Γρηγόρης Καρταπάνης: «Αυτά μας έλεγε ο πατέρας μου…» (Μέρος Α’)

Τελευταία ενημέρωση: 2014-11-12, 01:36:14
Γρηγόρης Καρταπάνης: «Αυτά μας έλεγε ο πατέρας μου…» (Μέρος Α’)

ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ Ν. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή φαίνεται πως άκουγε τις αφηγήσεις από το στόμα του δραστήριου πατέρα του, ο λαϊκός ζωγράφος Νίκος Χριστόπουλος. Το γεγονός ότι περιλαμβάνει στα χειρόγραφα των αναμνήσεών του κάμποσες τέτοιες ιστορίες, αποδεικνύει ότι αυτές τον εντυπωσίασαν ως νεαρό ακροατή και παρέμειναν, ως τις δυσμές του βίου του, αξεθώριαστες στη μνήμη του.

Άλλωστε το περιεχόμενο των πατρικών διηγήσεων είναι οπωσδήποτε ελκυστικό και χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και ενδιαφέρον. Σημαντικές βιωματικές μαρτυρίες που καταγράφονται με τον απλοϊκό κι ανεπιτήδευτο λόγο του ζωγράφου και γίνονται προσιτές κι ευχάριστες στον αναγνώστη.

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος έζησε ως τα 50 και πλέον χρόνια του στη Σύρο και ήταν χιώτικης καταγωγής, πρόσφυγας στο νησί των Κυκλάδων, έπειτα από την καταστροφή της Χίου το 1822. Γεννημένος αυτή τη χρονιά, παραμένει αδιευκρίνιστο αν διασώθηκε μωρό με την οικογένεια του από το λεπίδι των Οθωμανών, ή γεννήθηκε στη Σύρο, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση εκεί.

Στο Βόλο φαίνεται πως καταφθάνει το 1875(ή λίγο νωρίτερα) και νυμφεύεται την Ελένη Κων. Ρέτσου, αρκετά χρόνια μικρότερή του, δημιουργώντας πολυμελή οικογένεια. Αρχικά δραστηριοποιείται ως ιχθυοπώλης και το1880 ιδρύει μικρό ναυπηγείο -ταρσανά στα Πευκάκια, διαβλέποντας, ως ευφυής νησιώτης, την απουσία μιας επιχείρησης που θα εξυπηρετούσε τα πλεούμενα του τόπου, μέσα από τις ευοίωνες προοπτικές της εμπορικής και ναυτιλιακής ανάπτυξης της νέας πόλης του Βόλου που σύντομα θα εντάσσονταν στο ελληνικό κράτος. Αποβίωσε σε ηλικία 85 ετών το 1907.

Οι διηγήσεις του πατέρα του που μνημονεύει ο Νίκος Χριστόπουλος στις δικές του αναμνήσεις, διαδραματίζονται σχεδόν σε όλες στη Σύρο και την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και των Κυκλάδων. Μία από αυτές, όπου ο πατέρας του ζωγράφου συμμετείχε στην Κρητική επανάσταση του 1886,ως επικεφαλής ολιγομελούς εκστρατευτικού σώματος συριανών, δημοσιεύσαμε σε παλιότερο άρθρο μας, όντας εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Εξίσου αξιομνημόνευτες είναι, νομίζω, και οι πέντε - έξι καταγραφές αφηγήσεων του γέρο - Χριστόπουλου που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια.

 

Ο Καλόγηρος Παπουλάκος

Η πρώτη ουσιαστικά ιστορία από αναμνήσεις του πατέρα του που καταθέτει στα χειρόγραφα του ο ζωγράφος (προηγείται μια σύντομη διήγηση νυχτερινής διασκέδασης στον τουρκοκρατούμενο ακόμη Βόλο),αναφέρεται στη γνωριμία του αφηγητή με τον περιπλανώμενο καλόγερο -ιεροκήρυκα, Παπουλάκο, περί τα μέσα του 19ου αιώνα.

Μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη που όμως εκείνη την εποχή διέθετε ευρύτατη επιρροή με πολυάριθμους αφοσιωμένους υποστηρικτές, οι οποίοι πίστευαν στις προφητικές και θαυματουργές ικανότητες του.

