, ήτανε όλο σκίνα, μόλης πάτισε στα ριχά στάθικε λίγο και ήστερα πήρε δρόμο και με τραβούσε μες στα σκίνα μαζή με το βαρκάρη με τέτιο δρόμο που με πιασε τρομάρα, που αν δεν κόβονταν το σκίνη Κύριος ήδε που ίχε να με πάι. Τέτιο εξαγριομό δεν ήχα ξαναιδή, αν και πέρασαν τόσα χρόνια ακόμα το θυμούμε».

***

Ακολουθεί η πιο αυθεντική κατάθεση του Χριστόπουλου, για τα γεγονότα του πολέμου του 1897. Αρχικά αναφέρεται στην εθελοντική προσπάθεια βολιωτών πολιτών να παραλάβουν οπλισμό και να συνδράμουν τον ταξίαρχο Σμολένσκη στο Βελεστίνο, αλλά δεν πρόλαβαν γιατί άρχισε η αναγκαστική οπισθοχώρηση. Το γεγονός μνημονεύεται και σε άλλες πηγές (Ηλία Οικονομόπουλου «Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897» σελ. 700) όπου έγιναν επεισόδια και παραλίγο βίαιη διαρπαγή των όπλων, από τις αποθήκες του στρατού. Σημειώνει ο απομνημονευματογράφος και το γεγονός της αποχώρησης των ναυλοχούντων ελληνικών πολεμικών πλοίων, η οποία υπήρξε προϊόν διαπραγματεύσεων προκειμένου να μην προβούν τα τούρκικα στρατεύματα σε λεηλασίες κατά την είσοδό τους στο Βόλο. Στο τρίτο «μέρος» της εκτενούς αφήγησης περιγράφεται με δραματικό τρόπο η διαφυγή στη Μιτζέλα της οικογένειας Χριστόπουλου, με δικό της πλεούμενο, όπου αναζητούσε καταφύγιο μεγάλος αριθμός βολιωτών προσφύγων και όχι μόνο, όπως και η φιλανθρωπία των ντόπιων που προσέφεραν κάθε δυνατή βοήθεια:

«Όταν εγίνετο η μάχη του Βελεστίνου στα 1897 ήχαμε μαζευτή καμιά εξινταριά βολιότες και πήραμε γγράδες από της αποθίκες στο Κυούπη και ετιμαστίκαμε να πάμε ενίσχιση. Γιατή ήταν κε τα καράβια Ύδρα και Σπέτσες και Ψαρά, ήχαν πριμάτσες δεμένες στης σαμαδούρες που ίνε στου σιδιροδρόμου τη σκάλα και λέγαμε ότη θα μπομπάρδιζαν τους Τούρκους και δεν θα καταλάμβαναν τον Βόλο. Εκή που ετιμαστίκαμε να κάνουμε εμπρός βλέπουμε και αμολάρουν τις πριμάτσες και φίγαν. Έσπασε και η γραμμή με τον Σμολένσκη και οπιστοχορούσε ο στρατός. Αφίσαμε και εμής τα τουφέκια και φύγαμε για να πάμε πρόσφυγες στη Μινζέλα αλά δε προλάβαμε να πάμε απάνο στα καράβια όπου ήταν καμία δεκαπενταριά μαούνες φορτομένες κόσμο. Αυτή πρόλαβαν και δέσαν στα καράβια και φίγανενό εμείς γιρίσαμε πίσο γιατή ήταν μπουκαδούρα και δεν μπορούσαμε να κάνομε βόλτες πίγαμε και φουντάραμε ανικτά στον ταρσανά και όταν ενίκτοσε καθός ήταν σκοτάδη αρχίσαν η Τούρκη με της Σάλπιγγες που σε πιανε φόβος και τρόμος. Ο πατέρας μου έλεγε να βγούμε έξοαλα εγώ με κανέναν τρόπο να δεχθό. Και όταν κατά της 10 η όρα εύγαλε αγεράκη από τη στεργιά σαλπάραμε σιγά σιγά, ανέβασα το πανή και αμολάρισα. Ο αδελφός μου και ένας περιβολάρης φραγγοσιριανός που είχε το περιβόλη του Ζώτου έμιναν όξο. Ο αδελφός μου γλίτοσε αλά ο περιβολάρης έγινε άφαντος. Εγώ αγάντα με τον αδελφό μου τον Κώστα αν και ήταν 13 χρονών τραβούσε κουπή σαν μεγάλος. Ο Γιαννάκος ήταν μικρός και τον ήχε η μάνα μου στην αγγαλιά. Ο πατέρας μου από την όρα που μολάραμε όσο που πίγαμε στην Μινζέλα δεν μίλησε, θέλης απτά γεράματα, θέλης όπου αφίσαμε όλη την περιουσία μας ήταν αμίλιτος. Αλά δόξαση ο Θεός εύγαλε έναν μαϊστρο και καβατζάραμε το Αγγίστρη και κρίφτηκε πια ο Βόλος και ζιγόσαμε στο νισάκη της Μινζέλας όπου ήταν χιλιάδες κόσμος. Τότε σικόθηκε απάνο και έκανε το σταυρό του και μίλησε. Αλά εγώ αγάντα, επίγα μες στο λιμάνη της Μινζέλας, φουντάρισα και βγίκαμε έξο όπου μας δέχτικαν όλη η Μινζελιότες, γιατή ήταν όλη γνοστή, και μας βάλαν μες στο σκολιό που ίταν παραπάνο από τη Μιτρόπολη και όταν επέρασαν κάμποσες μέρες πίγαμε απάνο στο Νισάκη για ασφάλια. Ήταν ο Κωνσταντής ο Σκουριάς, ο Γγαραγγούνης, ο Ψαρογιάννης, ο Θομόπουλος, ο Καλογίρου, η Διμαρχίνα της Μινζέλας και πολή άλη, όλο γνοστή».

***

Η παραμονή στη Μιτζέλα – δεν γνωρίζουμε πόσο διήρκεσε – σημαδεύτηκε κι από ένα ευτράπελο περιστατικό που έσπασε για λίγο το ζοφερό κλίμα εκείνων των ημερών. Συνέβη, όπως σημειώνεται, λίγο πριν από την υπογραφή της ανακωχής στις 8 Μαΐου, έξω από τη Λαμία. Έχει γούστο η ιστορία που καταδείχνει και το χιούμορ του καταγραφέα:

«Όταν ήμασταν πρόσφιγες στη Μινζέλα για το φόβο της επιδρομής ήχαμε μαζευτή όλη και ντόπιοι και ξένη απάνο στο νισάκη του Αγίου Νικολάου, ήχαν καμιά 15αριά νέοι και φιλούσαν το χοριό. Ήχαμε μεγάλη έλιψη από τρόφιμα. Εκή βλέπουμε μια μέρα το πολεμικό καράβη τον «Κανάρη» που ήταν κυβερνίτης ο πρίγγιψ Γεώργιος και μας έφερε γαλέτα και μας μίρασε όλους σαν πατέρας. Τόρα ψομή ήχαμε αλά έλιπε το κρέας, ήχαμε απάνο από ένα μήνα να το γευθούμε. Εκή βλέπουμε μια μέρα ένα βόδη μεγάλο και έρχονταν κολιμπόντας απάνο στο νισή, τρέξαμε όλη όπου ήταν ο χασάπης του χοριού. Εν τω άμα το πιάσαν και κάναμε σιμβούλιο να το σφάξουμε και να μιράσουμε το κρέας. Λιπόν λόγο και έργο το σφάξαν και το μιράσαμε σαν αδέλφια και ντόπιοι και ξένη. Αλά και με ρετσινόλαδο να ήταν ζιμομένο αυτό το κρέας πάλη δεν θα έκανε τέτια ενέργια. Μόλης το φάγαμε άρχισε η ενέργια και έβλεπες κάθε βράχος και κάθε ελιά ήταν ή άνδρας ή γιναίκα να κάνη τη σοματική της ανάγγη. Αν και πέρασαν τόσα χρόνια ακόμα το θιμάμε και γελό. Και πιστέβο θα το θιμούντε ακόμα όλη η γέρη και γριές. Αλά ευτυχός δεν έπαθε τίποτε κανένας, ήταν και γουρλίδικο γιατή έγινε η Ανακοχή».

***

Ενδιαφέρουσες πράγματι οι μνήμες του Ν. Χριστόπουλου για τον πόλεμο του 1897. Με την παρουσίαση ετούτη έχουμε διπλή επετειακή αναφορά: εκτός από τα 120 χρόνια από τον πόλεμο συμπληρώνονται και 50 χρόνια ακριβώς από το θάνατο του ζωγράφου στις 15 Μαΐου 1967.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
2
+
4
=