Ο Αθ. Χριστόπουλος, άνθρωπος με βαθειά πίστη, αποδέχεται την αγιότητα του Παπουλάκου και μέσω της γραφίδας του γιού του, μνημονεύει πτυχές του βίου του που είχε πληροφορηθεί, αλλά και τις εμπειρίες από την προσωπική γνωριμία μαζί του. Βέβαια σήμερα η ιστορική έρευνα και η εκκλησία χαρακτηρίζουν ως αγύρτη και λαοπλάνο τον πλάνητα ιερωμένο που στην εποχή του είχε προκαλέσει σοβαρές θρησκευτικές και πολιτικές αναστατώσεις, καθώς εναντιώνονταν στους βασιλείς Όθωνα και Αμαλία, μέσα από το κίνημα των Φιλορθοδόξων που απηχούσε την πολιτική του ρωσικού κόμματος.

Κάποια σημεία της αφήγησης είναι ανακριβή (όπως ο περιορισμός του Παπουλάκου στην Τήνο, ενώ έγινε σε μοναστήρι της Άνδρου) και προφανώς οφείλονται στη χρονική απόσταση διήγησης -καταγραφής. Εκτεταμένη η αναφορά καλύπτει σελίδες 5 έως 8 του 5ου τετραδίου των απομνημονευμάτων του Ν. Χριστόπουλου.

 

 

«Στα 1854»

«Τώρα θα γράψω μια αφήγηση του πατέρα μου ανέκδοτη.

Στα 1854 ήταν ένας καλόγηρος που τον έλεγαν Παπουλάκο. Οι διαβασμένοι τον λέγαν αγύρτη αλλά ο λαός τον θεωρούσε ως άγιο και πραγματικώς ήταν άγιος. Αμα έβγαινε στο δρόμο έτρεχε ο κόσμος από κοντά του, προσκυνούσαν και κόβαν από το ράσο του κομματάκια, όλη μέρα κόβαν και πάλι το ράσο ήταν ακέραιο.

Τα έκανε ο κόσμος χαϊμαλιά, ζυμώναν οι γυναίκες, βάζαν το χαϊμαλί μες τη ζύμη και γίνονταν το ψωμί χωρίς προζύμι. Είχες ανεμοπύρωμα ή κριθαράκι στο μάτι, το σταύρωνες με το ράσο και περνούσε. Αλλά επειδή δεν μνημόνευε τον Όθωνα και την Αμαλία τον έκαναν εξορία στην Τήνο, τον έβαλαν μέσα στη φεργάτα την Αμαλία και εκίνησε για το ταξίδι.

Επειδή ο Παπουλάκος περπατούσε αργά τον έσπρωξε ένας αρχικελευστής και όταν η φεργάτα ζύγωνε στις Καβοκολώνες έκανε ένα μπουρίνι που έπεσε έξω και κανένας δεν έπαθε τίποτα μόνον εκείνος ο αρχικελευστής πνίγηκε. Τον έβαλαν σε άλλο καράβι και μολάρισε για το ταξίδι, πέρασε και από τη Σύρα όπου μαζεύτηκαν τα παιδιά και τον κορόιδευαν και γελούσαν. Τότε είπε ο Παπουλάκος: Γελάτε γελάτε ύστερα από λίγες μέρες θα μείνουν τα κλειδιά στις πόρτες σας και στα σπίτια σας. Και ώ του θαύματος δεν πέρασαν πολλές μέρες και έπεσε η χολέρα που θέρισε πολύ κόσμο και βγήκε σωστός ο Παπουλάκος γιατί ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες, προπαντός εκείνοι που τον κορόιδευαν.

Τέλος τον επήγαν στην Τήνο σε ένα χωριό που το λέν Κατόγια, τον εκλείδωσαν μέσα σε ένα σπίτι και βάλαν δύο χωροφύλακες και τον φυλούσαν για να μην κουβεντιάζει με κανέναν. Αλλά ο κόσμος πήγαινε και άμα μαζέυονταν απόξω από το σπίτι, έβγαινε ο Παπουλάκος, περνούσε μπροστά από τους χωροφύλακες, χωρίς να τον ιδούν και κουβέντιαζε και ευλογούσε τον κόσμο.

Μια μέρα απεφάσισε ο πατέρας μου να πάει να τον ιδεί. Πήρε άλλον έναν καπετάνιο, τον έλεγαν Δημήτρη, και πήγαν στο σπίτι που ήταν ο Παπουλάκος. Πάσαραν από ένα μενζίτι στους χωροφύλακες για να ανοίξουν την πόρτα αλλά εκεί που παζάρευαν φανερώθηκε μπροστά τους ο Παπουλάκος. Τάχασαν οι χωροφύλακες άνοιξαν την πόρτα επήγαν μέσα. Μόλις καθήσαν είπε ο Παπουλάκος στον πατέρα μου: Ονομάζεσαι Αθανάσιος, είστε τέσσερα αδέρφια και μία αδερφή, ζει και η μάνα σου. Επίσης και τον καπετάν Δημήτρη, χωρίς να τους ξέρει, τους είπε όλη την γενεαλογία τους. Εκει που κουβέντιαζαν ήρθε ένας τηνιακός να εξομολογηθή. Ήταν πολύ ψηλός και μόλις τον είδε ο Παπουλάκος σηκώθηκε επάνω και του είπε: Πήγαινε, να πάς το γουρουνάκι στο γείτονά σου και αν το δεχτεί σφαγμένο καλά, ειδεμή να του πάρεις άλλο ένα ζωντανό. Όσο να ακούσει ο τηνιακός από ψηλός όπου ήταν έσκυψε το κεφάλι και έφυγε χωρίς να πεί τίποτα. Και μόλις έφυγε λέει του πατέρα μου ο Παπουλάκος: Βλέπεις Αθανάσιε αυτός εκίνησε να έλθει να εξομολογηθεί αλλά στο δρόμο βρήκε ένα γουρουνάκι, ενώ ήξερε ότι ήταν του γείτονα τόπιασε τόσφαξε και τοχει κρυμμένο σε μια κουφάλα από μια ελιά. Ας είναι αφού κουβέντιασαν σηκώθηκαν να φύγουν, όπου τους έδωσε από ένα σταυρουδάκι και λέγει του πατέρα μου : Θα το χάσεις τρείς φορές και θα το ξαναβρείς και τελικά θα το χαρίσεις. Και ώ του θαύματος, τρείς φορές το έχασε και το ξαναβρήκε και τελευταία το έδωσε σε έναν κουμπάρο του για να πάει στην Κρήτη για φυλαχτό και τόχασε.

Λοιπόν μόλις βγήκαν έξω λέει ο πατέρας μου τον Δημήτρη : Να πάμε να βρούμε τον τηνιακό να δούμε αν είναι αλήθεια. Επήγαν σε μια ταβέρνα κι εκεί που κουβεντιάζαν ήρθε και ο τηνιακός, τον τρατάρησε ο πατέρας μου και τον ρώτησε αν είναι σωστά εκείνα που είπε ο Παπουλάκος. Εν τω άμα σηκώνεται απάνω και φώναξε : μωρά είναι άγιος άνθρωπος όποιος πει κακό λόγο τον σκότωσα. Εγώ είμαι που σκότωσα το γουρουνόπουλο, εγώ τόκρυψα μεστην κουφάλα της ελιάς. Αυτό ήθελα να μάθω.

Εκίνησαν να φύγουν αλλά εκεί μάθαν ότι την άλλη μέρα θα λα κάνουν λιτανία και είχε πει ο Παπουλάκος να έλθουν όλοι οι χωριάτες και όταν μαζευτήκαν χωρίς να ανοίξει η πόρτα επέρασε ο Παπουλάκος μπροστά από τους χωροφύλακες χωρίς να τον ιδούν. Και ερωτά: Είστε παρόντες όλοι, όλοι είπαν οι χωριάτες. Ψέματα είναι η τάδε που λείπει. Τον καιρό που έκανε την αμαρτία δεν ντρέπονταν, τώρα ντρέπεται. Να πάτε να την φέρεται μαζί με το παιδί. Εν τω άμα τρέξαν και την φέραν. Τότε ρωτάει ο Παπουλάκος το μωρό που ήταν μόλις έξι μηνών: Παιδί μου με ποιόν σε έκανε η μάνα σου. Και είπε το μωρό: Με τον μπάρμπα μου. Και από τότε δεν ξαναμίλησε και μόνον ένα κορίτσι αξιώθηκε να ιδεί ότι δεν πατούσε στη γής ο Παπουλάκος και κανένας δεν είδε τι απέγινε αυτός ο άνθρωπος. Ανελήθφη αοράτως. Αυτά μας έλεγε ο πατέρας μου γιατί τα είδε με τα μάτια του. Έκανε πολλά θαύματα αυτός ο άνθρωπος».

 

«Αυτά μας έλεγε ο πατέρας μου» (Μέρος Β’)

 

 

 O ζωγράφος Ν. Χριστόπουλος φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του πατέρα του

 

 

Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια γι'αυτό το άρθρο
Αποστολή σχολίου
8
+
7
=